Ποτέ δεν θα πάψω να λέω πως η μόνη επαφή που μπορεί να σου δώσει τις μεγαλύτερες συγκινήσεις στη ζωή σου είναι αυτήν με τη φύση. Πόσο θεραπευτική αποδεικνύεται κάθε φορά.

Πρώτη Κυριακή του Οκτώβρη, ο καιρός λίγο συννεφιασμένος και το πρωινό αεράκι ψυχρό κάτι βέβαια καθόλου περίεργο για την εποχή, μιας και πλέον ήδη το αγαπημένο φθινόπωρο άνοιξε για τα καλά την αγκαλιά του.
Αρχικά φοβήθηκα λόγω της συννεφιάς μη χαλούσε μια ξαφνική βροχή την πεζοπορία μας μιας και περίμενα πολύ αυτήν την ημέρα να ρθει. Παρόλο που μένω πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη δεν μου δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να βρεθώ στην περιοχή του Χορτιάτη αν και είναι πολύ κοντά από το κέντρο της.

Η αρχή της πορείας μας ξεκίνησε από τη Καμάρα και ακολουθώντας τις οδηγίες του gps περάσαμε από Άνω Πόλη, βγήκαμε Περιφερειακό, ακολουθήσαμε τον δρόμο για Ρετζίκι, Ασβεστοχώρι όπου μετά από μισή ώρα και κάτι περίπου φτάσαμε στον προορισμό μας.
Αξίζει να αναφέρω πως υπάρχει αστική συγκοινωνία για να φτάσεις μέχρι τον Χορτιάτη από το κέντρο της Θεσσαλονίκης, έτσι λοιπόν δεν χρειάζεται να έχεις απαραίτητα δικό σου όχημα για να πας.

Η συνάντηση με την υπόλοιπη ομάδα έγινε μπροστά στο μνημείο του Ολοκαυτώματος. Δεν γνώριζα είναι η αλήθεια για την ιστορία του και συγκινήθηκα πολύ όταν η Φωτεινή, η συνοδός μας, άρχισε να μας την εξιστορεί.
Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944, επί γερμανικής κατοχής, ένα φορτηγάκι της υπηρεσίας ύδρευσης Θεσσαλονίκης συνοδευόμενο από ένα στρατιωτικό όχημα της γερμανικής Φρουράς κατευθύνονταν στις πηγές της Αγίας Παρασκευής του Χορτιάτη για να ρίξουν χλώριο στο νερό που υδροδοτούσε ένα μεγάλο μέρος της πόλης.
Κινούμενο για τον προορισμό του πλησίασε σημείο όπου παραφυλούσε μια ομάδα ανταρτών. Μη σταματώντας σε σήμα των ανταρτών εκείνοι άνοιξαν πυρ εναντίον των οχημάτων. Το αποτέλεσμα ήταν να σκοτωθεί ο ένας υπάλληλος, ο λοχίας του γερμανικού στρατού και να τραυματιστεί σοβαρά ο υπολοχαγός που επέβαιναν στο γερμανικό στρατιωτικό όχημα. Ο γιατρός, οδηγός του οχήματος κατάφερε να ξεφύγει φτάνοντας στο Ασβεστοχώρι όπου είχε τη βάση του ο γερμανικός στρατός.
Τα νέα μαθεύτηκαν πολύ γρήγορα στο χωριό και πολλοί πιστεύοντας ότι θα ακολουθήσουν αντίποινα, έτρεξαν να κρυφτούν στα γύρω βουνά και δάσος μένοντας στο χωριό στην πλειοψηφία τους γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι.
Το αποτέλεσμα των αντίποινων αυτών ήταν να δολοφονηθούν με βάναυσο και αποτρόπαιο τρόπο την ίδια μέρα 149 άνθρωποι απ’ τον γερμανικό στρατό με την βοήθεια των ταγμάτων ασφαλείας. Μόνο δύο κατάφεραν να γλιτώσουν από το μένος των Γερμανών ναζί. Αρκετοί από αυτούς κάηκαν ζωντανοί μέσα στον φούρνο του χωριού όπου βρίσκονταν στο σημείο που είναι σήμερα το μνημείο. Γυναίκες βιάστηκαν και δολοφονήθηκαν, βρέφη, παιδιά και ηλικιωμένοι είτε δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ είτε κάηκαν ζωντανοί. Σχεδόν ολόκληρο το χωριό ξεκληρίστηκε.
Το συναίσθημα που νιώθεις ακούγοντας την ιστορία και πατώντας πάνω στον τόπο όπου βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν τόσοι αθώοι άνθρωποι, είναι αδύνατον να περιγραφή με λόγια. Μόνο θλίψη…
Εδώ υπάρχουν όλες οι πληροφορίες και λεπτομέρειες για την ιστορία του ολοκαυτώματος.

Μνημείο Ολοκαυτώματος Χορτιάτη

Φεύγοντας από το μνημείο του ολοκαυτώματος ανηφορίσαμε προς τα τελευταία σπίτια και πήραμε το μονοπάτι όπου θα μας οδηγούσε στη συνέχεια στο μονοπάτι των παγοποιών και στον τελικό μας προορισμό το καταφύγιο που βρίσκεται σε 1100 μέτρα υψόμετρο.
Η διαδρομή μέχρι να βγεις στο πρώτο ξέφωτο αν και μικρή αρκετά ανηφορική και απότομη με πολύ πέτρα και σάρα ανάμεσα.
Σχεδόν τα περισσότερα μονοπάτια οδηγούν προς το καταφύγιο κι έτσι στην στάση της ξεκούρασης αποφασίσαμε να αυτοσχεδιάσουμε και να ακολουθήσουμε άλλο από αυτό που ξεκινήσαμε αρχικά.
Ο καιρός τελικά αποδείχθηκε σύμμαχος κι έτσι η έντονη ηλιοφάνεια μετά την συννεφιά, μας χάρισε όλες τις ομορφιές, χρώματα και ευκολία του δάσους και λίγο ιδρώτα παραπάνω!


Το μονοπάτι των παγοποιών αποδείχθηκε μαγικό και το δάσος που το περιβάλει υπέροχο και πυκνό. Οι οξιές δημιουργούσαν ένα παιχνίδισμα με τις ακτίνες του ηλίου, όσες κατάφερναν να ξεγλιστρήσουν από τα θεόρατα αυτά δέντρα και η δροσιά του δάσους ήταν αισθητή.
Τριγύρω σου είχες κάθε απόχρωση του καφέ, του πράσινου, του πορτοκαλί. Μια πανέμορφη φθινοπωρινή παλέτα χρωμάτων που δεν χόρταινες να κοιτάς.

Διαβάστε ακόμη:  Νησί της Αίγινας


Η ιστορία των παγοποιών του Χορτιάτη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πόλη της Θεσσαλονίκη και οι γραπτές αναφορές ξεκινούν απ’ τον 17ο αιώνα και τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή.
Οι παγοποιοί είχαν χαράξει μικρά και μεγάλα ανοίγματα σε μονοπάτια του δάσους και τις κρύες νύχτες του χειμώνα ανέβαιναν στο βουνό και οδηγούσαν το νερό των πηγών μέσω αυτών των ανοιγμάτων σε μπάρες όπου και το αποθήκευαν.
Το νερό πάγωνε κατά τη διάρκεια της νύχτας και το επόμενο πρωί ανέβαιναν, άνοιγαν τρύπες ώστε να βγει στην επιφάνεια το νερό που δεν είχε παγώσει, το άφηναν να παγώσει ξανά όλο κι όταν ήταν έτοιμος ο πάγος τον τεμάχιζαν με ειδικά τσεκούρια και με άλογα, κάρα ή γαϊδουράκια τον κατέβαζαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης όπου και τον πουλούσαν.
Αναφορές λένε πως μέχρι το 1960 περίπου ήταν και οι τελευταίοι παγοποιοί.

Βγαίνοντας από το μονοπάτι η βλάστηση άρχισε να χαμηλώνει και μπροστά σου ξεπρόβαλε το καστανόδασος. Όπου κι αν γυρνούσες να κοιτάξεις έβλεπες πεσμένα κάστανα στο έδαφος. Κυριολεκτικά τα κλαδιά των δέντρων ήταν γεμάτα.
Συνεχίζοντας για τον τελικό μας προορισμό, το καταφύγιο, συναντήσαμε πολύ κόσμο.
Πρώτη φορά, μετά από πάρα πολύ καιρό, είδα τόσο κόσμο έξω στη φύση.
Μέσα στα μονοπάτια παρέες αλλά και μοναχικούς περιπατητές, ανθρώπους που έτρεχαν, παρέες φίλων με ποδήλατα αλλά και μηχανές Enduro να σκαρφαλώνουν με αδρεναλίνη στα ψηλά σημεία των μονοπατιών αλλά και να χάνονται στις μικρές χαράδρες τους.
Στο καταφύγιο όταν φτάσαμε είχε ήδη αρκετό κόσμο. Παρέες που έπιναν τον πρωινό καφέ τους, πολλούς που έτρωγαν μια ζεστή πρωινή σούπα για να πάρουν δυνάμεις.
Η ώρα στο καταφύγιο πέρασε αρκετά γρήγορα κι ευχάριστα, το δάσος γύρω από αυτό πανέμορφο φορώντας τα ίδια φθινοπωρινά χρώματα που συναντήσαμε νωρίτερα.

Καταφύγιο Χορτιάτη

Στον γυρισμό για το χωριό συναντήσαμε ακόμη περισσότερο κόσμο. Κόσμο που ανέβαινε προς το καταφύγιο και τα γύρω μονοπάτια. Μεγάλες και μικρές παρέες, οικογένειες με τα παιδιά τους, παρέες φίλων με τα κατοικίδια τους, παππούδες και γιαγιάδες με τα εγγόνια τους να μαζεύουν κάστανα, στα μεγάλα ξέφωτα και ανοίγματα αυτοκίνητα παρκαρισμένα έχοντας ήδη βάλει μπρος τα κάρβουνα για τη φουφού, να ψήσουν ακούγοντας μουσική.
Πραγματικά τόσο πολύ κόσμο είχα καιρό να δω, κάτι που με χαροποίησε ιδιαίτερα.

Η επιστροφή μέχρι να βγούμε απ’ το μονοπάτι και να κατηφορίσουμε τον δρόμο της επιστροφής, μας αποζημίωσε. Η θέα ήταν εκπληκτική. Από τη μία έβλεπες το χωριό και την λίμνη Κορώνεια ή Αγίου Βασιλείου, τα γύρω βουνά και από την άλλη απολάμβανες την θέα προς τον Θερμαΐκό κόλπο.

Ο Χορτιάτης τελικά είναι ένας εύκολα προσβάσιμος προορισμός από το κέντρο της Θεσσαλονίκης και σου δίνει μια πληθώρα επιλογών αν είσαι άνθρωπος των δραστηριοτήτων. Αλλά ακόμη κι αν δεν είσαι, μια βόλτα μέχρι το καταφύγιο ή το κέντρο του χωριού σίγουρα σε αποζημιώνει και μόνο να δώσει έχει.

Χάρηκα πραγματικά για τον τόσο κόσμο που συνάντησα, παρ όλη την ομορφιά που χόρτασα από το φυσικό τοπίο, αυτό που μου έμεινε ως έντονη ανάμνηση, ήταν ο τόσος κόσμος που κυριολεκτικά πλημμύρισε την περιοχή για να περάσει εκεί τη μέρα του.
Εύχομαι κι ελπίζω πάντα η πανέμορφη φύση μας να «συνωστίζεται» από τόσο κόσμο κι ελπίζω όσοι βρέθηκαν εκεί να σεβάστηκαν το φυσικό περιβάλλον όπως μας σεβάστηκε κι αυτό με τη σειρά του χαρίζοντας μας απλόχερα όμορφες εικόνες κι αναμνήσεις.  

~be Creative and stay Metal~
Κατερίνα Γιάτσα