Η γλωσσική ταυτότητα των ελληνικών λειτουργικών κειμένων, δηλαδή όλων εκείνων των αναγνωσμάτων που διαβάζονται εντός της Θείας Λειτουργίας της εκκλησίας, διαθέτει υψηλό γλωσσικό επίπεδο, καθώς πρόκειται για έννοιες απαράμιλλες και ανώτερου πνευματικού υποβάθρου, με πλούσιο λεξιλόγιο και χαρακτήρα ανανεωτικό και εκσυγχρονιστικό. Εκφράζει, επίσης, λεπτές θεολογικές έννοιες και εμπειρίες συνδέοντας άρρηκτα λόγο και σκέψη.

Παρατηρείται ευρύτατη έκταση τόσο της καταγραφής, όσο και της σύνθεσης, με τις Ευαγγελικές περικοπές να λαμβάνουν χώρα ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ., όπως αντιστοίχως τα υμνογραφικά κείμενα μέχρι και σήμερα. Πρόκειται για κείμενα πεζά, ποιητικά, αφηγηματικά και λυρικά.

Στα βιβλικά λειτουργικά αναγνώσματα, όπως στις προφητείες, πρωτότυπη γλώσσα είναι η εβραϊκή. Ακρογωνιαίος λίθος αποτελεί το γεγονός ότι η μετάφραση των Εβδομήκοντα διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις ανάγκες των ελληνόφωνων Εβραίων της διασποράς, κάτι το οποίο κατά επέκταση υιοθέτησε η ελληνόφωνη Ανατολή.

Τα Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα, κάνουν λόγο για την γλωσσική πραγματικότητα της εποχής που έζησε και έδρασε ο Χριστός, καθώς και για το υφιστάμενο αφενός πολιτιστικό και αφετέρου γεωγραφικό περιβάλλον.

Διαβάστε ακόμη:  Οι Εγκρεμνοί της Λευκάδας

Η ελληνική γλώσσα επωμίστηκε την ευθύνη της καταγραφής, αλλά και της διάδοσης αρχικά του χριστιανικού μηνύματος. Σε αυτήν έχει καταγραφεί ο μεγαλύτερος όγκος της πρωτότυπης χριστιανικής σκέψης. Καθιστώντας το το πνευματικό αντίδωρο του Χριστιανισμού απέναντι στη γλώσσα που κατέγραψε το μήνυμά αυτού και το έκανε κτήμα όλης της Οικουμένης.

Σύμφωνα με τον Έρασμο, δεν νοείται θεολόγος που να μην γνωρίζει Ελληνικά.

Συνεπώς, διατηρήθηκε ζωντανή στους κόλπους της εκκλησίας η ελληνική γλώσσα σε όλες τις μορφές της, από την ομηρική διάλεκτο μέχρι και τη λαϊκότροπη ομιλούμενη των μεταβυζαντινών χρόνων.

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός