Είναι αλήθεια!!! Μπήκαμε στην δεύτερη φάση καραντίνας. Μέσα σε όλα αυτά θα μου λείψει το φαγητό το “φαγητό της μαμάς”. 

Μπορεί να μην μένω μαζί τους πλέον, θυμάμαι την πρώτη ερώτηση όταν θα πάω να τους επισκεφτώ. «Τι να σου μαγειρέψω», «Τι να σου κάνω να φας», «Τι επιθυμεί η ψυχούλα σου να σου κάνω», «Ε βρε παιδί μου, δεν είναι κόπος, πες τι θέλεις», «Θα σου κάνω κάτι να φας για να καρδαμώσεις», «Άσε τις δίαιτές, θα σε κάνω να φας»

Αυτή η μυρωδιά του φρέσκομαγειρεμένου φαγητού σημαδεύει τα παιδικά, τα εφηβικά μου χρόνια. Τόσο γλυκιά, τόσο μεθυστική, ζεστή, τόσο οικεία,  η δικιά μου μαμά μαγειρεύει πιο καλά απ΄ όλες. Μπορεί να μην την απονέμω την πρώτη θέση, η δεύτερη όμως  δικαιωματικά της ανήκει. Ακόμη και τώρα, έχω το δικό μου νοικοκυριό, μαγειρεύω εγώ η ίδια φροντίζοντας ιδιαιτέρως την βρώση μου, όμως τα φαγητά μου δεν είναι τόσο νόστιμα σαν της μαμάς μου, γιατί;

Για την μαμά η παρασκευή φαγητού είναι ιεροτελεστία. Πρέπει από την προηγούμενή να σκεφτεί τί θα μαγειρέψει, να κάνει γκάλοπ τι θέλουν τα μέλη της οικογενείας. Την άλλη μέρα αφού πρώτα πιει το καφεδάκι της, ελληνικό, να υπολογίσει την ώρα που θα έρθουμε πεινασμένοι, ώστε να μας προσφέρει ένα πιάτο ζεστό, νόστιμο φαγητό. Να συνοδεύσει το φαγητό με φρεσκοκομμένη σαλατούλα, με φρέσκο ψωμάκι και για το τέλος πάντα το χειροποίητο γλυκάκι. Αλλοίμονο εάν δεν μας αρέσει, γκρεμίστηκε ο κόσμος όλος.

Πόσο την ευχαριστούσε να μας βλέπει να μην αφήνουμε μπουκιά και να ζητάμε και δεύτερο! Όσο σκέφτομαι τα καμώματα μου, όταν κάτι έλειπε από το φαγητό ή όταν δεν μου άρεσε επειδή ήταν πολύ ζεστό,. Απαγορευμένο είδος στο τραπέζι το φαγητό δεύτερης ημέρας ή το ξαναζεσταμένο.  

Η Κυριακή ήταν η μέρα του φούρνου, κοτόπουλο λεμονάτο με πατατούλες, η καφεδάκια με ρύζι στο φούρνο και το Σάββατο ψαράκι γιατί είχε λαϊκή, στην γειτονιά. Ημέρα χαράς στο σπίτι ήταν όταν άνοιγε φύλλα πίτας και μας παρότρυνε να την βοηθάμε, όταν πλάθαμε κουλουράκια μαζί της σε διάφορα σχέδια. Η προετοιμασία των τσουρεκιών ήταν η απόλυτη τελετή, ήθελε κατάλληλη θερμοκρασία στο δωμάτιο, μαστοριά στο πλάσιμο, να μην παιδέψει πολύ το ζυμάρι ώστε να γίνει μαστηχωτό. Όταν την έβλεπα να το πλάθει το παρομοίαζα με μωράκι που το αλείφουν λάδι. Η δική μου αποστολή ήταν να χτυπάω στο γουδί τα μπαχαρικά, μαχλέπι, κακουλέ και μαστίχα. Τώρα, αισθάνομαι μεγάλη ικανοποίηση όταν βλέπω την αδελφή μου, να έχει δώσει την ίδια εμπειρία στα παιδία της και να τους γεμίζει με εικόνες που είχαμε και εμείς από την μαμά μας.

Διαβάστε ακόμη:  Αλλαγή ώρας: Από πότε, γιατί (και ως πότε θα) είναι στην ζωή μας;

Όταν πηγαίνω στο χωρίο, εκεί που ζουν πλέον, ήδη από την αυλή μου σπάει την μύτη το φαγητό της μανούλας μου. Τα ταπερακια συνήθως είναι XXL μεγέθους, για να χωράνε όλο το ταψί, γεμιστά, σαρμαδάκια, μοσχαράκι στο φούρνο, μπιφτέκια, αβγά βραστά από τις κότες της γειτόνισσας,  μαμαδιστικες μαρμελάδες, σάλτσα ντομάτα, τραχανά και γιφκα. «Αχ, μανούλα μου πόσο σε ευχαριστώ», «Γιατί παιδάκι μου;» μου απαντά. Τι να της εξηγήσω; Το θεωρεί υποχρέωση της, όμως είναι μία δήλωση αγάπης, που κάποτε την θεωρούσα δεδομένη. Όσο περνούν τα χρόνια πόσο το εκτιμώ, πόσο σπάνιο και πολύτιμο μου φαντάζει, να τρώω το φαγητό της.

Γλυκαίνει η ψυχή μου, δεν με ταΐζει με το φαγητό της, αλλά με αγάπη, στοργή, αυτοθυσία, σεβασμό, και συνεχόμενη δοτικότητα. Αυτό είναι το μυστικό της. Αυτό κάνει «το φαγητό της μαμάς» ανυπέρβλητα νόστιμο. Βάζει όλη της την ψυχούλα μέσα και μας το προσφέρει απλόχερα, όπως τότε που μας θήλαζαν μωράκια.

Βλέπω μια διαφήμιση που πρωταγωνιστεί ένα αγοράκι και μιλάει με ένα διάσημο σέφ. Του εξηγεί για ποιο λόγο το κέικ του, δεν είναι το ίδιο με της μαμάς του.  Είναι από τις αγαπημένες μου διαφημίσεις και καταλαβαίνω τον λόγο.

Βέβαια στο «φαγητό της μαμάς» θα προσθέσω και τα πιάτα που μας έφερνε η γειτόνισσα μας. Όταν άκουγα αυτό το μαγικό κουδούνι και περίμενα να ακούσω την φωνή της να μας λεέι «έκανα μπουρεκάκια και σας έφερα λίγα, να δοκιμάστε να μου πείτε πώς έγιναν», σοκολατένιο κέικ πασπαλισμένο με σοκολάτα, μηλόπιτα, πίτσα… Η μητέρα μου προσπαθούσε να την συναγωνιστεί, γιατί όπως έλεγε ήταν «χρυσοχέρα», και ότι έφτιαχνε πετύχαινε απόλυτα. Μόνο χαρά μου έδινε, γιατί το σπίτι μας είχε γίνει το καλύτερό εστιατόριο με όλες τις γεύσεις, από την μαμά και από τις γειτόνισσες. Άλλαζαν συνταγές, κρατούσαν σημειώσεις σε ένα τετράδιο. Θυμάμαι δύο βιβλία μαγειρικής ,με υπέροχες γυαλιστερές εικόνες και το μπλε τετράδιο που κρατούσε τις συνταγές της.

Για αυτούς τους λόγους το μαμαδιστκο φαγητό είναι αξεπέραστο!!! Γιατί όπως λέει και ο μικρούλης στην διαφήμιση « Κύριε Αποστολάκη, καλό και το δικό σας κέικ δεν λέω,  αλλά σαν της μαμάς μου δεν έχει»

Ένα πιάτο φαγητό θα μας χορτάσει, το φαγητό της μαμάς μας θα μας ξυπνήσει ή θα μας δημιουργήσει μνήμες!!!

Μαρία Ζαμπίδου