Παρατηρείται πως εκατομμύρια παιδιά ανά τον κόσμο πέφτουν θύματα εργασιακής εκμετάλλευσης. Σύμφωνα με εμπεριστατωμένες έρευνες που διεξήγαγε ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας, σημειώνεται πως 152 εκατ. παιδιά-εκ των οποίων 64 εκατ. κορίτσια και 88 εκατ. αγόρια- υποχρεώνονται να δουλέψουν, γεγονός που τους στερεί το θεμελιώδες δικαίωμα στην εκπαίδευση και φυσικά στη ζωή. Είναι ευρύτατα εδραιωμένη η άποψη πως η παιδική εργασία και η εργασιακή εκμετάλλευση που υφίστανται τα παιδιά, έχει αντίκτυπο στη ψυχική, κοινωνική και σωματική τους υγεία. Tα παιδιά δεν δύναται να απολαύσουν τα προνόμια που τους παρέχει η ξέγνοιαστη παιδική ηλικία, δεν λαμβάνουν την κατάλληλη υποστήριξη από το οικογενειακό περιβάλλον και αναλαμβάνουν καθήκοντα, τα οποία απευθύνονται αποκλειστικά για ενήλικες.

Το χρονικό μιας χαμένης παιδικότητας

Η παιδική εργασία είναι ένα φαινόμενο το οποίο εκδηλώθηκε το 19ο και 20ο αι. λόγω της οικονομικής ύφεσης πολλών κρατών. Aνήλικα παιδιά αναλάμβαναν αγροτικές εργασίες και δουλειές σε εργοτάξια, βιοτεχνίες και ορυχεία. Παρατηρείται πως η παιδική εργασία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες μιας χώρας. Οι οικογένειες, οι οποίες λόγω δυσχερής οικονομικής κατάστασης στερούνται βασικών πρώτων αναγκών, υποχρεώνουν τα παιδιά τους να δουλέψουν, συνεισφέροντας με αυτόν τον τρόπο στην οικονομική ενίσχυση. Βέβαια, γνωστοποιούνται και άλλοι παράγοντες που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση του φαινομένου της παιδικής εργασίας, όπως η πολιτική αστάθεια, οι κοινωνικές ανισότητες, η μετανάστευση και η απουσία Εκπαίδευσης.

Σήμερα, οι χώρες στις οποίες εμφανίζεται έντονα το φαινόμενο της παιδικής εργασίας είναι η Ινδία, το Κονγκό, η Αργεντινή, το Περού, η Βολιβία, η Κολομβία, και η Βραζιλία. Τα παιδιά βιώνουν συνθήκες εξαθλίωσης, καθώς δουλεύοντας στα λατομεία και στα ορυχεία παρουσιάζουν συμπτώματα άσθματος, υποφέρουν από πνευμονικές λοιμώξεις, πνευματικές παθήσεις, βρογχίτιδα, φυματίωση και διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν καρκίνο. Παρόλα αυτά τα ποσοστά της παιδικής εργασίας μειώθηκαν, όμως ανεξαρτήτως ποσοστιαίας κλίμακας, το φαινόμενο της παιδικής εργασίας καθίσταται το σημαντικότερο πρόβλημα παγκοσμίως.

Αντίκτυπο στη σωματική, ψυχική και κοινωνική ευεξία

Η παιδική εργασία έχει αρνητική επίδραση στη σωματική δύναμη,  ψυχική υγεία και κοινωνικότητα. Διαπιστώνεται πως τα παιδιά αναλαμβάνουν σκληρές εργασίες, γιατί για τους εργοδότες αποτελούν την ανειδίκευτη εργατική δύναμη. Η πλειονότητα των παιδιών σηκώνουν βαριά φορτία. Η παιδική εργασία στο τομέα των μεταλλείων και ορυχείων είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη. Σε έκθεση που δημοσιεύτηκε το 2016 από τη Διεθνής Αμνηστία και το Africa Resources Watch δηλώνεται πως παιδιά πέφτουν θύματα εργατικής εκμετάλλευσης για τη κατασκευή εξαρτημάτων μπαταρίας. Το κοβάλτιο που χρησιμοποιείται εξορύσσεται από παιδιά, τα οποία έρχονται αντιμέτωποι με επικίνδυνες για την υγεία τους καταστάσεις. Δεν τους παρέχεται ο κατάλληλος προστατευτικός εξοπλισμός, ενώ κινδυνεύουν από σοβαρές ασθένειες. Τα βάρη που σηκώνουν έχουν αρνητική επίδραση στη σωματική τους ακεραιότητα και εξυπηρετούν τις ανάγκες μεγάλων βιομηχανιών εισπράττοντας χρήματα, τα οποία, σαφώς, δεν καλύπτουν όλες τις απαραίτητες βιολογικές ανάγκες.

Διαβάστε ακόμη:  Παγκόσμια Ημέρα Μετανάστη

Χρήζει, εξίσου, ιδιαίτερης προσοχής οι επιπτώσεις που έχει η παιδική εργασία στη ψυχική υγεία του παιδιού. Το παιδί στην ηλικία αυτή έχει ανάγκη από τη προστασία και την ασφάλεια της οικογένειάς του. Είναι γνωστό πως η υποστήριξη των γονιών συντελεί στην ενδυνάμωση της ψυχικής τους υγείας. Οι γονείς αποτελούν σημαντικό παράγοντα στη καλλιέργεια σημαντικών πτυχών της προσωπικότητας του. Φυσικά, οι οικογένειες που ωθούν τα παιδιά στην εργασία χαρακτηρίζονται δυσλειτουργικές. Δεν συνάπτονται υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις στα πλαίσια της οικογένειας, καθώς οι γονείς δείχνουν να διατηρούν μία παθητική και πιο επιτακτική στάση απέναντι στα παιδιά τους. Τα παιδιά δεσμεύονται και περιορίζονται στα καθημερινά τους καθήκοντα και δεν βιώνουν την ελευθερία που δικαιούνται. Η έλλειψη αυτής της ελευθερίας συνεπάγεται ψυχική κατάπτωση.

Μια επιπλέον βασική συνιστώσα της ψυχικής κατάπτωσης είναι η έλλειψη κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Το σχολείο ως βασικός (δευτερογενής) παράγοντας κοινωνικοποίησης θέτει ως κύριο στόχο τη πνευματική καλλιέργεια και τη κοινωνικοποίηση των παιδιών. Τα παιδιά που δεν δύνανται να πάνε σχολεία και επιδίδονται καθημερινά στην εργασιακή τους ενασχόληση, δεν αποκτούν τα σημαντικά εφόδια που τους παρέχει η Εκπαίδευση. Καθίσταται επιτακτική η ανάγκη ανάπτυξης διαπροσωπικών σχέσεων και παροχής ευκαιριών κοινωνικής αλληλεπίδρασης, συμβάλλοντας στη καλλιέργεια αυτοεκτίμησης, αυτοσεβασμού και ενσυναίσθησης. Στα παιδιά δεν ικανοποιείται αυτή η βασική ανάγκη.

Καταπάτηση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Τα παιδιά που υπόκεινται στην εργασιακή εκμετάλλευση στερούνται του θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος: της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Δεν τους παρέχεται το δικαίωμα στη μόρφωση και δεν καλύπτεται η ανάγκη και κοινωνικοποίηση. Τα παιδιά είναι ανήλικα και δεν έχουν αναπτύξει ολοκληρωμένη προσωπικότητα και κριτική σκέψη, ώστε να μπορούν να διακρίνουν τα επίπεδα εκμετάλλευσης και να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για τη προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Δεν μπορούν να αντιληφθούν τι είναι ηθικά σωστό. Οι άνθρωποι στο εργασιακό χώρο λειτουργούν ως κοινωνικά πρότυπα και τα παιδιά συμμορφώνονται με αυτά. Ακόμη, είναι γνωστό πως τα παιδιά προέρχονται από οικογένειες που αντιμετωπίζουν δυσμενείς οικονομικές συνθήκες και ενώ εργάζονται σκληρά πληρώνονται μόλις δύο δολάριο την ημέρα (Σκόρα Σ., 2019). Τα παιδιά δεν απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια με αυτά των παιδιών που ζουν σε αναπτυγμένες χώρες και αυτό συνιστά καταπάτηση αρχών κοινωνικής δικαιοσύνης. Χρήζει ιδιαίτερης προσοχής αυτό που ειπώθηκε από τη Πρόεδρο της Ελληνικής Εταιρείας Κοινωνικής Παιδιατρικής και Παραγωγής της υγείας πως «το φαινόμενο της παιδικής εργασίας πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα παγκόσμιο κοινωνικό πρόβλημα που έχει τις ρίζες του όχι μόνο σε καταστάσεις οικονομικής ύφεσης αλλά και σε μία ρευστή πραγματικότητα που γεννά νέα προβλήματα ή οξύνει τα ήδη υπάρχοντα». Κάθε παιδί έχει δικαίωμα στη ζωή και στη σωστή διαβίωση. Το κράτος οφείλει να προστατεύσει το δικαίωμα μιας αξιοπρεπούς διαβίωση.

Μαρία Τσουρέκα