Στην Ελλάς του Δυο Χιλιάδες…είκοσι.

Written by on 30/06/2020

image_print

Ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας οι νέοι «ρομαντικοί»: κάπου το χάσαμε μουσικά.
Κάπου μπλέξαμε κι εμείς μέσα στους νεοτερισμούς της ευκολίας, κάπου ψάχνουμε απελπισμένοι μια «παλιά» νότα να μας οδηγήσει προς το μέλλον. Και στραμμένοι πάντοτε παρελθοντικά, αναστενάζουμε στο παρόν ένα «γιατί;».
Κάπως έτσι νοιώθω εγώ. Η λογική λέει ότι καμία άποψη δεν μπορεί να έχει μόνον έναν υποστηρικτή, όσο τρελή κι αν ακούγεται.
Κάπου το χάσαμε μουσικά. Ποιος ξέρει γιατί ;
Ίσως γιατί το μάτωμα των δαχτύλων από μια κιθάρα ή οι κάλοι στην παλάμη ενός ντράμερ έπαψαν να συγκινούν τα αυτιά μας. Ίσως θέλαμε μια αλλαγή. Ίσως κουραστήκαμε να ταυτίζουμε τα βαθειά μας συναισθήματα με τη μουσική. Ίσως να σπανίζουν πια και τα βαθειά συναισθήματα.

Το άρθρο αυτό δεν είναι οχετός κατά της μοντερνοποιημένης μουσικής κοινωνίας που αναπτύσσεται γύρω μας. Ποιος είμαι εγώ για να «κράξω» ; ο Μπετόβεν ; μουσικά είμαι απαίδευτος, τις επτά νότες ξέρω. Και δυο-τρεις απ’ τις διέσεις. Μουσικό αυτί ας πούμε ότι έχω. Ας το πούμε για να αποκτήσω ένα μηδαμινό κύρος να συνεχίσω να γράφω. Όχι, ως μουσικός δε μιλάω σε καμία περίπτωση. Ίσως να’ μαι κι ο μόνος της οικογένειάς μου που να μην μπορεί να μιλήσει ως μουσικός. Σε ένα τραγούδι, οι υπόλοιποι είχαν πάντοτε την ικανότητα, αλλά και την εσωτερική ανάγκη αν θέλετε, να ανιχνεύουν τη μελωδία και να την περνούν σε μια κιθάρα, σε ένα πιάνο ή στο λαρύγγι τους. Εγώ όχι. Εγώ πάντοτε κέντραρα στις λέξεις. Περπάταγα με τα ακουστικά στον δρόμο και η κάθε λέξη ταξίδευε απ’ το hands-free στο αυτί, απ’ το αυτί στο μυαλό. Κι εκεί δημιουργούσε μια ιστορία, κάθε φορά και άλλη. Συγχωρήστε με εάν άρχισα να μιλάω για’ μένα, δεν έχω τέτοια ανάγκη άλλωστε. Είναι απλώς ένας πρόλογος για να πω ότι ο αρθρογράφος τούτου εδώ ασχολείται με τη στιχουργική. Αυτό. Και σε αυτό ίσως και να εστιάσουμε σήμερα.

Ας πάρουμε ως δεδομένο για μια φορά-ας μη χρειαστεί να το επιχειρηματολογήσω και αυτό, σας παρακαλώ- ότι το ελληνικό τραγούδι έχει βασιστεί στους στίχους όσο καμία άλλη εθνική μουσική. Κι άντε, για να μην είμαι κι άδικος, είναι στο τοπ 3 σίγουρα. Η ελληνική μουσική και η ελληνική μελωδία ήταν πάντοτε εξαρτημένες από τις λέξεις κι απ’ τους στίχους που τις εμπλούτιζαν. Και είναι αλήθεια ότι στην ελληνική μουσική δεν παρατηρούμε τέτοιο πλήθος ‘’soundtracks’’ ή ‘’instrumentals’’, όπως πχ στην Αμερική. Εδώ, η ωραία μελωδία, αυτούσια ένοιωθε την ανάγκη να ζευγαρώσει με μια ωραία λέξη, μια ωραία φράση, έναν ωραίο στίχο. Παρέα μαζί χόρευαν γύρω απ’ τις χορδές ενός μπουζουκιού, μιας κιθάρας, ενός μπαγλαμά και φυσικά ενός ερμηνευτή.
Καλώς ή κακώς, κάνοντας μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν, μπορούμε εύκολα να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα που επιβεβαιώνει, αν θέλετε, το πόσο εθισμένη ήταν η μουσική μας στη στιχουργική: τα είδη της ελληνικής μουσικής ως βασική ειδοποιό διαφορά έχουν τον στίχο. Τι εννοώ ;
Σε τι διαφέρει το ρεμπέτικο απ’ το λαϊκό ; Στην πλειονότητα των ασμάτων που τα συνοδεύουν κυριαρχούν τα ίδια μουσικά όργανα. Εύλογα παρατηρούμε τις διαφορές μεταξύ του «μαγκιόρικου» ρεμπέτικου, που μίλαγε για βαποράκια και μάγκες, με το πονεμένο, προσφυγικό λαϊκό.
Η διαφορά πάντα ήταν στο τι «ήθελες» να πεις εσύ, ο καλλιτέχνης. Ίσως σήμερα σημασία να έχει το τι θέλει να ακούσει ο ακροατής.
Η κοινωνία πάντα επηρεάζει και επηρεάζεται απ’ την τέχνη. Είναι ένας κύκλος. Ένα μεγάλο «σουξέ» θα δημιουργήσει ακόλουθους. Οι ακόλουθοι θα δημιουργήσουν ένα μεγάλο «σουξέ».
Δεν είναι κακό ο καθένας να ακούει ό, τι θέλει. Αυτή άλλωστε είναι και η ομορφιά της ελευθερίας. Ονομάζεται «γούστο» και απαιτεί το να μην υπάρχει τίποτα (μα τίποτα) στη ζωή και στη φύση που να αρέσει σε όλους.
Εμείς όμως, οι άπληστοι ρομαντικοί, αναζητούμε κάτι άλλο. Αναζητούμε κάτι παλιό. Αναζητούμε, όπως είπα και στην αρχή, το «μάτωμα». Τη δυσκολία. Την αλήθεια-η πιο σωστά, την αληθινότητα (δική μου λέξη ; δεκτό).

Αναζητούμε λόγια που, όσο κλισέ κι αν είναι αυτή η φράση, έβγαιναν απ’ την ψυχή, ενός φουκαρά που είχε την ατυχία να πονάει τόσο πολύ. Ναι… αλλά αυτός ο πόνος τον έκανε καλλιτέχνη. Δε θέλω να παρεξηγηθώ, δεν είναι ο πόνος και η λύπη τα μόνα κριτήρια για την καλλιτεχνία. Είναι ένα παράδειγμα για να εξηγήσω τα «αληθινά συναισθήματα».
Καλώς ή κακώς ζούμε σε μια εποχή «ευκολίας». Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Η τεχνολογία βοηθά απίστευτα στο να μπορεί να προωθηθεί και να μαθευτεί κάποιος ή κάτι. Έχει όμως κι ένα μεγάλο μειονέκτημα. Αποβάλλει πολύ κόπο. Παραπάνω απ’ όσο θα’ έπρεπε. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τον Πουλόπουλο, να μην πήγαινε κάθε μέρα στα διαλείμματα του απ’ τις οικοδομές, στο διπλανό «στούντιο», να προσπαθεί να τους πείσει να τον δοκιμάσουν. Και μετά από τόσο «πρήξιμο» να ακούνε μια φωνή που να τους οδηγεί στο να του κάνουν δίσκο κατ’ ευθείαν. Δε θέλω να παρεξηγηθώ, δεν επαινώ τις δυσκολίες. Ίσως όμως και να’ ναι αυτές που κρίνουν τελικά το πόσο το θέλει κάποιος αυτό που κάνει και το πόσο καλός πραγματικά είναι.
Ως στιχουργό, οι σημερινές λέξεις των τραγουδιών δε με συγκινούν. Να πω ψέματα ; βρήκα ένα βήμα να πω τον καημό μου. «Γράψε εσύ καλύτερους» θα μου πει κάποιος. Δίκιο θα’ χει. Πραγματικά θα’ χει δίκιο. Και θα’ χει δίκιο για έναν και μόνο λόγο: γιατί στην αρχή της παραγράφου είπα «ως στιχουργό». Μου επιτρέπετε να το διορθώσω ; Ως ακροατή, καλώς ή κακώς δε με συγκινούν. Κι ο λόγος που το λέω δεν είναι για να «κράξω». Είναι για να προσπαθήσω να «βελτιώσω». Ελπίζω να έδωσα τροφή για σκέψη. Μέχρι την επόμενη φορά, ακούστε με το μυαλό και την καρδιά σας.

image_print

CityVibes.gr

Read, Listen, Feel

Current track

Title

Artist


 



Current show









 



Current show