Η Δύναμη της Ανθεκτικότητας: Πώς να ξεπεράσουμε το Ψυχολογικό Τραύμα

Written by on 01/10/2024

image_print

Το ψυχολογικό τραύμα είναι η συναισθηματική και ψυχική αντίδραση σε ένα γεγονός ή μια εμπειρία που θεωρείται έντονα απειλητική ή επιβλαβής. Συχνά προκαλεί συναισθήματα όπως φόβο, άγχος ή και ενοχή. Το τραύμα μπορεί να προκληθεί από διάφορες καταστάσεις, όπως κακοποίηση, ατυχήματα, φυσικές καταστροφές ή σοβαρές απώλειες. Αν δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα την ψυχική υγεία, οδηγώντας σε διαταραχές όπως το μετατραυματικό στρες (PTSD), κατάθλιψη ή και προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η θεραπεία μέσω ψυχολογικής υποστήριξης είναι συχνά απαραίτητη για την επούλωση του τραύματος.

Στο Cityvibes.gr φιλοξενήθηκε η Κλινική & Κοινοτική Ψυχολόγος MSc, Μαρία Δανιήλ, ώστε να μας δώσει περισσότερες πληροφορίες για το εν λόγω θέμα.

Πώς ορίζεται το ψυχολογικό τραύμα και ποιες είναι οι πιο συνηθισμένες αιτίες του;

«Το ψυχολογικό τραύμα ορίζεται ως μια συναισθηματική αντίδραση σε ένα ή περισσότερα γεγονότα
που είναι εξαιρετικά αγχωτικά, τρομακτικά ή απειλητικά για τη σωματική ή ψυχική ακεραιότητα του
ατόμου. Το τραύμα συχνά προκαλεί έντονα και παρατεταμένα συναισθήματα, όπως φόβο, άγχος,
αποπροσανατολισμό και δυσκολία προσαρμογής ή λειτουργίας στην καθημερινή ζωή. Μπορεί να
επηρεάσει τη συναισθηματική, σωματική και κοινωνική κατάσταση του ατόμου, και σε πολλές
περιπτώσεις, μπορεί να προκαλέσει μετατραυματική διαταραχή άγχους (PTSD).
Οι πιο συνηθισμένες αιτίες του ψυχολογικού τραύματος είναι οι φυσικές καταστροφές, περιστατικά
βίας και επιθέσεων, η ενδοοικογενειακή βία, η σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, τα ατυχήματα, οι
πόλεμοι και οι συγκρούσεις, η απώλεια, οι ιατρικές διαγνώσεις (σοβαρές ασθένειες ή επεμβάσεις), η
κακοποίηση και η παραμέληση ειδικά στην παιδική ηλικία. Το ψυχολογικό τραύμα είναι μια υποκειμενική εμπειρία, και διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί να αντιδρούν διαφορετικά στα ίδια γεγονότα.»

Ποια είναι τα βασικά συμπτώματα που παρουσιάζουν οι άνθρωποι που έχουν υποστεί τραύμα;

«Οι άνθρωποι που έχουν υποστεί ψυχολογικό τραύμα μπορεί να εμφανίσουν μια ποικιλία
συμπτωμάτων, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν τόσο τη σωματική όσο και τη συναισθηματική τους
υγεία. Τα πιο κοινά συμπτώματα είναι οι παρέμβλητες αναμνήσεις, όπου το άτομο μπορεί να βιώνει
flashbacks ή εφιάλτες, ξαναζώντας το τραυματικό γεγονός σαν να συμβαίνει πάλι στο παρόν. Οι
παρέμβλητες αναμνήσεις συνοδεύονται από αποφυγές, συναισθηματικό μούδιασμα, άγχος και φόβο,
ευερεθιστότητα και θυμό, αισθήματα ενοχής ή και ντροπής που συνδέονται με το τραυματικό γεγονός.
Επιπλέον, συχνές είναι οι δυσκολίες στην συγκέντρωση, οι διαταραχές ύπνου, οι αλλαγές στην όρεξη,
που μπορεί να συνοδεύονται και από άλλα σωματικά συμπτώματα όπως κόπωση, ταχυκαρδίες,
πονοκέφαλοι ή στομαχόπονοι. Τέλος, τα συμπτώματα που είναι δυνητικά επικίνδυνα είναι η απομόνωση, οι αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές όπως η χρήση αλκοόλ ή ουσιών και ριψοκίνδυνες συμπεριφορές που με τη σειρά τους προκαλούν δυσκολίες στις σχέσεις.»

Ποιες θεραπευτικές προσεγγίσεις θεωρείτε πιο αποτελεσματικές;

« Οι θεραπευτικές προσεγγίσεις που θεωρούνται πιο αποτελεσματικές για τη θεραπεία του ψυχολογικού τραύματος ποικίλουν ανάλογα με τις ανάγκες του ατόμου, τη σοβαρότητα του τραύματος και τα συμπτώματά του.
Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία είναι μια από τις πιο καλά ερευνημένες και αποτελεσματικές
μεθόδους για την αντιμετώπιση του τραύματος. Η CBT βοηθά τα άτομα να κατανοήσουν πώς οι σκέψεις και οι πεποιθήσεις τους επηρεάζουν τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά τους. Στο πλαίσιο του τραύματος, η θεραπεία εστιάζει στο να βοηθήσει το άτομο να αναγνωρίσει τις δυσλειτουργικές σκέψεις που προκύπτουν από το τραυματικό γεγονός και να τις αντικαταστήσει με πιο ρεαλιστικές και θετικές.
Έπειτα, η Απευαισθητοποίηση και Επανεπεξεργασία μέσω Οφθαλμικών Κινήσεων (EMDR) είναι μια
εξειδικευμένη θεραπευτική μέθοδος που συνδυάζει στοιχεία της CBT με οφθαλμικές κινήσεις ή άλλες
μορφές διμερούς διέγερσης (π.χ. ηχητικά ερεθίσματα ή αγγίγματα). Το άτομο καλείται να θυμηθεί το
τραυματικό γεγονός, ενώ παράλληλα ο θεραπευτής καθοδηγεί συγκεκριμένες κινήσεις των ματιών. Αυτό βοηθά στη μείωση της έντασης των τραυματικών αναμνήσεων και στην ”επεξεργασία” τους σε έναν ασφαλέστερο συναισθηματικό πλαίσιο.
Επιπλέον, η Θεραπεία Εστιασμένη στη Συμπόνια βοηθά το άτομο να αναπτύξει αυτοσυμπόνια και να
αντιμετωπίσει τα συναισθήματα ενοχής, ντροπής ή αυτοκαταδίκης που συχνά συνοδεύουν το τραύμα. Η CFT εστιάζει στην καλλιέργεια κατανόησης και συμπόνιας προς τον εαυτό, μειώνοντας το άγχος και το ψυχικό βάρος που συνοδεύει το τραύμα.
Ύστερα, η Ομαδική Θεραπεία προσφέρει την ευκαιρία στα άτομα να μοιραστούν τις εμπειρίες τους με
άλλους που έχουν υποστεί παρόμοια τραύματα. Αυτό μπορεί να βοηθήσει στη δημιουργία αίσθησης
κοινότητας, αναγνώρισης και υποστήριξης. Η ομάδα μπορεί να προσφέρει αμοιβαία ενδυνάμωση, αλλά είναι απαραίτητο να παρέχεται από εξειδικευμένο θεραπευτή για να είναι αποτελεσματική.
Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως τα τελευταία χρόνια υπάρχουν ενθαρρυντικά ευρήματα στην χρήση εναλλακτικών μεθόδων για την αντιμετώπιση του τραύματος. Συγκεκριμένα, ο διαλογισμός και η ενσυνειδητότητα αποτελούν αποτελεσματικές πρακτικές για την καταπολέμηση του άγχους και των
αρνητικών συναισθημάτων που προκαλεί το τραύμα. Αυτές οι τεχνικές βοηθούν τα άτομα να εστιάσουν στο παρόν, να συνδεθούν με το σώμα τους και να διαχειριστούν το άγχος και τη συναισθηματική τους δυσφορία.
Συνδυαστικά χρησιμοποιούνται μέθοδοι όπως η θεραπεία μέσω αφήγησης ή η καλλιτεχνική θεραπεία
που επιτρέπουν στα άτομα να εκφράσουν τα συναισθήματα και τις εμπειρίες τους μέσα από την αφήγηση, τη ζωγραφική, τη μουσική ή άλλες μορφές τέχνης. Αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για όσους δυσκολεύονται να εκφράσουν τα συναισθήματά τους με λόγια.
Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις, η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα αν το
άτομο αντιμετωπίζει σοβαρό άγχος, κατάθλιψη ή μετατραυματική διαταραχή άγχους (PTSD).
Η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας εξαρτάται από τις προσωπικές ανάγκες και προτιμήσεις του
ατόμου. Συνήθως, ο συνδυασμός διαφορετικών προσεγγίσεων θεωρείται πιο αποτελεσματικός, ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Η συνεργασία με έναν εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας είναι απαραίτητη για να καθοριστεί το καλύτερο θεραπευτικό πλάνο.»

Πόσο σημαντική είναι η υποστήριξη του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος στη
διαδικασία θεραπείας του τραύματος;

« Η υποστήριξη του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος είναι εξαιρετικά σημαντική στη
διαδικασία θεραπείας του ψυχολογικού τραύματος. Η παρουσία ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος
μπορεί να επηρεάσει θετικά την πορεία της ανάρρωσης και να επιταχύνει την θεραπευτική διαδικασία.
Αναλυτικότερα, ορισμένοι από τους κύριους τρόπους με τους οποίους η υποστήριξη αυτή είναι
καθοριστική περιλαμβάνουν την δημιουργία αισθήματος ασφάλειας, την μείωση της μοναξιάς
ενισχύοντας την αίσθηση του ανήκειν, υποστήριξη σε πρακτικά ζητήματα όπως η οργάνωση της
καθημερινότητας, ενθάρρυνση για έναρξη ή συνέχιση της θεραπείας και αποφυγή περιθωριοποίησης.
Η υποστήριξη από το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον μπορεί να προσφέρει ένα σημαντικό
δίκτυο ασφάλειας, που διευκολύνει την ανάρρωση από το τραύμα. Αντίθετα, η έλλειψη υποστήριξης ή οι αρνητικές αντιδράσεις από το περιβάλλον μπορεί να επιδεινώσουν τα συμπτώματα και να δυσκολέψουν τη θεραπευτική διαδικασία. Έτσι, η ενεργή παρουσία υποστηρικτικών ανθρώπων στην ζωή του ατόμου αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επιτυχία της ανάρρωσης.»

Ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την πορεία της ανάρρωσης από
ένα τραύμα;

«Η πορεία της ανάρρωσης από ένα ψυχολογικό τραύμα μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους
παράγοντες, που αφορούν τόσο την προσωπικότητα και τις ικανότητες του ατόμου όσο και το περιβάλλον του. Οι πιο σημαντικοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την ανάρρωση είναι η φύση και η ένταση του τραύματος που ορίζονται από την βαρύτητα του τραυματικού γεγονότος, την διάρκεια του και την επανάληψη του ή μη, η ηλικία κατά την τραυματική εμπειρία, με τα παιδιά και τους εφήβους να αποτελούν ευάλωτες ομάδες. Επιπλέον, η υπάρξη ή μη ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος, το προηγούμενο ιστορικό προβλημάτων ψυχικής υγείας, η πρόσβαση σε εξατομικευμένη φροντίδα, καθώς και εξωτερικοί στρεσογόνοι παράγοντες σε συνδυασμό με πολιτισμικούς και κοινωνικούς παράγοντες μπορούν να διευκολύνουν ή να δυσχεραίνουν την πορεία του τραύματος. Τέλος, χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και συγκεκριμένα η ψυχική ανθεκτικότητα του ατόμου, δηλαδή η ικανότητα του να αντιμετωπίζει το άγχος και τις δυσκολίες επηρεάζουν την ανάρρωση. Άτομα με υψηλή ανθεκτικότητα τείνουν να προσαρμόζονται καλύτερα και να ανακάμπτουν γρηγορότερα από το τραύμα. Τα άτομα με θετική στάση απέναντι στη ζωή, αίσθηση ελέγχου και ικανότητα να διαχειρίζονται το άγχος είναι συνήθως πιο ανθεκτικά σε τραυματικά γεγονότα. Η ανάρρωση από το τραύμα είναι μια σύνθετη και εξατομικευμένη διαδικασία, που εξαρτάται από πολλούς αλληλένδετους παράγοντες. Η υποστήριξη από το περιβάλλον, η προσωπική ανθεκτικότητα, η επαγγελματική βοήθεια και οι υγιείς τρόποι διαχείρισης του τραύματος είναι κρίσιμοι για μια αποτελεσματική και επιτυχή ανάρρωση.»

Μαρία Δανιήλ
Ψυχολόγος BSc, MSc, MBPsS.
University of East London
+306949297423
| Online Συνεδρίες |

image_print

[There are no radio stations in the database]