Πρώιμοι Ύμνοι
Ακρογωνιαίος λίθος της αποτελεί το γεγονός ότι η μουσική είναι το κατάλληλο μέσο λατρείας, όπου οι πιστοί εκφωνούν ομαδικά σύντομες φράσεις ως απάντηση –αντιφώνηση- στη στιχολογία των ψαλμών. Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να ήταν το γνωστό τοις πάσι «Σῶσον ἡμᾶς, Κύριε». Σε αυτό το σημείο αξίζει να επισημανθεί το ότι τέτοιου είδους φράσεις μετασχηματίζονται σε μονόστροφα τροπάρια, -ψάλλονταν με την αρχαία ελληνική παράδοση των «τρόπων» -, λόγου χάρη «Σῶσον ἡμᾶς, υἱὲ Θεοῦ, ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν, ψάλλοντάς σοι· Ἀλληλούϊα».

Επιπλέον, εξέχοντα χαρακτηριστικά αυτής έγκεινται τόσο στο ρυθμικό πεζό λόγο, όσο και στην απλή γλώσσα, όπως επίσης και στον αριθμό συλλαβών, καθώς και στη θέση των τόνων. Με μοναδική εξαίρεση να είναι οι ιαμβικοί κανόνες του Ιωάννη του Δαμασκηνού προορίζονταν για λειτουργική χρήση.

Ένα σαφές παράδειγμα είναι στα Προς Κολοσσαείς 3:16, Προς Εφεσίους 5:19, όπου ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τους χριστιανούς να υμνήσουν τον Χριστό με «ψαλμούς, ύμνους και πνευματικά τραγούδια».

Λειτουργική Χρήση
Στην λειτουργική ζωή της εκκλησίας εισήχθη η υμνολογία ήδη από τον 5ον αιώνα με ψαλμούς και ύμνους αφενός στον όρθρο και αφετέρου στον εσπερινό. Τα τροπάρια και τα στιχηρά, δηλαδή οι στροφές που παρεμβάλλονταν ανάμεσα στους ψαλμούς, ήταν πληθώρα, με αποκορύφωμα το αυτόμελον, τροπάριο που έχει τη δική του μελωδία και αποτελεί πρότυπο για άλλα τροπάρια.

Κοντάκιο
Το κοντάκιο πρωτοεμφανίζεται τον 4ο αιώνα μ.Χ. και ακμάζει τον 6ο αιώνα μ.Χ. με κύριο εκφραστή τον Ρωμανό Μελωδό. Πρόκειται για έναν ύμνο μελωδικό, μια ομιλία έμμετρη, που αποτελείται από πολλά τροπάρια, σύντομο προοίμιο, που ποικίλει, εφύμνιο που συνδέει συνοπτικό προοίμιο με στροφές, οίκους ή αλλιώς στροφές όμοιες έχοντας ως πρότυπο τον πρώτο, ακροστιχίδα που τους συνδέει μεταξύ τους και αποτελεί την απόδειξη για τη γνησιότητά του. Διαθέτει ρυθμοτονικό μέτρο, όπου τονίζονται πάντα στην ίδια συλλαβή οι λέξεις και είναι ίσες σε αριθμό με ομοτονία και ισοσυλλαβία, έχει επιρροές από την συριακή ποίηση και με περιεχόμενο βιβλικό, αγιολογικό ή πανηγυρικό και περιστασιακό σπανιότερα, συνεπώς πρόκειται για πιο παραστατική έκφραση. Εξέλαβε την ονομασία του χάρη στο μικρό κοντάρι γύρω από το οποίο τυλιγόταν η περγαμηνή, που γραφόταν ο ύμνος.

Διαβάστε ακόμη:  Στην εποχή του θεαθήναι

Ακάθιστος Ύμνος
Πρόκειται για κοντάκιο, με αλφαβητική ακροστιχίδα. Οι οίκοι που λήγουν σε περιττό αριθμό, είναι εκτενέστεροι, περιέχουν τους γνωστούς χαιρετισμούς και τελειώνουν με το εφύμνιο «Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε». Από την άλλη, οι οίκοι που λήγουν σε άρτιο αριθμό είναι συντομότεροι, δεν περιέχουν χαιρετισμό και ολοκληρώνονται με το εφύμνιο «Ἀλληλούια». Κάποιοι από τους επικρατέστερους συγγραφείς είναι, μεταξύ άλλων, ο Σέργιος Α΄, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 610-638, ο Γερμανός Α΄, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 715-730 και ο Κοσμάς ο Μελωδός.

Κανόνας
Απεναντίας, ο κανόνας εμφανίζεται και αντικαθιστά το κοντάκιο κατά τα τέλη του 7ου αιώνα μ.Χ. παρακμάζοντας ήδη από τον 11ο αιώνα μ.Χ.. Αποτελούμενος από 9 ωδές έχει έναν μόνο ειρμό, που κάνει λόγω για τον Μωυσή, και πολλά τροπάρια που μιλούν εξίσου για βιβλικά θέματα, αποδίδοντάς τα ποιητικά. Έχει μεγαλύτερη ελευθερία σύνθεσης και είναι πιο στοχαστικός και θεολογικός, παρά την ανελευθερία ανάπτυξης των θεμάτων, καθώς περιορίζεται από βιβλικές ωδές, ενώ σε κάθε μια από αυτές, μεταβάλλεται και η μελωδία. Το τελευταίο τροπάριο κάθε ωδής του αναφέρεται στη Θεοτόκο και ονομάζεται «Θεοτοκίο».

Ακμή – Παρακμή
Από τον 8ο και τον 9ο αιώνα μ.Χ. έχει αφετηρία η μεγάλη ακμή, ενώ από τον 10ο αιώνα μ.Χ. παρατηρείται η παρακμή, όπως επίσης και η τυποποίηση, διότι γράφονται ύμνοι «προσόμοιοι». Οι τελευταίοι διαθέτουν ελάχιστη πρωτοτυπία χωρίς νέες υμνογραφικές μορφές.

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός