Στην καθημερινότητά μας συνηθίζουμε να διαχωρίζουμε και να διαφοροποιούμε ανάμεσα στα γνωστά και στα άγνωστα, στα δικά μας και στα ξένα. Τέτοιοι διαχωρισμοί αποτελούν θεμελιώδη πρότυπα προσανατολισμού και αξιολόγησης της πραγματικότητας και δεν πρόκειται για ξεχωριστές εφευρέσεις των υποκειμένων.

Ο προσδιορισμός του άλλου ως ξένου σχετίζεται με τον τρόπο οργάνωσης της εκάστοτε κοινωνικής τάξης των πραγμάτων, η οποία αναδεικνύει τον ξένο. Ως ξένος προσδιορίζεται αυτός που δεν προβλέπεται ως μέρος της καθιερωμένης πολιτισμικής πραγματικότητας και μπορεί να αμφισβητήσει τα αυτονόητα στοιχεία αυτής της πραγματικότητας. Ό,τι βρίσκεται εκτός συνόρων του γνωστού ορίζεται ως ξένο.

Στο πλαίσιο της νεωτερικότητας ξένος είναι ο μετανάστης ή ο πρόσφυγας, δηλαδή ο άνθρωπος που δε φέρει το status του εθνικού πολίτη και δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να απολαμβάνει πολιτικά δικαιώματα.

Η παρουσία του ξένου στην κοινωνία μας επισύρει τον φόβο και την δυσπιστία, καθώς δεν δύνανται να ενταχθεί και, επομένως, προσδιορίζεται ως φορέας αμφισβήτησης της κοινωνικής τάξης. Ο φόβος αυτός εδράζεται στην προκατάληψη ότι οι ξένοι μάς απειλούν σε σχέση με κάποια από τα αγαθά που απολαμβάνουμε και θεωρούμε σημαντικά στην ζωή μας.

Διαβάστε ακόμη:  Ένα δώρο με διάφανο περιτύλιγμα

Ο φόβος για τον ξένο είναι φόβος για το άγνωστο. Οι αρχαϊκές και παραδοσιακές κοινωνίες αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους σαν έναν μικρόκοσμο. Πέρα από τα όρια αυτού αρχίζει η περιοχή του αγνώστου, του άμορφου. Στις πρωτόγονες κλειστές κοινωνίες ο ξένος δεν είναι μέλος της φυλής και κάθε μη μέλος είναι ένας εν ενεργεία ή εν δυνάμει εχθρός της κοινότητας, αποτελώντας το στοιχείο της αποσύνθεσης και της διάλυσης. Στην βάση αυτή αναπτύχθηκαν διάφορες δοξασίες για την επικινδυνότητα και τις βλαβερές ιδιότητες του ξένου.

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός