Πώς το λέτε εσείς εδώ; Γιατί ξεχνάω πώς το λέμε εμείς εκεί..

από την ταινία “η θεία από το Σικάγο

Η λαλιά των πρώτων Ελλήνων μεταναστών στο εξωτερικό, που προσάρμοσαν ξένες λέξεις στα “ελληνικά”, ελληνικούρες δλδ, για  να συνεννοούνται μεταξύ τους!!

Συχνά θυμάμαι τη μητέρα μου, στη Γερμανία που έλεγε “πάω κάτω στην κέλα να πάρω κάτι” 

Keller , προφέρεται κέλα, καθώς το ρ δεν ακούγεται και σημαίνει αποθήκη! (Κελάρι επίσης..)

-“Πήγαινε στην αποτέκα να πάρεις τα φάρμακα”

Apotheke, το φαρμακείο στα γερμανικά!

-“Την τάδε την έκαναν σήμερα κίντικο στη δουλειά”

Kündigung, η απόλυση.

-Η κάσα , από το kasse, το ταμείο.

-Ο μαέστρος, από το Μeister, ο μάστορας, ο τεχνίτης.

-Τζιντζινιέρης, ο μηχανικός, από το ingenieur.

-Πούτσεν, το καθάρισμα, από το putzen..!

-Απτάϊλο, στην πτέρυγα του εργοστασίου, από το abteilung.

“Είχαμε μια καινούρια Ελληνίδα στο απτάιλο σήμερα που δεν ήξερε γρι γερμανικά και μόλις ο μαέστρος της είπε να κάνει πούτσεν τη μηχανή της, έβαλε τα κλάματα, νόμιζε πως της είπε κάτι πρόστυχο..”

-Ο φοραρμπάιτ, ο προϊστάμενος, από το Vorarbeiter.

-Η στόγια, η εφορία , από το Steuer

-Το τιφ, το δικό μας ΚΤΕΟ, από το TÜV.

“Ήρθε το χαρτί από τη στόγια σήμερα και πρέπει να πάμε και το αμάξι στο Τιφ…”

Έτσι μιλούσαν και στη καθημερινότητα τους είχαν βάλει μέσα λέξεις γερμανικές προσαρμοσμένες με το δικό τους τρόπο.

Ακόμη κι όταν ερχόμασταν Ελλάδα τα καλοκαίρια πετούσαν τις γερμανικούρες κι είχε πολυ γούστο..

“Δεν έφυγε ακόμη για διακοπές η Λίτσα, γιατί βγήκε κρανκ απ’ τη δουλειά της..ο γιατρός την έστειλε στα κούρα” έλεγε η μητέρα μου..

Διαβάστε ακόμη:  Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο;

Δλδ “πήρε αναρρωτική και πήγε σε λουτρά”..οι θείοι στο χωριό δεν καταλάβαιναν κι εγώ έκανα τη μετάφραση…

Το ίδιο βέβαια συνέβαινε και σε άλλα μέρη όπου μετανάστευσαν Έλληνες!

Πχ στην Αμερική όπου εκεί και σήμερα πιστεύω έτσι μιλάνε μπερδεμένα τα ελληνικά με αγγλικούρες..

-Μπιλοζίρια (below zero): ο όρος περιέγραφε τις χειμωνιάτικες θερμοκρασίες κάτω του μηδενός. «Πλακώσανε τα μπιλοζίρια»

-Φριζάρανε τα λέκια (the lakes have frozen): όταν τα μπιλοζίρια κρατούσαν για μέρες, τότε θα άκουγες πιθανότατα αυτή τη φράση, που σήμαινε ότι πάγωσαν οι λίμνες.

-Πλαμαδόρος (plumber): και ποιον θα καλούσες να φτιάξει τις σωληνώσεις που είχαν παγώσει; Μα τον πλαμαδόρο φυσικά, τον υδραυλικό, συχνότατα και «πλάμας»

-Κουκομπούκ (cookbook): ο γνωστός μας τσελεμεντές.

-Μαρκέτα (market): παρά το γεγονός ότι οι έποικοι είχαν τη δική τους ωραιότατη ελληνική λέξη «αγορά» επικράτησε τελικά το εξελληνισμένο «μαρκέτα»

-Ρούφι (roof): η στέγη.

-Στέκι (steak) το κρέας.

-Κάρο (car): το αυτοκίνητο

-Σιτιχόλι (city hall): το δημαρχείο.

-Ελεβέτα (elevator): ο ανελκυστήρας

-Φρίτζι (fridge): το ψυγείο

-Μόλι (mall): το εμπορικό κέντρο

-Φλόρι (floor): ο όροφος

-Μιστέκια (mistakes): τα λάθη.

-Μπόσης (boss): το αφεντικό.

– Δεν μουβάρει: δεν κινείται (move).

Δεν μπορώ να μη θυμηθώ χαρακτηριστική σκηνη με τη Βασιλειάδου στο “θεία από το Σικάγο”

Όταν μετά το πρώτο κανάτι που έριξε έλεγε στο νεαρό “θύμα” :
” είμαστε βερι βερι..πως το λέτε εσείς εδώ , γιατί ξεχνάω πώς το λέμε εμείς εκεί, βερι χολοσκασμένες, καμ πληζ πληζ..”


Σοφία Άγγελος