Η εποχή που διανύουμε είναι δύσκολη. Το ξέρεις, το ξέρω. Η πανδημία καλά κρατεί και είναι ακόμη αβέβαιο και θολό το πότε θα αφήσουμε μια και καλή την όλη αυτή κατάσταση πίσω μας.
Το mini lockdown ήδη είναι σε ισχύ για εμάς τους εντός Θεσσαλονίκης και είναι πολύ πιθανό να ξαναζήσουμε ένα καθολικό lockdown απ’ άκρη σ’ άκρη στη χώρα, κάτι το οποίο απεύχομαι φυσικά να συμβεί.
Η όλη κατάσταση που ζούμε αυτή τη στιγμή αλλά και οι ιστορίες καθημερινής τρέλας που συναντώ παντού σχεδόν πλέον αλλά κυρίως στη δουλειά μου, έφερε στο μυαλό μου κάποια από τα γνωστότερα πειράματα που συγκλόνισαν κι έμειναν στην ιστορία.
Η αναζήτηση με οδήγησε και σε πολλά ακόμη που δεν γνώριζα.
Αξίζει λοιπόν μια μνεία σε αυτά.

Πολλά από αυτά έχουν μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη, είτε ως μια ολοκληρωμένη και καλοστημένη παραγωγή, είτε με τη μορφή ντοκιμαντέρ.
Μιας και η κατάσταση είναι περίεργη και πολλοί θα περάσουν αρκετούστικο χρόνο σπίτι τους απ’ ότι φαίνεται, αξίζει να μάθουμε για αυτά μιας κι έχουν πολύ food for thought να δώσουν όπως λεν και στο χωριό μου.

Το πείραμα του Στανφορντ έχει πραγματικά άπειρο υλικό για να μελετήσει κανείς. Θα έλεγα ότι είναι από τα γνωστότερα στο είδος του.
Είναι ένα πείραμα που δημιούργησε περισσότερα ερωτήματα από αυτά που τελικά κατάφερε να απαντήσει.
Ταινίες, ντοκιμαντέρ, υλικό στο youtube, αυθεντικό οπτικοακουστικό υλικό, αμέτρητα άρθρα προς μελέτη, τόσο επιστημονικά όσο και θεωρίες κάθε είδους.
Εγώ θα σταθώ μόνο στα εξακριβωμένα γεγονότα του πειράματος και την μεταφορά του εντός κινηματογραφικών αιθουσών.

Οι ομοιότητες που θα συναντήσει κανείς με το σήμερα ίσως πολλές, ιδίως την δεδομένη χρονική περίοδο, ίσως και κάθε χρονική περίοδο, όπως και στα περισσότερα πειράματα που αφορούν την ανθρώπινη συμπεριφορά και ψυχολογία. Είναι το διαχρονικά ακατέργαστο ένστικτο του ανθρώπινου είδους όταν χαλαρώνουν ή απουσιάζουν οι συνηθισμένοι κοινωνικοί ρόλοι και κοινωνικές αξίες που μπορεί να βάζουν φρένο σε πρωτόγονες συμπεριφορές κι ένστικτα.


Οι ηθικές επιπτώσεις αυτής της μελέτης εξακολουθούν να συζητιούνται σε κολέγια, πανεπιστήμια και προπτυχιακά μαθήματα ψυχολογίας ανά τον κόσμο αλλά και σε όσους αρέσκονται να παρατηρούν την συμπεριφορά του ανθρώπου μέσα στην δομή της δημιουργίας του.

Το πείραμα φυλάκισης του Σταντφορν -The Stanford Prison Experiment– είναι απ’ τα γνωστότερα πειράματα στην ιστορία της κοινωνικής συμπεριφοράς και ψυχολογίας και αφορά τις επιπτώσεις που επιφέρει η μετατροπή ενός απλού, καθημερινού ανθρώπου σε δεσμοφύλακα ή φυλακισμένο.

Το «πείραμα της φυλακής» διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο του Stanford από μια ερευνητική ομάδα με επικεφαλή τον καθηγητή ψυχολογίας Φίλιπ Ζιμπάρντο (Philip Zimbardo) το 1971 και στο οποίο έλαβαν μέρος φοιτητές διαφόρων σχολών. Η αναζήτηση των εθελοντών έγινε μέσω αγγελίας σε τοπική εφημερίδα και δίνονταν 15 δολάρια ημερησίως (περίπου 100$ στο σήμερα) για την συμμετοχή τους.
Ο Ζιμπάρντο είχε τον ρόλο του επιθεωρητή της φυλακής.

Η αγγελία για την εύρεση εθελοντών σε τοπική εφημερίδα.

Η επιλογή.
Στο υπόγειο της σχολής δημιουργήθηκε μία εικονική φυλακή. Οι 24 φοιτητές που επιλέχθηκαν από τους 70 περίπου που δήλωσαν αρχικά ενδιαφέρον, χωρίστηκαν σε 2 ομάδες.
Για την επιλογή των υποψηφίων έγιναν διαγνωστικές συνεντεύξεις, εξετάσεις, τεστ προσωπικότητας και ψυχοσύνθεσης ώστε να υπάρχει πλήρη απουσία ποινικού μητρώου, χρήσης ναρκωτικών, ιατρικών αλλά και ψυχολογικών προβλημάτων.
Οι υποψήφιοι ήταν άντρες, κυρίως μεσαίας τάξης.
Οι ομάδες δημιουργήθηκαν με τυχαίο τρόπο μετά την ρίψη ενός κέρματος. Το «Κορώνα ή γράμματα» καθόρισε τους ρόλους του καθενός.

Ο σκοπός.
Σκοπός του πειράματος ήταν η μελέτη του τρόπου και αντίδρασης συνηθισμένων ανθρώπων με μια απλή και φυσιολογική ζωή πάνω σε μια ραγδαία αλλαγή κοινωνικών ρόλων κάτω από απρόοπτες και δύσκολες συνθήκες.
Ένα άρθρο του 97′ αναφέρει πως:

Πρωταρχικός λόγος του Zimbardo για τη διεξαγωγή του πειράματος, ήταν να επικεντρωθεί στη δύναμη των ρόλων, των κανόνων, των συμβόλων, της ταυτότητας μιας ομάδας και την κατάσταση μιας επιβεβαιωμένης συμπεριφοράς που θα προκύψει από ανθρώπους της διπλανής πόρτας.

Ουσιαστικά ο Zimbardo ήθελε να δει τι θα συνέβαινε όταν η ανθρώπινη ελευθερία, αξιοπρέπεια και ατομικότητα αφαιρούνται και τις επιπτώσεις που έχει στη ζωή ενός ανθρώπου όταν αυτήν γίνεται πλήρως ελεγχόμενη.
Οι συνθήκες του πειράματος ήταν τόσο αληθοφανείς, ώστε να προσομοιάζουν στην πραγματική εμπειρία της κράτησης σε μια φυλακή.

Η φυλακή.
Για την διαμόρφωση της φυλακής αλλά και του όλου κλίματος εντός αυτής, ζητήθηκε η συμβολή ανθρώπων έμπειρων, τόσο για τις συνθήκες κράτησης, όσο και για την διαμόρφωση του χώρου της φυλακής.
Μεταξύ αυτών, ήταν και ένας πρώην κατάδικος, ο Carlo Prescott, ο οποίος είχε εκτίσει πάνω από 17 χρόνια φυλάκισης για απόπειρα δολοφονίας. Ο Prescott βοήθησε κυρίως την πλευρά των κρατουμένων, στο να γνωρίζουν πως είναι να ζει κανείς πίσω από τα κάγκελα μιας φυλακής.

Η φυλακή κατασκευάστηκε στο υπόγειο της σχολής. Ως κελιά επιλέχθηκαν κάποιες εργαστηριακές αίθουσες και για να μπορεί η προσομοίωση να αγγίζει μια πραγματική συνθήκη, αφαιρέθηκαν οι αρχικές πόρτες και τοποθετήθηκε στην θέση τους ειδική κατασκευή με πόρτες με χαλύβδινες ράβδους και αριθμούς κελιών.

Η «αυλή» των φυλακών ήταν ένας μικρός διάδρομος όπου οι κρατούμενοι είχαν το δικαίωμα να περπατούν, να ασκούνται, να τρώνε.
Στην μία πλευρά της αίθουσας υπήρχε ένα μικρό άνοιγμα μέσω του οποίου γινόταν η βιντεοσκόπηση των γεγονότων.
Στην άλλη πλευρά του διαδρόμου, απέναντι από τα κελιά, υπήρχε ένας πολύ μικρός χώρος, μια ντουλάπα. Ήταν σκοτεινός και στενός. Ονομάστηκε «η τρύπα». Ήταν ο χώρος απομόνωσης των ανυπάκουων κρατουμένων.
Υπήρχε σύστημα ενδοεπικοινωνίας που επέτρεπε στους δεσμοφύλακες να ακούνε κρυφά τις συζητήσεις των κρατουμένων αλλά και να γίνονται δημόσιες ανακοινώσεις σε αυτούς.
Δεν υπήρχαν ρολόγια και παράθυρα. Έτσι η αίσθηση του χρόνου είχε χαθεί πλήρως.

Η σύλληψη.
Για την σύλληψη των φοιτητών/κρατουμένων, συμμετείχε η τοπική αστυνομία εθελοντικά.
Η αρχική σύλληψη έγινε από πραγματικούς αστυνομικούς, η μεταφορά με περιπολικά και οι συλληφθέντες μεταφέρθηκαν αρχικά στο τοπικό αστυνομικό τμήμα.
Η σύλληψη έγινε απρόοπτα μιας κι όσοι επιλέχθηκαν να είναι κρατούμενοι, είχαν οδηγίες να παραμείνουν σπίτι τους μέχρι νεωτέρας. Οι συλλήψεις ήταν για παραβίαση του Ποινικού Κώδικα 211 και ένοπλη ληστεία.
Στους φοιτητές/συλληφθέντες έγινε ανακοίνωση των δικαιωμάτων τους, πήραν δαχτυλικά αποτυπώματα, έγινε πλήρη αναγνώριση και τους έδεσαν τα μάτια .
Με τα μάτια δεμένα και σε κατάσταση σοκ για την αιφνιδιαστική τους σύλληψή από την αστυνομία της πόλης, οι κρατούμενοι μπήκαν σε ένα περιπολικό και οδηγήθηκαν στην «φυλακή κομητείας του Στάνφορντ» για κράτηση.
Στην είσοδο της «φυλακής» τους υποδέχθηκαν οι δεσμοφύλακες/φοιτητές όπου τους ανακοίνωσαν τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι και το καθεστώς κράτησης.
Σοκ και σύγχυση!

Οι συνθήκες κράτησης.
Κάθε κρατούμενος ελέγχθηκε σχολαστικά από τους δεσμοφύλακες. Στη συνέχεια τους ζητήθηκε να γδυθούν και απολυμάνθηκαν για ψείρες και μικρόβια.
Ήταν μια διαδικασία υποβάθμισης και εξευτελισμού των κρατουμένων και είχε ως απώτερο σκοπό να δείξουν οι δεσμοφύλακες το ποιος κάνει κουμάντο.
Η διαδικασία ήταν παρόμοια με μια σειρά φωτογραφιών που τραβήχτηκαν από τον Danny Lyons σε φυλακές του Τέξας.

Τους δόθηκε στολή. Το κυρίως μέρος της ήταν μια μεγάλη μπλούζα, σαν ρόμπα και τους απαγορεύθηκε η χρήση εσωρούχων.
Το κεφάλι τους καλύφθηκε με ενός είδους καλσόν. Ο λόγος ήταν για να αφαιρεθεί η ατομικότητα κι ελευθερία έκφρασης που δημιουργεί η κόμμωση και να είναι όλοι ένα, σαν να τους είχα ξυρίσει το κεφάλι ώστε να μην μπορεί να ξεχωρίζει κανένας, όπως συμβαίνει σε πραγματικές συνθήκες κράτησης ή στον στρατό.
Στον δεξιό τους αστράγαλο τοποθετήθηκε μια βαριά αλυσίδα η οποία έκλεινε με μια εξίσου βαριά κλειδαριά.
Η αλυσίδα στο πόδι τους, η οποία ήταν ασυνήθιστη για τις περισσότερες φυλακές, χρησιμοποιήθηκε για να υπενθυμίζει στους κρατούμενους την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν αλλά και το περιβάλλον στο οποίο θα ζούσαν. Ακόμα και όταν οι κρατούμενοι έπεφταν για ύπνο, δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από την αυτήν την αποπνικτική ατμόσφαιρα.
Ένας απ’ τους φυλακισμένους κατά την διάρκεια του ύπνου του γύρισε πλευρό, η αλυσίδα χτύπησε το άλλο του πόδι, αυτό τον ξύπνησε και του υπενθύμισε ότι ήταν ακόμα στη φυλακή, ανήμπορος να ξεφύγει από αυτήν ακόμη και στα όνειρά του.

Διαβάστε ακόμη:  Η πρώτη εμφάνιση του Ντόναλτ Ντακ σε κόμικ

Η χρήση των αριθμών ταυτότητας ήταν ένας τρόπος να κάνουν τους κρατουμένους να αισθάνονται ανώνυμοι και ανύπαρκτοι. Κάθε φυλακισμένος έπρεπε να καλείται μόνο με τον αριθμό ταυτότητάς του και θα μπορούσε να αναφέρεται στον ίδιο και στους άλλους κρατούμενους μόνο με τον αριθμό τους.

Στους δεσμοφύλακες δεν δόθηκε κάποια ειδική εκπαίδευση για το πως θα συμπεριφέρονται ως φρουροί.
Έτσι, ήταν ελεύθεροι, εντός ορίων, να κάνουν ό,τι θεωρούσαν αναγκαίο για την διατήρηση της τάξης και του νόμου εντός της φυλακής. Η μόνη ρητή οδηγία που είχαν ήταν η απαγόρευση άσκησης σωματικής βίας.
Τους δόθηκαν στολές στρατιωτικού τύπου, ξύλινα γκλοπ και φορούσαν γυαλιά καθρέφτη ώστε να μην υπάρχει άμεση οπτική επαφή με τους κρατούμενους.

Πέρα από τους βασικούς κι αρχικούς κανόνες που δόθηκαν κι έπρεπε να τηρούνται, όπως το να τρώνε για παράδειγμα όλο τους το φαγητό οι κρατούμενοι, οι δεσμοφύλακες δημιούργησαν ένα δικό τους σύνολο κανόνων, τον οποίον έθεσαν στην συνέχεια σε εφαρμογή.

Μία από τις πρώτες κοινές τιμωρίες που εφαρμόστηκαν, ήταν η επιβολή sit-ups και push-ups στους «άτακτους» κρατούμενους για τις όποιες παραβιάσεις κανόνων.
Τα push-ups χρησιμοποιήθηκαν ως μορφή επιβολής, εξουσίας και τιμωρίας σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά την περίοδο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου από τους Γερμανούς ναζί. Ήταν μια συνηθισμένη τακτική εξευτελισμού. Τους πατούσαν με τις αρβύλες τους, κάθονταν επάνω στην πλάτη τους, ή πατούσαν δυνατά με τις μπότες τους τα χέρια των αιχμαλώτων.
Ακριβώς τις ίδιες τακτικές εφάρμοσαν και οι δεσμοφύλακες στους κρατούμενους του πειράματος.

Αποτελέσματα.
Μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, οι 2 ομάδες παρουσίασαν την τυπική συμπεριφορά του ρόλους τους.
Αρκετές από τις τακτικές των φρουρών οδήγησαν σε επικίνδυνες και ψυχολογικά καταστροφικές συνέπειες για τους περισσότερους κρατούμενους.
Tο ένα τρίτο των φρουρών κρίθηκε ότι επέδειξε «γνήσιες σαδιστικές τάσεις». Ήταν εχθρικοί και εφευρετικοί στις μορφές ταπείνωσης που ασκούσαν. Φάνηκαν να απολαμβάνουν απόλυτα τον ρόλο και την δύναμη που τους δόθηκε και μπορούσαν να ασκήσουν επάνω στους κρατούμενους. Καμία από τις προκαταρκτικές εξετάσεις και δοκιμές δεν προέβλεψε αυτήν την εξέλιξη που θα ακολουθούσε.

Στον αντίποδα, οι κρατούμενοι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα «έσπασαν». Οι περισσότεροι από αυτούς προσπαθούσαν να αποφεύγουν τους ταραχοποιούς κρατούμενους οι οποίοι προκαλούσαν προβλήματα. Αρκετοί έγιναν γρήγορα υπάκουοι, ένιωθαν ανήμποροι, γεμάτοι απογοήτευση και απελπισία. Τα σημάδια ψυχικής και συναισθηματικής δυσφορίας από τον εξευτελισμό και την ταπείνωση που είχαν δεχθεί από τους δεσμοφύλακες, ήταν πέρα για πέρα εμφανή.
Μέχρι το τέλος του πειράματος, οι κρατούμενοι διαλύθηκαν πλήρως, τόσο ως ομάδα όσο και ως άτομα. Δεν υπήρχε πλέον η ενότητα της ομάδας, απλώς μια ομάδα μεμονωμένων ανθρώπων που προσπαθούσε να επιβιώσει από όλο αυτό.
Αντίθετα, οι δεσμοφύλακες είχαν κερδίσει τον πλήρη έλεγχο της φυλακής. Ήταν ενωμένοι ως ομάδα και κατάφεραν να επιφέρουν, σχεδόν, την τυφλή υπακοή του κάθε κρατούμενου.

Το αποτέλεσμα ήταν να τραυματιστεί ψυχοσωματικά ένα μεγάλο μέρος των κρατουμένων και τρεις φοιτητές να αποχωρήσουν νωρίς από το πείραμα.

Σε λιγότερο από 36 ώρες από την έναρξη του πειράματος, ο φυλακισμένος #8612 παρουσίασε οξεία συναισθηματική διαταραχή, αποδιοργανωμένη σκέψη, ανεξέλεγκτη οργή και κλάμα.

Μετά την κατάρρευση του, λόγω των σκληρών και απάνθρωπων συνθηκών που επικρατούσαν στη φυλακή, ο Ζιμπάρντο συνειδητοποίησε ότι είχε παθητικά επιτρέψει ανάρμοστες συμπεριφορές να συμβούν υπό την εποπτεία του και τόσο οι δεσμοφύλακες όσο και οι φυλακισμένοι, είχαν ταυτιστεί απόλυτα με τους ρόλους τους ήδη από την δεύτερη κιόλας μέρα.
Όλα αυτά συντέλεσαν στο να διακοπεί το πείραμα στις 6 μέρες από τις 14 που είχε οριστεί αρχικά.

Οι ηθικές ανησυχίες σχετικά με το πείραμα, συχνά συγκρίνονται με το παρόμοιο αμφιλεγόμενο πείραμα του Stanley Milgram που διεξήχθη δέκα χρόνια νωρίτερα το 1961 στο Πανεπιστήμιο Yale, το οποίο είχε ως αντικείμενο μελέτης την υπακοή στην εκάστοτε εξουσία.

Πείραμα και κινηματογράφος.
Όπως ανέφερα και νωρίτερα, το ενδιαφέρον γύρω από το πείραμα του Στανφορντ ήταν τεράστιο και αναμενόμενο.
Από τότε έχουν γυριστεί τρεις ταινίες με άμεση αναφορά. Η μία ουσιαστικά είναι το remake της πρώτης. Φυσικά υπάρχουν και πολλά ντοκιμαντέρ που αφορούν την όλη ιστορία. Όρεξη να χεις και χρόνο για να τα παρακολουθήσεις.

Ταινίες:

  • Das Experiment (2001) – Είναι η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του πειράματος. Γερμανικής παραγωγής με πολύ καλές ερμηνείες. Περιγράφει σε μεγάλο βαθμό την πραγματική εξέλιξη των γεγονότων. Φυσικά έχει και τις ατομικές της πινελιές και προσθήκες όπως συμβαίνει παντού άλλωστε και δείχνει γεγονότα που δεν συνέβησαν στην πραγματικότητα, απ’ όσα ξέρουμε τουλάχιστον.
  • Stanford Experiment (2010) – Είναι η δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη. Ουσιαστικά είναι ένα remake της πρωτότυπης γερμανικής σε αμερικάνικη version και παραγωγή.
    Δυνατή, καλοί ηθοποιοί και ερμηνείες. Προφανώς καλύτερα εφέ μιας κι από την πρώτη μεταφορά πέρασαν δέκα χρόνια.
    Εάν με ρωτάς όμως, θα προτιμήσω την γερμανική πρωτότυπη. Πιο ατμοσφαιρική κατ’ εμέ.
  • The Stanford Prison Experiment (2015) – Οκ, αυτήν η αμερικάνικη παραγωγή είναι η απόλυτη μεταφορά του πειράματος στην μεγάλη οθόνη. Από την αρχή της μέχρι και το τέλος της. Από την ρίψη του κέρματος για την δημιουργία των ομάδων, την σύλληψη των κρατουμένων από τους αστυνομικούς του τοπικού τμήματος, μέχρι και την πρόωρη διακοπή του.
    Σε ταξιδεύει ακριβώς στο 1971 και σε τοποθετεί μες την καρδιά των γεγονότων. Ατμοσφαιρική, καλοστημένη. Ρούχα, στυλ ντυσίματος, μαλλιών, περιβάλλοντος. Είσαι μες την ζωή των 70s.



Σύγκριση με το Abu Ghraib.
Μετά το περιστατικό του 2004 στις φυλακές του Abu Ghraib στο Ιράκ όπου Αμερικανοί στρατιώτες εξευτέλισαν και βασάνισαν κρατούμενους από Ιράκ και Αφγανιστάν, οι κάπως παλιοί σίγουρα θυμούνται το περιστατικό και τις διαστάσεις που είχε πάρει, ο ίδιος ο Zimbardo είχε δώσει τεράστια σημασία και προσοχή στις λεπτομέρειες.
Το αποτέλεσμα ήταν να πάρει μέρος στην όλη υπόθεση και να καταθέσει ως ειδικός μάρτυρας στο στρατοδικείο που έγινε για τον φρουρό και λοχία Ivan Chip Frederick, μιας και είχε πρόσβαση σε όλο το ιστορικό και τις αναφορές έρευνας της υπόθεσης.
Εν τέλει αποχώρησε από την υπόθεση και μετέπειτα έγραψε το βιβλίο «The Lucifer Effect: Understanding How Good People Turn Evil» το οποίο εκδόθηκε το 2007.

Εδώ, εδώ και εδώ θα βρεις περισσότερα για την υπόθεση του Abu Ghraib.



Τώρα, στο youtube έχει πολύ καλό υλικό απ’ το αυθεντικό αρχείο του πειράματος. Θα το βρεις εδώ.

Για να συντάξω αυτό το κείμενο, άντλησα πληροφορίες από διάφορους ιστότοπους.
Κυρίως από την επίσημη ιστοσελίδα του The Stanford Prison Experiment καθώς και το wikipedia.org.
Αν θες να δεις περισσότερα, επισκέψου την επίσημη ιστοσελίδα του Καθηγητή Zimbardo.


~be Creative and stay Metal~
Κατερίνα Γιάτσα