Ως χριστιανική θεολογία χαρακτηρίζεται η διδασκαλία των χριστιανικών εκκλησιών, ή μάλλον η εξάσκηση της θεολογίας από χριστιανική άποψη, είτε η μελέτη του Χριστιανισμού θεολογικά.

Ιστορικά η πορεία της χριστιανικής θεολογίας ταυτίζεται με την πορεία της χριστιανικής Εκκλησίας. Πρώτες θεολογικές μαρτυρίες θεωρούνται τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, που χάρη στη θεωρούμενη θεοπνευστία, επέχουν ακριβή θέση θεολογικών συγγραμμάτων. Τα Ευαγγέλια είναι μαρτυρίες πίστης, έκφραση βιώματος, κήρυγμα ιεραποστολής και μετάδοσης του χριστιανικού μηνύματος και θεολογική κατήχηση των μελών της Εκκλησίας. Συνάμα υπό το πρίσμα της χριστιανικής διδασκαλίας απέκτησαν νέο θεολογικό νόημα και τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς κηρύττουν τα μέλλοντα που έπονται της Καινής, ενώ η τελευταία έρχεται για να επαληθεύσει και επιβεβαιώσει τα προλεχθέντα της πρώτης.

Τα πρώτα χριστιανικά συγγράμματα που ακολούθησαν ήταν των Αποστολικών Πατέρων, δηλαδή των μαθητών και ακολούθων των ίδιων των Αποστόλων-μαθητών του Ιησού. Με τα περισσότερα εξ αυτών να είναι περιστασιακά και να μην εκθέτουν συστηματικά τη χριστιανική διδασκαλία με ιδιαίτερες θεολογικές αναλύσεις.

Έπονται οι Απολογητές Πατέρες στις αρχές του 2ου αιώνα. Πρόκειται για χριστιανούς φιλόσοφους και απευθύνονταν κυρίως σε φιλοσόφους και λόγιους. Η προσπάθειά τους έγκειτο στο να ανασκευάσουν τις κατηγορίες Εθνικών και Ιουδαίων κατά των Χριστιανών και να καταδείξουν την αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Ακόμη, σε αυτούς οφείλεται το γεγονός ότι ο Χριστιανισμός παρέλαβε όρους και έννοιες της ελληνικής φιλοσοφίας και επηρεάστηκε από αυτή σοβαρά στον τρόπο σύλληψης και διατύπωσης της θεολογικής του διδασκαλίας.

Μέλει σημαντική η συνέχεια, καθώς επηρέασε και κυριάρχησε βαθιά στη σκέψη των στοχαστών και συγγραφέων των επόμενων αιώνων, τιθέμενη στο κέντρο της επιστημονικής και φιλολογικής παραγωγής. Εξ αιτίας της συντριπτικής επικράτησης του Χριστιανισμού στο Δυτικό κόσμο και τη Ρωμαϊκή Ανατολή επηρέασε καταλυτικά τη δυτική διανόηση αντιστοίχως.

Κάποιοι από τους κλάδους της είναι οι εξής: Μελέτη της Βιβλικής Γραμματείας – Λειτουργική – Συγκριτική – Ιστορίας – Εκκλησιαστική Ιστορία – Ηθική θεολογία – Πατρολογία – Πρακτική θεολογία – Δογματική θεολογία (ή συστηματική θεολογία) – Κανονικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο.

Οι αρχές σύμφωνα με την χριστιανική θεολογία:

Η κτίση έχει μία συγκεκριμένη αρχή, δηλαδή υπάρχει ένας συγκεκριμένος χρόνος που δημιουργήθηκε από μια δημιουργική αρχή, που είναι ο Θεός. Δεν είναι άναρχα τα ορώμενα. Επίσης, από αυτό εξάγεται ότι η κτίση έχει και συγκεκριμένο τέλος. Όμως, ο άνθρωπος, για να δη και εννοήση τον Θεό, χρειάζεται την κάθαρση της σαρκός από τα πάθη.

Δεύτερη θεολογική αρχή είναι ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε εκ του μηδενός, δηλαδή εκ μη υπαρχούσης ύλης. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από το μηδέν και όχι από προϋπάρχουσες ιδέες, ούτε από μια προϋφεστώσα ύλη. Με την θέση αυτή κλονίζονται όλες οι ειδωλολατρικές κοσμολογικές αρχές, δηλαδή κλονίζονται τα θεμέλια της κλασσικής μεταφυσικής.

Κατά τον Μέγα Βασίλειο όλες οι τέχνες είναι μεταγενέστερες από τις ύλες. Με αυτόν τον σκοπό δημιούργησε την ύλη, το πύρ, το ύδωρ και τον αέρα και συνέδεσε τα ανόμοια πράγματα με έναν άρρηκτο δεσμό φιλίας σε μια κοινωνία και αρμονία. «Πάντα προστάγματι Θεού εκ του μη όντος εις το είναι παραχθέντα».

Διαβάστε ακόμη:  Η rave σκηνή στην Ελλάδα

Τρίτη θεολογική αρχή είναι ότι ο Θεός διευθύνει τον κόσμο με τις άκτιστες ενέργειές Του. Εν ολίγοις, διευθύνει τον κόσμο προσωπικά. Αυτό είναι σπουδαίο, γιατί δείχνει ότι σε όλη την κτίση υπάρχουν οι ενέργειες του Θεού και, βέβαια, η ουσία του Θεού παραμένει αμέθεκτη από την κτίση. Όχι μόνον όλα δημιουργήθηκαν με την άκτιστη ενέργεια του Θεού, αλλά και όλα κατευθύνονται από την δύναμη Του.

Τετάρτη θεολογική αρχή είναι ότι η κτίση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά επειδή δημιουργήθηκε από τον Θεό και διευθύνεται από την άκτιστη ενέργειά Του, για αυτό είναι ανάγκη ο άνθρωπος να ανάγει τον νου του από τα ορώμενα στα αόρατα, από την κτίση στον δημιουργό. Ώστε, με επίκληση του φωτισμού, να δύναται ο άνθρωπος να φθάσει στην αίσθηση του μεγαλείου του Θεού.

Πέμπτη θεολογική αρχή. Με τα διάφορα φαινόμενα που εκτυλίσσονται στην κτίση, όπως η συμπεριφορά των ζώων, πτηνών και εντόμων οδηγεί την σκέψη σε πνευματικές διδασκαλίες που έχουν σκοπό να βοηθήσουν τον άνθρωπο να ωφελείται πνευματικά. Κατά αυτήν την διδασκαλία γίνεται αντιληπτό ότι οι άγιοι δεν περικλείουν την ζωή τους μέσα στην ιστορία, αλλά την επεκτείνουν και στην εσχατολογία, ή, για να ακριβολογήσουμε, κάτι που ρυθμίζει και το ιστορικό γίγνεσθαι.

Η αποδεικτική μέθοδος των ησυχαστών Πατέρων που έχει σχέση με τα πράγματα, την εμπειρία, αναφέρεται στην πορεία του ανθρώπου προς την θέωση. Ενώ, σε άλλο επίπεδο κινείται η θεογνωσία, δηλαδή το τελεολογικός χαρακτήρας και ο σκοπός της θεολογίας. Χρησιμοποιεί διπλή μεθοδολογία για τον Θεό και την κτίση, δηλαδή με την λογική ερευνά την κτίση, την φύση των όντων, μελετά τα φυσικά φαινόμενα, ενώ με τον νου, ο οποίος καθαρίζεται και φωτίζεται αποκτά την γνώση του Θεού. Επομένως, η μέθοδος για την γνώση του Θεού είναι η εμπειρία. Βέβαια, από τις εκκλησίες της Ανατολής χαρακτηρίζεται η ιδιαίτερη κατάσταση του ανθρώπου, ο οποίος δεχόμενος την αγιαστική χάρη, δηλαδή το φωτισμό, του Αγίου Πνεύματος, εκφράζει με τη μαρτυρία του το λόγο και φυσικά η ενέργεια του Θεού που ζωοποιεί τον κόσμο και βοηθά τον άνθρωπο να υπερβεί την κτιστότητα και την θνητότητά του. Έτσι με ο φωτισμός από την θεία Χάρη απλώς υποβοηθά την λογική του ανθρώπου να κατανοήσει τις έννοιες και τα κείμενα.

Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, υπήρξαν θεολόγοι μέσα από την εμπειρία της αποκαλύψεως και έγιναν επιστήμονες μέσα από την μελέτη και την επιμελή σπουδή της ανθρώπινης επιστήμης. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία προσδοκόνται «καινοί ουρανοί και γήν καινήν».

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός