Ο καθρέφτης

Written by on 29/11/2023

image_print

Η μικρή Μαριλένα ήταν πολύ περίεργη για τον κόσμο. Ήθελε να εξερευνήσει τα πάντα, να μάθει τα πάντα.
Ένα απόγευμα όπως όλα τα άλλα , η μικρή μας φίλη που βαρέθηκε να παίζει μόνη της και αφού η μαμά της ήταν πολύ απασχολημένη για να ασχοληθεί μαζί της, είπε να κατέβει μια βόλτα στο υπόγειο.
Εκεί, μέσα στη σκόνη και στο σωρό από ξεχασμένα αντικείμενα που πλέον είχαν αχρηστευτεί , παρατημένα στο σκοτάδι για αιώνες, η Μαριλένα βρήκε ένα μεγάλο χρυσό καθρέφτη. Παρά το γεγονός ό,τι ήταν βρώμικος και αραχνιασμένος δεν έπαυε να στέκει εκεί περήφανος και να δείχνει όσο αριστοκρατικός μπορούσε.
Της μικρής μας εξερευνήτριας αμέσως της τράβηξε την προσοχή, πλησίασε και τον θαύμαζε με δέος. Ξάφνου, όπως ακούμπησε πάνω το χεράκι της, σαν μια δύναμη να προσπαθούσε να την τραβήξει μέσα. Η Μαριλένα αφέθηκε και από την σκοτεινή και σκονισμένη αποθήκη βρέθηκε σε ένα όμορφο κόσμο μαγεμένο. Ένα κόσμο ντυμένο στα λευκά, όπου ο χρόνος εκεί έμοιαζε να έχει σταματήσει. Ένα κόσμο παράλληλο που έμοιαζε τόσο με τον δικό της. Όμως εκεί οι άνθρωποι δεν βιάζονται, οι μεγάλοι ασχολούνται με τα παιδιά που παίζουν όλα μαζί. Δεν τους φωνάζουν και δεν τα διώχνουν επειδή είναι απασχολημένοι.
Μέσα στον καθρέφτη ζουν και περίεργα μυθικά πλάσματα, από αυτά που κανείς συνταντά μόνο στα παραμύθια και στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας.
Όμορφοι μονόκεροι και άλλα πολλά. Όλα φιλικά και ήμερα.
Και μέσα σε όλα αυτά ξαφνικά η Μαριλένα βρήκε μια γυναίκα ίδια η μητέρα της, όμως δεν είναι νευρική και πιεσμένη, είναι ήρεμη.
Η μικρή ηρωίδα μας έχει σαστίσει, δεν πιστεύει αυτά που βλέπει. Έχει αρχίσει και κρυώνει, ο κόσμος αυτός είναι παγωμένος, η Μαριλένα μας φοράει μόνο τα πιτζαμάκια της. Τότε την πλησιάζει η γυναίκα εκείνη που θυμίζει την μαμά της και την ρωτάει αν έχει χαθεί και αν θέλει να πάει σπίτι της να της δώσει μια κουβέρτα και ένα ζεστό ρόφημα να πιει. Η φίλη μας απορεί, γιατί δεν την αναγνωρίζει η ίδια της η μητέρα….όμως δεν την ενοχλεί γιατί στην τελική εκείνη την νοιάζεται. Την ακολουθεί και το σπίτι της είναι ίδιο με το πραγματικό της σπίτι. Τυλίγεται μπροστά στο τζάκι με μια κουβέρτα που την έδωσε η καλή κυρία και πίνει το ζεστό κακάο που της έφτιαξε. Μετά ήρθε και ο άντρας της. Ήταν κι εκείνος ίδιος με τον μπαμπά της όμως ούτε εκείνος φαίνεται να την αναγνωρίζει. Είχε αρχίσει να νυχτώνει, αφού έφαγαν βραδινό είπαν να διαβάσουν μερικά παραμύθια στην Μαριλένα και μόλις ξημερώσει να πάνε να βρουν τους γονείς της Μαριλένας. Εκείνη όμως δεν ήθελε, προτιμούσε να μείνει εκεί που την φροντίζουν και της αφιερώνουν χρόνο. Της δίνουν αγάπη και στοργή. Διάβασαν μερικά όμορφα παραμύθια και η μικρή μας φίλη αποκοιμήθηκε, εκεί μπροστά στο τζάκι. Κάποια στιγμή η Μαριλένα ξύπνησε από μια αγανακτησμένη φωνή. Ήταν η μητέρα της. Όταν άνοιξε τα ματάκια της ήταν μπροστά στο μεγάλο χρυσό καθρέφτη, Στην σκοτεινή σκονισμένη αποθήκη, στο υπόγειο. Η μητέρα της την αγκάλιασε και της είπε να μην της το ξανακάνει ποτέ αυτό γιατί την τρόμαξε πολύ. Την πήρε από το μικροσκοπικό της χεράκι και την πήγε να κάνει ένα ζεστό μπάνιο, να της βάλει καθαρά ρούχα και να της φτιάξει το αγαπημένο της φαγητό γιατί η μικρή μας φίλη ήταν πολλές ώρες στο κρύο υπόγειο, μόνη φοβισμένη. Και μετά της διάβασε το αγαπημένο της παραμύθι. Η Μαριλένα μας ζήτησε συγγνώμη στην μαμά της και την παρακάλεσε να είναι πάντα έτσι μαζί της για να μην χρειάζεται να την ανησυχεί , αλλιώς θα πήγαινε να ζήσει με την κυρία που μοιάζει στην μαμά της αλλά την αγαπάει.

Deppie Politaki

image_print

[There are no radio stations in the database]