Ο όρος κοινότητα, αναφέρεται σε ένα σύνολο ανθρώπων, οι οποίοι έχουν κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Τα μέλη μιας κοινότητας έχουν ή ακόμη και αναπτύσσουν σταδιακά έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας -μια ορολογία- έχουν κοινές απόψεις για ορισμένα θέματα, κοινές αξίες, νοοτροπίες και στάσεις και εφαρμόζουν, σε έναν μεγάλο βαθμό, κοινές πρακτικές. Δύνανται, επομένως, να επικοινωνούν και να συνεργάζονται μεταξύ τους και εντός αυτού του πλαισίου διαμορφώνεται η ταυτότητα της κοινότητας και αναπτύσσονται διαπροσωπικές σχέσεις τους, και συνεπώς δημιουργείται ένας κοινωνικός ιστός, ένα δίκτυο, που περιλαμβάνει σταθερότητα, κινητικότητα μελών έχοντας κάποια διάρκεια.

Επιπλέον, η εν λόγω κοινωνική οντότητα δημιουργεί ατομικό και συλλογικό γνωσιακό κεφάλαιο, καθώς τα προβλήματα που απασχολούν τα μέλη της κοινότητας συζητιούνται, απαντώνται ή και επιλύονται με τη βοήθεια των άλλων μελών αυτής.

Κατά τον Wenger, μέσα από τη συμμετοχή σε κοινές δραστηριότητες ή αλλιώς κοινότητες πρακτικής οικοδομείται η νέα γνώση -θεωρητική και πρακτική- και συντελείται η μάθηση. Εν ολίγοις, η κοινότητα πρακτικής μέσα από την αλληλεπίδραση των μελών της μετασχηματίζεται σε κοινότητα μάθησης.

Σήμερα, με την εξάπλωση της χρήσης του Διαδικτύου, o όρος «κοινότητα» επαναπροσδιορίστηκε, για να συμπεριλάβει την ψηφιακή, ηλεκτρονική, εικονική-διαδικτυακή ή Online Κοινότητα, δηλαδή που στηρίζεται στην ψηφιακά διαμεσολαβητή επικοινωνία, σύγχρονη-ασύγχρονη.

Ο Rheingold περιγράφει τις κοινότητες αυτές ως «κοινωνικές συναθροίσεις που προκύπτουν στο Διαδίκτυο, όταν οι άνθρωποι, εκφράζοντας ανθρώπινα συναισθήματα, συνεχίζουν δημόσιες συζητήσεις για επαρκές χρονικό διάστημα έως τον σχηματισμό ιστών διαπροσωπικών σχέσεων στον κυβερνοχώρο».

Διαβάστε ακόμη:  Στα ύψη η απιστία μετά το lockdown

Σύμφωνα, επίσης, με τους Smith, Johnston, Fernback και Thompson, τα βασικά συστατικά μιας επιτυχημένης «φυσικής» κοινότητας τη συνεργασία, την επικοινωνία και την προσωπική επένδυση και δέσμευση μεταξύ των μελών της, στον ψηφιακό κόσμο, η απουσία αυτών συνδυαστικά με την ανωνυμία και τη φυσική απόσταση μπορούν εύκολα να σταθούν εμπόδια και να μετατρέψουν μια ηλεκτρονική κοινότητα σε μια απλή ηλεκτρονική συνάντηση μιας ομάδας ανθρώπων που έχουν κοινά ενδιαφέροντα και επικοινωνούν χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικά μέσα.

Σε έκτακτες συνθήκες κρίσης παγκοσμίως λόγω της πανδημίας του COVID-19, οι άτυπες κοινότητες μάθησης αποτέλεσαν ένα πραγματικό σωσίβιο για τα περισσότερα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας. Στις καλύτερα προετοιμασμένες σχολικές κοινότητες υπήρχαν ήδη σε χρήση διάφορες ψηφιακές πλατφόρμες, υπηρεσίες, εκπαιδευτικά ιστολόγια, ψηφιακές τάξεις έχοντας ενεργοποιηθεί και αξιοποιηθεί μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους. Διέθεταν, δηλαδή, στη διάθεσή τους έναν ενεργό δίαυλο επικοινωνίας, ώστε να οργανώσουν την επομένη με όλα τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας, γονείς και μαθητές, δίχως να καθυστερήσουν, όταν η υπερφόρτωση του δικτύου απογοήτευε ή αποθάρρυνε τους νέους χρήστες.

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός