Έχοντας μια ιδιαίτερη (πονεμένη, που χρήζει ψυχανάλυσης και βέβαια δεν είναι της παρούσης) σχέση με την πρωτιά, καθώς ως παιδί και έφηβη ήμουν «η πρώτη μαθήτρια», αλλά και ως μαμά έχω ένα γιο και μια κόρη «πρώτους μαθητές», το θέμα των σχολικών και εξωσχολικών επιδόσεων των παιδιών και οι ψυχολογικές προεκτάσεις του με έχει απασχολήσει και προβληματίσει πολύ. Κυρίως γιατί βλέπω ότι, όσο και αν συνειδητοποιώ ότι αυτό είναι λάθος, είμαι ιδιαίτερα απαιτητική με τα παιδιά μου. Αναρωτιέμαι, συχνά, λοιπόν, σε ποιο βαθμό η πρωτιά είναι επιδίωξη του παιδιού και σε ποιο βαθμό είναι επιδίωξη του γονέα; Τα ίδια τι θα έκαναν αν δεν με είχαν πάνω από το κεφάλι τους; Άραγε είμαι απαιτητική για το δικό τους καλό ή γιατί επιδιώκω τη δική μου ψυχική ικανοποίηση, μέσα από τις επιτυχίες τους;

Αναρωτιέμαι ακόμα τι συμβαίνει με τον συναγωνισμό ή αλλιώς με την -προ πολλού χαμένη- «ευγενή άμιλλα», που πανεύκολα μετατρέπεται σε σκληρό ανταγωνισμό και… σε ξεκατίνιασμα; Εσείς προβληματίζετε σχετικά με το πότε το κυνήγι για την πρωτιά έγινε τόσο επικίνδυνο; Και κυρίως ποια προβλήματα κουβαλάμε όλοι εμείς οι γονείς, που σε πηγαδάκια έξω από το σχολείο, σε μακροσκελή τηλεφωνήματα και σε διαδικτυακά fora κατηγορούμε δασκάλους, καθηγητές και προπονητές ότι αδικούν κατάφορα τα «αστέρια μας»; Γιατί μας ενδιαφέρει πόσο πήρε στα μαθηματικά ο Γιώργος, ενώ ο γιος μας είναι ο Δημήτρης; Γιατί χρονομετράμε πόση ώρα έπαιξε πεντάδα ο Νίκος, ενώ ο γιος μας είναι ο Κώστας; Γιατί δυσανασχετούμε με την κόρη μας την Κατερίνα που πήρε Α στο τεστ γλώσσας και όχι Α! όπως η Σοφία, της γειτόνισσας; Γιατί ερχόμαστε  στα χέρια με τον μπαμπά του Παναγιώτη που κάθεται δίπλα μας στην κερκίδα για το αν ήταν φάουλ ή όχι το κλωτσομπουνίδι που έκανε στο γιο του ο Αντωνάκης μας; (Και μετά, off the record, λέμε στον Αντωνάκη ένα μεγαλοπρεπές «Καλά του έκανες, του κωλόπαιδου, στην είχε φυλαγμένη»). Και τέλος πάντων, γιατί απαιτούμε από τα παιδιά μας να είναι πάντα εξαιρετικά σε ό,τι κάνουν και δεν αποδεχόμαστε ότι μπορεί και να μην είναι εξαιρετικά ή τουλάχιστον να μην είναι πάντα εξαιρετικά ή να μην είναι εξαιρετικά σε όλα; Και γιατί πέφτουμε στα πατώματα με τις αποτυχίες τους;

Για όλους αυτούς τους προβληματισμούς, μιλήσαμε για την πρωτιά και τον ανταγωνισμό με την ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια παιδιών και εφήβων Δρ Λήδα Αναγνωστάκη.

Μέτρον Άριστον

Η κ. Αναγνωστάκη μάς λέει καταρχάς ότι η ανάγκη για πρωτιά (δηλαδή ο ανταγωνισμός) είναι μία μορφή επιθετικότητας. Ας μη μας φοβίζει η λέξη. Η επιθετικότητα στον άνθρωπο θεωρείται εγγενής και ως ένα βαθμό επιθυμητή και αναγκαία. Αυτή μας επιτρέπει να επιζήσουμε (να σκεφτούμε, για παράδειγμα ως αντιδιαστολή, ένα βρέφος που είναι νωθρό, υποτονικό, δεν εξερευνά το σώμα της μητέρας με στόχο να βρει τη θηλή και να κρατηθεί γερά από αυτή) και να εξερευνήσουμε τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο που λέμε «κατακτάμε» τη γνώση. Ο ανταγωνισμός, επίσης, θεωρείται ένα απαραίτητο στάδιο στην ψυχική ανάπτυξη του ανθρώπου Άλλωστε, τι άλλο είναι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, που το παιδί καλείται να ανταγωνιστεί το γονέα του ίδιου φύλου για να κάνει δικό του το γονέα το άλλου φύλου; Όμως, όλο αυτό χρειάζεται μέτρο. Διότι η επιθετικότητα, αν δεν μετριάζεται, μπορεί να αποβεί ψυχικά επιζήμια. Το ότι έχω την επιθυμία να κατακτήσω κάτι, να διακριθώ, δεν σημαίνει (ή δεν πρέπει να σημαίνει) ότι καταστρέφομαι αν αυτό δεν συμβεί.

Στο σημείο αυτό, η κ. Αναγνωστάκη εισάγει στη συζήτηση την έννοια της αντοχής στη ματαίωση, ότι, δηλαδή, αντέχω αν κάτι δεν γίνει όπως το θέλω (και προσπαθώ ξανά). Οι ματαιώσεις είναι δεδομένες στη ζωή μας. Όλοι, μα όλοι, θα βιώσουμε αποτυχίες, δεν γίνεται διαφορετικά. Και μάλιστα, οι ματαιώσεις, οι μικρές «αποτυχίες» εισάγονται από πολύ νωρίς στη ζωή μας. Η πρώτη, ας πούμε, ματαίωση γίνεται φυσιολογικά, όταν ένα βρέφος πεινάει και δεν εμφανίζεται αυτόματα η μαμά για να το θηλάσει ή για να του δώσει το μπουκάλι. Το αφήνει λίγο να περιμένει… Όχι γιατί το έχει βάλει σκοπό να το κάνει, αλλά γιατί έτσι είναι η πραγματικότητα. Όλοι χρειάζεται να περιμένουμε κάποιες φορές. Η μαμά που δεν εμφανίζεται μαγικά (αλλά εμφανίζεται μετά από λίγο) δίνει το πρώτο μάθημα για την αντοχή στη ματαίωση, μία τόσο βασική ικανότητα για τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τη θεωρία, αυτό που ονομάζουμε «αρκετά καλή μητέρα» (η «τέλεια μητέρα» είναι ένα αφύσικο ον) με κάποιο τρόπο καταφέρνει να συντονίζεται με το παιδί της και γνωρίζει πόσο μπορεί να το αφήσει να περιμένει, δίνοντάς του μεν την ικανοποίηση που ζητά, αλλά και από την άλλη, προετοιμάζοντάς το σιγά-σιγά να αντέχει τη ματαίωση.

Διαβάστε ακόμη:  Τα αγόρια χρειάζονται περισσότερη συναισθηματική στήριξη από τα κορίτσια, λέει έρευνα

Ο ρόλος των γονέων στην πρωτιά

Επιστρέφουμε στις σχολικές και εξωσχολικές επιδόσεις. Τι κάνουν ή καλύτερα τι πρέπει να κάνουν οι γονείς; Η απάντηση, σύμφωνα με την κ. Αναγνωστάκη, είναι μάλλον απλή. Δίνουμε κίνητρα στα παιδιά για να προσπαθούν, επιβραβεύουμε την προσπάθεια και την επιτυχία και δεν απογοητευόμαστε με την αποτυχία. Οι έπαινοι που δίνουμε (και πρέπει να δίνουμε) πρέπει να είναι πάντα ειλικρινείς, αντίστοιχοι με αυτό που κατάφερε το παιδί. Τα μικρά μας δεν βοηθιούνται από την υπερβολή. Άλλωστε τι νομίζουμε; Ότι δεν καταλαβαίνουν τα ίδια αν αυτό που κατάφεραν είναι σημαντικό και σε ποιο βαθμό; Από την άλλη η επιβράβευση πρέπει να δίνεται. Είναι η ενθάρρυνση και για άλλες προσπάθειες και μία σημαντική ανταμοιβή για την κατάκτηση του στόχου. Ας μην φαντάζεται κάποιος γονιός ότι τα παιδιά διαβάζουν τα μαθήματά τους για τη χαρά της γνώσης, αυτό έρχεται πολύ αργότερα, στην εφηβεία και αν… Επίσης, ο έπαινος είναι μία σοβαρή ένδειξη ότι ο γονέας «βλέπει» το παιδί, παρακολουθεί με τι ασχολείται, τι προσπαθεί και πού δυσκολεύεται…

Γονείς- νάρκισσοι

Γιατί, όμως, γύρω μας βλέπουμε τόση ανησυχία και ένταση για τις επιδόσεις των παιδιών; Όπως εξηγεί η κ. Αναγνωστάκη, το πρόβλημα αρχίζει όταν το παιδί γίνεται η ναρκισσιστική προέκταση του γονέα. Γονείς που οι ίδιοι δεν είναι ώριμοι ψυχικά για να αντέξουν τη ματαίωση και να στραφούν σε ρεαλιστικές προσδοκίες (και που πολύ πιθανό να έχουν οι ίδιοι στραπατσαριστεί από τις απογοητεύσεις της πραγματικότητας) βλέπουν το παιδί τους σαν το όγδοο θαύμα του κόσμου, καθώς προβάλλουν σε αυτό όλο το δικό τους ναρκισσισμό. Αλίμονο σε όποιον το αμφισβητήσει (δάσκαλοι, άλλοι γονείς, προπονητές), αλλά αλίμονο και στο ίδιο το παιδί, που δεν του δίνεται κανένα περιθώριο να μην τα καταφέρει. Αλλά και αν τα καταφέρει ενσταλάζεται μέσα του ότι αυτό που μετράει δεν είναι το ίδιο, αλλά οι επιδόσεις του. Ο φόβος της αποτυχίας που πιθανά έχει το παιδί αυτό δεν είναι μόνο ότι φοβάται αν θα αποτύχει σε κάτι, αλλά, πολύ περισσότερο, φοβάται γιατί η αγάπη των γονέων του μοιάζει να δίνεται υπό όρους.

Μιλάμε λοιπόν για γονείς που δεν έχουν αντοχή στη ματαίωση και αυτό μεταδίδουν στο παιδί τους, προσφέροντας του μία πολύ κακή υπηρεσία, καθώς δεν το διδάσκουν να διαχειρίζεται τις αποτυχίες (που είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα βιώσει, τουλάχιστον σε κάποιο τομέα -μαθησιακό, κοινωνικό, επαγγελματικό, ερωτικό…) και να «ξανασηκώνεται» και να ξαναπροσπαθεί. Ναι, είναι αυτοί οι γονείς που «στήνουν» το πού θα πέσει το φλουρί της βασιλόπιτας, καθώς δεν σκέφτονται (ίσως δεν αντέχουν να σκεφτούν) ότι αυτή η πιθανή μικρή, ανώδυνη, αποτυχία (το φλουρί να πέσει σε κάποιον άλλο!) είναι μία απαραίτητη και ωφέλιμη εισαγωγή στην πραγματικότητα για το παιδί τους.

Η ελληνική κοινωνία

Η κ. Αναγνωστάκη εκτιμά ότι η ελληνική κοινωνία δεν αντέχει την ματαίωση και αισθάνεται ότι αυτό αντανακλάται και στην εκπαίδευση. Με άλλα λόγια, εξηγεί, οι Έλληνες δεν αντέχουμε το γεγονός ότι έχουμε τρωτά και αδυναμίες, ότι δεν μας χρωστάνε όλοι, και ότι οφείλουμε εμείς να παλέψουμε για να κατακτήσουμε αυτό που επιθυμούμε. Και μάλιστα, αισθανόμαστε μεγάλη καχυποψία όταν κάποιος διαπρέπει σε κάποιο τομέα, σαν να απειλούμαστε από αυτό, αντί να έχουμε τη συναισθηματική ασφάλεια να αναγνωρίσουμε ότι δεν τα καταφέρνουμε όλοι σε όλα και στον ίδιο βαθμό, ότι ο καθένας οφείλει να κάνει τη δική του προσπάθεια και ότι θα αναμετράται πάντα με μέτρο τις δικές του δυνατότητες και επιθυμίες.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, δεν υπάρχει τελειότητα. Αυτή είναι μύθος και ταυτόχρονα φυλακή για αυτόν που την κυνηγάει. Ας μην την απαιτούμε από τα παιδιά μας και ας μην έχουμε μεγάλες προσδοκίες, αλλά προσδοκίες ρεαλιστικές. Τι σημαίνει αυτό; Να αποδεχτούμε τα παιδιά μας όπως είναι. Άριστα σε κάποιους τομείς, πολύ καλά σε άλλους, μέτρια κάπου αλλού, ακόμα και… χάλια. Να μην τα συγκρίνουμε. Να μην τα βάζουμε να ανταγωνίζονται τους φίλους, τους συμμαθητές, τους συναθλητές τους. Να μην κατηγορούμε όσους τα διδάσκουν ότι τα αδικούν. Μόνο με τον τρόπο αυτό θα τα οδηγήσουμε να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν, να προσπαθούν, να αγωνίζονται, να βελτιώνονται, να έχουν ως στόχο τους το καλύτερο δυνατόν. Όχι το άριστο. Όχι το τέλειο. Ό,τι καλύτερο μπορούν, με βάση την ευφυΐα και τα ταλέντα που διαθέτουν. Αυτή θα είναι η πιο μεγάλη νίκη τους. Τότε θα είναι πραγματικοί σούπερ ήρωες.

Πηγή