Στο έργο του Ζερικώ «Σχεδία της Μέδουσας» συγκεφαλαιώνονται όλες οι κατακτήσεις του ρομαντισμού. Αφορμή για τη δημιουργία του έργου στάθηκε η αναφορά ενός από τους διασωθέντες του ναυαγίου της Φρεγάτας Μέδουσας που δημοσιεύτηκε το 1817.

Το πλοίο ανήκε σε μοίρα του γαλλικού στόλου και ταξίδευε για τη Σενεγάλη. Διοικητής του ήταν ένας άπειρος ναυτικός (H. D. de Chaumereys) που ανέλαβε τη θέση χάρη στη γνωριμία του με τον αδελφό του βασιλιά Λουδοβίκου του 18ου.

Εξαιτίας κακής πλοήγησης το πλοίο προσάραξε στη δυτική ακτή της Αφρικής κοντά στη σημερινή Μαυριτανία. Οι προσπάθειες αποκόλλησης δεν τελεσφόρησαν και αποφασίστηκε η εγκατάλειψή του με σωσίβιες λέμβους, οι οποίες ήταν ανεπαρκείς για τους 400 περίπου επιβαίνοντες. Κατασκευάστηκε μια σχεδία που θα δενόταν στις λέμβους ώστε να ρυμουλκηθεί ως την ακτή και πάνω σε αυτή επιβιβάστηκαν 150 άτομα, αλλά τα σκοινιά πρόσδεσης κόπηκαν αφήνοντας τη σχεδία στην ανοιχτή θάλασσα.

Τα τρόφιμα ήταν ελάχιστα και ο χώρος δεν επέτρεπε στους επιβαίνοντες να κινηθούν. Κάποιοι παρασύρθηκαν από τα κύματα, ενώ από την τρίτη μέρα παρουσιάστηκαν κρούσματα κανιβαλισμού. Τις επόμενες μέρες, άρρωστοι και τραυματίες πετάχτηκαν στη θάλασσα για να εξοικονομηθούν τα ελάχιστα διαθέσιμα εφόδια. Η σχεδία έπλεε ακυβέρνητη για 13 μέρες, ώσπου βρέθηκε κατά τύχη και περισυνελλέγη από το πλοίο Argus. Από τους 150, μόνο οι 10 επέστρεψαν ζωντανοί. Η γαλλική κυβέρνηση κατηγορήθηκε για τον διορισμό του Chaumereys και για τα ελλιπή σωστικά μέσα.

Διαβάστε ακόμη:  Καλλιτέχνης γιατί ;

Ο ζωγράφος θέλησε να καταγράψει το θλιβερό γεγονός και επέλεξε τη στιγμή που οι ελάχιστοι εναπομείναντες ζωντανοί αντικρίζουν το πλοίο της σωτηρίας τους και προσπαθούν με απελπισμένες κινήσεις να τραβήξουν την προσοχή του. Πρόθεσή του ήταν να σχολιάσει το πρόβλημα της ανθρώπινης ευθύνης και αδυναμίας και με αυτό το έργο παρουσίασε την σύγχρονη πραγματικότητα χωρίς ρητορεία και ψεύτικο μεγαλείο, απεικονίζοντας απλούς ανθρώπους που αγωνίζονται να επιβιώσουν.

Η παράσταση ανοίγει αριστερά με τις σωρούς των νεκρών και τον πατέρα που κρατάει στην αγκαλιά το άψυχο σώμα του παιδιού του, κοιτάζοντας το κενό και μένοντας αδιάφορος για όσα διαδραματίζονται γύρω του. Στο μεσαίο τμήμα εικονίζονται οι μορφές που ανασηκώνονται για να δουν το πλοίο και στα δεξιά μια τελευταία ομάδα ανθρώπων, που χειρονομούν και ανεμίζουν πανιά για να γίνουν αντιληπτοί από το πλοίο που εικονίζεται στο βάθος. Την τραγωδία εντείνουν όχι μόνο τα πτώματα, αλλά και η επιλογή των ψυχρών χρωμάτων, καθώς και οι έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς που συνθέτουν μια απόκοσμη ατμόσφαιρα.

Τέλος, η σύνθεση βασίζεται σε διαγώνιους άξονες και στις δύο πυραμίδες που σχηματίζουν οι ανθρώπινες μορφές. Ο ωμός ρεαλισμός του θέματος, που αποδόθηκε σε έναν πίνακα τεράστιων διαστάσεων (4,91×7,16) προκάλεσε εντύπωση και αμηχανία στο κοινό για τους αιχμηρούς πολιτικούς του υπαινιγμούς.

*Οποιαδήποτε αναπαραγωγή,επεξεργασία,αντιγραφή του παρόντος χωρίς την άδεια της συντάκτριας,διώκεται ποινικά.