Τα κίνητρα είναι μία βασική έννοια καθώς επηρεάζουν τη μάθηση και ενισχύουν την ανάδειξη συγκεκριμένων συμπεριφορών. Τα κίνητρα ωθούν τα άτομα σε συγκεκριμένη κατεύθυνση μέσω διεκπεραίωσης συγκεκριμένων δραστηριοτήτων και πρακτικών. Στα πλαίσια της εκπαίδευσης συνιστάται η παροχή κινήτρων καθώς συμβάλουν καθοριστικά στη βελτίωση της απόδοσης των μαθητών, στην ενθάρρυνση της αυτό- κινητοποίησής τους, στην ενίσχυση αυτοεκτίμησης και στη διαμόρφωση θετικής αυτό-εικόνας τους. Βέβαια, αυτό επιτυγχάνεται με τη κατάλληλη εφαρμογή εκπαιδευτικών πρακτικών που θα αποσκοπεί στην αύξηση των επιπέδων κινητοποίησης των μαθητών.

Τα κίνητρα αποτελούν μια πολυδιάστατη έννοια. Στην επιστήμη της ψυχολογίας υπάρχει μια ποικιλία θεωρητικών προσεγγίσεων που ανέπτυξαν διαφορετικού είδους κίνητρα. Πιο συγκεκριμένα, η ανθρωπιστική προσέγγιση έκανε λόγο για κίνητρα που οδηγούν στην αυτό-πραγμάτωση. Αυτό-πραγμάτωση σημαίνει η πλήρης ανάπτυξη και αξιοποίηση του δυναμικού του κάθε ατόμου. Η επίτευξη της αυτοπραγμάτωσης, κατά τον Maslow, προϋποθέτει την κάλυψη βασικών αναγκών. Αυτές είναι οι σωματικές ανάγκες, οι ανάγκες ασφάλειας, η ανάγκη για αγάπη και αίσθηση του ανήκειν, ανάγκη για εκτίμηση και, τέλος, για αυτοπραγμάτωση. Σημειώνεται πως ανάγκες αυτές βρίσκονται σε ιεραρχική κλίμακα, γεγονός που υποδεικνύει πως η ικανοποίησης της μία ανάγκης προϋποθέτει την εκπλήρωσης της ανάγκης στο αμέσως προηγούμενο στάδιο. Στη βάση της ιεραρχίας βρίσκονται οι σωματικές ανάγκες ως θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες. Υπό το πρίσμα της εν λόγω θεωρητικής προσέγγισης, διαπιστώνεται πως ο εκπαιδευτικός οφείλει να αναγνωρίζει τις ανάγκες του κάθε μαθητή και να κινητοποιείται αναλόγως συμβάλλοντας αποτελεσματικά στην ικανοποίηση αυτών. Ακόμη, υπογραμμίζεται η σημασία της ασφάλειας, η οποία διασφαλίζεται μέσω σταθερών διαπροσωπικών σχέσεων και καλλιέργειας θετικού και ευχάριστου κλίματος και η αίσθηση του ανήκειν που καλλιεργείται μέσω αλληλεπίδρασης και κοινωνικής αναγνώρισης. Αυτό αν εφαρμοστεί από πλευράς εκπαιδευτικού, θα συντελέσει στην αύξηση των επιπέδων επιτυχίας.

Μία άλλη θεωρητική προσέγγιση ανάγεται στον συμπεριφορισμό. Εδώ επισημαίνεται πως εξωτερικά κίνητρα όπως η επιβράβευση, η αμοιβή, η επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία αυξάνουν τη συχνότητα εκδήλωσης μιας συμπεριφοράς. Βέβαια, υπήρξαν πολλοί που αμφισβήτησαν την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής συμπεριφοριστικών πρακτικών στην εκπαίδευση. Αυτό διότι χαρακτήρισαν ως δωροδοκία την χρήση εξωτερικών ενισχυτών με σκοπό τη τροποποίηση συμπεριφοράς. Εδώ, λοιπόν, γίνεται λόγος για διαφορετικό είδος ενισχυτών που δεν αγγίζει καθόλου τα όρια της δωροδοκίας. Για παράδειγμα, σε ένα σχολικό περιβάλλον έχει διαπιστωθεί πως τα άτομα με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο σημειώνουν χαμηλές επιδόσεις και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ενδιαφέροντος. Ο εκπαιδευτικός μπορεί να προτείνει ομαδικές δραστηριότητες που θα προάγουν τη κοινωνική αλληλεπίδραση και συνεργασία. Η κάθε ομάδα πρόκειται να συμβάλλει στην επίτευξη ενός στόχου που θα είναι σημαντικός για αυτούς. Δεν αναφέρομαι σε πρωτογενείς ενισχυτές όπως καραμέλες που προσφέρονται σε παιδιά προσχολικής ηλικίας. Μπορεί να είναι δραστηριότητες, παιχνίδια, ανάθεση ηγετικών ρόλων, παραχώρηση δυνατότητας επιλογής δραστηριοτήτων κ.α.. Με αυτόν τον τρόπο διαμοιράζεται η ευθύνη και αναπτύσσεται ομαδικό πνεύμα.

Επίσης είναι μείζονος σημασίας οι εκπαιδευτικοί να κινητοποιούν το ενδιαφέρον και να διεγείρουν τη περιέργεια του μαθητή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της επιθυμίας για γνώση. Πιο συγκεκριμένα, αυτό μπορεί να επιτευχθεί όταν οι εκπαιδευτικοί λαμβάνουν γνώση των αναγκών και των επιθυμιών του κάθε μαθητή. Σταδιακά οργανώνουν δραστηριότητες με νόημα και δραστηριότητες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των μαθητών και προσφέρουν αναπτυξιακά κατάλληλες προκλήσεις. Επιπλέον, σημαντικό είναι να τους παρέχεται η δυνατότητα αυτό- αξιολόγησης. Είναι γεγονός πως η αυτό-αξιολόγηση συμβάλλει στην ανάπτυξη της αυτό-αντίληψης- ανακαλύπτοντας ο κάθε μαθητής της δυνατότητές του- και κατ’ επέκταση στην ενδυνάμωση της αυτοεκτίμησής του. Ακόμη, σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες, τα κίνητρα του κάθε μαθητή αυξάνονται όταν ο μαθητής διαμορφώνει τη πεποίθηση πως ο καθένας μπορεί να ασκήσει τον έλεγχο τη ζωή του. Σύμφωνα με την επιστήμη της Ψυχολογίας ο άνθρωπος που πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει αυτά που του συμβαίνουν θεωρείται ότι έχει «εσωτερικό κέντρο ελέγχου». Στον αντίποδα βρίσκονται τα άτομα που πιστεύουν ότι δεν έχουν τον έλεγχο στις συνέπειες των πράξεών τους. Αυτοί έχουν εξωτερικό κέντρο ελέγχου. Λαμβάνοντας αυτό υπόψιν ο εκπαιδευτικός πρέπει να ενισχύει τη προσπάθεια του κάθε μαθητή, να επισημαίνει τη κάθε του επιτυχία και να δείχνει ότι καταλαβαίνει πως ανέλαβε ο ίδιος ο μαθητής την ευθύνη. Τέλος, κρίνεται ως επιτακτική η ανάγκη ο μαθητής να αποδίδει σε πραγματικές αιτίες την αποτυχία ή την επιτυχία. Διαπιστώνεται πως ο μαθητής αξιολογεί την επίδοσή του βασισμένος σε προηγούμενες εμπειρίες. Όταν υπάρχει ιστορικό αποτυχιών, μία ακόμη αποτυχία δημιουργεί τη πεποίθηση πως “είμαι ανίκανος”. Έτσι λοιπόν το παιδί αρχίζει να αμφισβητεί τις ικανότητές του και να αποκτά χαμηλή αυτοεκτίμηση. Ο εκπαιδευτικός στο σημείο αυτό οφείλει να ενημερώσει για τις εναλλακτικές αιτίες της αποτυχίας του, όπως η έλλειψη επαρκούς προσπάθειας ή δυσκολία έργου.

Διαβάστε ακόμη:  Ένα δώρο με διάφανο περιτύλιγμα

Εν κατακλείδι, επισημαίνεται πως τα κίνητρα για μάθηση αυξάνονται όταν τίθενται ρεαλιστικοί και εφικτοί στόχοι και πραγματοποιούνται σωστές αιτιακές αποδόσεις επιτυχίας. Όλα τα παιδιά ανεξαιρέτως μπορούν να φτάσουν στο επιθυμητό στόχο. Το σχολείο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη των δυνατοτήτων τους. Υποστηρίζεται πως άτομα δεν ανέπτυξαν τα ταλέντα του, διότι δεν δέχτηκαν τα κατάλληλα εφόδια και ερεθίσματα για να καλλιεργήσουν και να αξιοποιήσουν τις ικανότητές τους. Όλα τα παιδιά μπορούν να γίνουν αυτό που θέλουν αρκεί να το πιστέψουν. Ενδείκνυται η εφαρμογή κατάλληλης παιδαγωγικής προσέγγισης που θα θέσει στο επίκεντρο το μαθητή. Δεν επιθυμούν όλα τα παιδιά να έχουν άριστες ακαδημαϊκές επιδόσεις. Υπάρχουν παιδιά με έφεση στον αθλητισμό, στη μουσική ή στη ζωγραφική, παιδιά με κοινωνικές δεξιότητες κ.α. Ο εκπαιδευτικός έχοντας γνώση των παραπάνω προσανατολίζεται στην αξιοποίηση των ικανοτήτων τους. Η αυτοεκτίμηση επηρεάζεται από τα πράγματα που θεωρούν τα παιδιά σημαντικά. Η επιτυχία για τον καθένα είναι διαφορετική.

Μαρία Τσουρέκα