Η Δύναμη της Ανθεκτικότητας: Πώς να ξεπεράσουμε το Ψυχολογικό Τραύμα

Το ψυχολογικό τραύμα είναι η συναισθηματική και ψυχική αντίδραση σε ένα γεγονός ή μια εμπειρία που θεωρείται έντονα απειλητική ή επιβλαβής. Συχνά προκαλεί συναισθήματα όπως φόβο, άγχος ή και ενοχή. Το τραύμα μπορεί να προκληθεί από διάφορες καταστάσεις, όπως κακοποίηση, ατυχήματα, φυσικές καταστροφές ή σοβαρές απώλειες. Αν δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα την ψυχική υγεία, οδηγώντας σε διαταραχές όπως το μετατραυματικό στρες (PTSD), κατάθλιψη ή και προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η θεραπεία μέσω ψυχολογικής υποστήριξης είναι συχνά απαραίτητη για την επούλωση του τραύματος.

Στο Cityvibes.gr φιλοξενήθηκε η Κλινική & Κοινοτική Ψυχολόγος MSc, Μαρία Δανιήλ, ώστε να μας δώσει περισσότερες πληροφορίες για το εν λόγω θέμα.

Πώς ορίζεται το ψυχολογικό τραύμα και ποιες είναι οι πιο συνηθισμένες αιτίες του;

«Το ψυχολογικό τραύμα ορίζεται ως μια συναισθηματική αντίδραση σε ένα ή περισσότερα γεγονότα
που είναι εξαιρετικά αγχωτικά, τρομακτικά ή απειλητικά για τη σωματική ή ψυχική ακεραιότητα του
ατόμου. Το τραύμα συχνά προκαλεί έντονα και παρατεταμένα συναισθήματα, όπως φόβο, άγχος,
αποπροσανατολισμό και δυσκολία προσαρμογής ή λειτουργίας στην καθημερινή ζωή. Μπορεί να
επηρεάσει τη συναισθηματική, σωματική και κοινωνική κατάσταση του ατόμου, και σε πολλές
περιπτώσεις, μπορεί να προκαλέσει μετατραυματική διαταραχή άγχους (PTSD).
Οι πιο συνηθισμένες αιτίες του ψυχολογικού τραύματος είναι οι φυσικές καταστροφές, περιστατικά
βίας και επιθέσεων, η ενδοοικογενειακή βία, η σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, τα ατυχήματα, οι
πόλεμοι και οι συγκρούσεις, η απώλεια, οι ιατρικές διαγνώσεις (σοβαρές ασθένειες ή επεμβάσεις), η
κακοποίηση και η παραμέληση ειδικά στην παιδική ηλικία. Το ψυχολογικό τραύμα είναι μια υποκειμενική εμπειρία, και διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί να αντιδρούν διαφορετικά στα ίδια γεγονότα.»

Ποια είναι τα βασικά συμπτώματα που παρουσιάζουν οι άνθρωποι που έχουν υποστεί τραύμα;

«Οι άνθρωποι που έχουν υποστεί ψυχολογικό τραύμα μπορεί να εμφανίσουν μια ποικιλία
συμπτωμάτων, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν τόσο τη σωματική όσο και τη συναισθηματική τους
υγεία. Τα πιο κοινά συμπτώματα είναι οι παρέμβλητες αναμνήσεις, όπου το άτομο μπορεί να βιώνει
flashbacks ή εφιάλτες, ξαναζώντας το τραυματικό γεγονός σαν να συμβαίνει πάλι στο παρόν. Οι
παρέμβλητες αναμνήσεις συνοδεύονται από αποφυγές, συναισθηματικό μούδιασμα, άγχος και φόβο,
ευερεθιστότητα και θυμό, αισθήματα ενοχής ή και ντροπής που συνδέονται με το τραυματικό γεγονός.
Επιπλέον, συχνές είναι οι δυσκολίες στην συγκέντρωση, οι διαταραχές ύπνου, οι αλλαγές στην όρεξη,
που μπορεί να συνοδεύονται και από άλλα σωματικά συμπτώματα όπως κόπωση, ταχυκαρδίες,
πονοκέφαλοι ή στομαχόπονοι. Τέλος, τα συμπτώματα που είναι δυνητικά επικίνδυνα είναι η απομόνωση, οι αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές όπως η χρήση αλκοόλ ή ουσιών και ριψοκίνδυνες συμπεριφορές που με τη σειρά τους προκαλούν δυσκολίες στις σχέσεις.»

Ποιες θεραπευτικές προσεγγίσεις θεωρείτε πιο αποτελεσματικές;

« Οι θεραπευτικές προσεγγίσεις που θεωρούνται πιο αποτελεσματικές για τη θεραπεία του ψυχολογικού τραύματος ποικίλουν ανάλογα με τις ανάγκες του ατόμου, τη σοβαρότητα του τραύματος και τα συμπτώματά του.
Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία είναι μια από τις πιο καλά ερευνημένες και αποτελεσματικές
μεθόδους για την αντιμετώπιση του τραύματος. Η CBT βοηθά τα άτομα να κατανοήσουν πώς οι σκέψεις και οι πεποιθήσεις τους επηρεάζουν τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά τους. Στο πλαίσιο του τραύματος, η θεραπεία εστιάζει στο να βοηθήσει το άτομο να αναγνωρίσει τις δυσλειτουργικές σκέψεις που προκύπτουν από το τραυματικό γεγονός και να τις αντικαταστήσει με πιο ρεαλιστικές και θετικές.
Έπειτα, η Απευαισθητοποίηση και Επανεπεξεργασία μέσω Οφθαλμικών Κινήσεων (EMDR) είναι μια
εξειδικευμένη θεραπευτική μέθοδος που συνδυάζει στοιχεία της CBT με οφθαλμικές κινήσεις ή άλλες
μορφές διμερούς διέγερσης (π.χ. ηχητικά ερεθίσματα ή αγγίγματα). Το άτομο καλείται να θυμηθεί το
τραυματικό γεγονός, ενώ παράλληλα ο θεραπευτής καθοδηγεί συγκεκριμένες κινήσεις των ματιών. Αυτό βοηθά στη μείωση της έντασης των τραυματικών αναμνήσεων και στην ”επεξεργασία” τους σε έναν ασφαλέστερο συναισθηματικό πλαίσιο.
Επιπλέον, η Θεραπεία Εστιασμένη στη Συμπόνια βοηθά το άτομο να αναπτύξει αυτοσυμπόνια και να
αντιμετωπίσει τα συναισθήματα ενοχής, ντροπής ή αυτοκαταδίκης που συχνά συνοδεύουν το τραύμα. Η CFT εστιάζει στην καλλιέργεια κατανόησης και συμπόνιας προς τον εαυτό, μειώνοντας το άγχος και το ψυχικό βάρος που συνοδεύει το τραύμα.
Ύστερα, η Ομαδική Θεραπεία προσφέρει την ευκαιρία στα άτομα να μοιραστούν τις εμπειρίες τους με
άλλους που έχουν υποστεί παρόμοια τραύματα. Αυτό μπορεί να βοηθήσει στη δημιουργία αίσθησης
κοινότητας, αναγνώρισης και υποστήριξης. Η ομάδα μπορεί να προσφέρει αμοιβαία ενδυνάμωση, αλλά είναι απαραίτητο να παρέχεται από εξειδικευμένο θεραπευτή για να είναι αποτελεσματική.
Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως τα τελευταία χρόνια υπάρχουν ενθαρρυντικά ευρήματα στην χρήση εναλλακτικών μεθόδων για την αντιμετώπιση του τραύματος. Συγκεκριμένα, ο διαλογισμός και η ενσυνειδητότητα αποτελούν αποτελεσματικές πρακτικές για την καταπολέμηση του άγχους και των
αρνητικών συναισθημάτων που προκαλεί το τραύμα. Αυτές οι τεχνικές βοηθούν τα άτομα να εστιάσουν στο παρόν, να συνδεθούν με το σώμα τους και να διαχειριστούν το άγχος και τη συναισθηματική τους δυσφορία.
Συνδυαστικά χρησιμοποιούνται μέθοδοι όπως η θεραπεία μέσω αφήγησης ή η καλλιτεχνική θεραπεία
που επιτρέπουν στα άτομα να εκφράσουν τα συναισθήματα και τις εμπειρίες τους μέσα από την αφήγηση, τη ζωγραφική, τη μουσική ή άλλες μορφές τέχνης. Αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για όσους δυσκολεύονται να εκφράσουν τα συναισθήματά τους με λόγια.
Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις, η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα αν το
άτομο αντιμετωπίζει σοβαρό άγχος, κατάθλιψη ή μετατραυματική διαταραχή άγχους (PTSD).
Η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας εξαρτάται από τις προσωπικές ανάγκες και προτιμήσεις του
ατόμου. Συνήθως, ο συνδυασμός διαφορετικών προσεγγίσεων θεωρείται πιο αποτελεσματικός, ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Η συνεργασία με έναν εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας είναι απαραίτητη για να καθοριστεί το καλύτερο θεραπευτικό πλάνο.»

Πόσο σημαντική είναι η υποστήριξη του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος στη
διαδικασία θεραπείας του τραύματος;

« Η υποστήριξη του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος είναι εξαιρετικά σημαντική στη
διαδικασία θεραπείας του ψυχολογικού τραύματος. Η παρουσία ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος
μπορεί να επηρεάσει θετικά την πορεία της ανάρρωσης και να επιταχύνει την θεραπευτική διαδικασία.
Αναλυτικότερα, ορισμένοι από τους κύριους τρόπους με τους οποίους η υποστήριξη αυτή είναι
καθοριστική περιλαμβάνουν την δημιουργία αισθήματος ασφάλειας, την μείωση της μοναξιάς
ενισχύοντας την αίσθηση του ανήκειν, υποστήριξη σε πρακτικά ζητήματα όπως η οργάνωση της
καθημερινότητας, ενθάρρυνση για έναρξη ή συνέχιση της θεραπείας και αποφυγή περιθωριοποίησης.
Η υποστήριξη από το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον μπορεί να προσφέρει ένα σημαντικό
δίκτυο ασφάλειας, που διευκολύνει την ανάρρωση από το τραύμα. Αντίθετα, η έλλειψη υποστήριξης ή οι αρνητικές αντιδράσεις από το περιβάλλον μπορεί να επιδεινώσουν τα συμπτώματα και να δυσκολέψουν τη θεραπευτική διαδικασία. Έτσι, η ενεργή παρουσία υποστηρικτικών ανθρώπων στην ζωή του ατόμου αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επιτυχία της ανάρρωσης.»

Ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την πορεία της ανάρρωσης από
ένα τραύμα;

«Η πορεία της ανάρρωσης από ένα ψυχολογικό τραύμα μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους
παράγοντες, που αφορούν τόσο την προσωπικότητα και τις ικανότητες του ατόμου όσο και το περιβάλλον του. Οι πιο σημαντικοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την ανάρρωση είναι η φύση και η ένταση του τραύματος που ορίζονται από την βαρύτητα του τραυματικού γεγονότος, την διάρκεια του και την επανάληψη του ή μη, η ηλικία κατά την τραυματική εμπειρία, με τα παιδιά και τους εφήβους να αποτελούν ευάλωτες ομάδες. Επιπλέον, η υπάρξη ή μη ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος, το προηγούμενο ιστορικό προβλημάτων ψυχικής υγείας, η πρόσβαση σε εξατομικευμένη φροντίδα, καθώς και εξωτερικοί στρεσογόνοι παράγοντες σε συνδυασμό με πολιτισμικούς και κοινωνικούς παράγοντες μπορούν να διευκολύνουν ή να δυσχεραίνουν την πορεία του τραύματος. Τέλος, χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και συγκεκριμένα η ψυχική ανθεκτικότητα του ατόμου, δηλαδή η ικανότητα του να αντιμετωπίζει το άγχος και τις δυσκολίες επηρεάζουν την ανάρρωση. Άτομα με υψηλή ανθεκτικότητα τείνουν να προσαρμόζονται καλύτερα και να ανακάμπτουν γρηγορότερα από το τραύμα. Τα άτομα με θετική στάση απέναντι στη ζωή, αίσθηση ελέγχου και ικανότητα να διαχειρίζονται το άγχος είναι συνήθως πιο ανθεκτικά σε τραυματικά γεγονότα. Η ανάρρωση από το τραύμα είναι μια σύνθετη και εξατομικευμένη διαδικασία, που εξαρτάται από πολλούς αλληλένδετους παράγοντες. Η υποστήριξη από το περιβάλλον, η προσωπική ανθεκτικότητα, η επαγγελματική βοήθεια και οι υγιείς τρόποι διαχείρισης του τραύματος είναι κρίσιμοι για μια αποτελεσματική και επιτυχή ανάρρωση.»

Μαρία Δανιήλ
Ψυχολόγος BSc, MSc, MBPsS.
University of East London
+306949297423
| Online Συνεδρίες |




Καταπολεμώντας το Άγχος: Στρατηγικές και Μύθοι – Συζήτηση με Ψυχολόγο

Η διαχείριση του στρες και του άγχους αποτελεί έναν κρίσιμο τομέα για την ψυχική και σωματική υγεία. Περιλαμβάνει τεχνικές και στρατηγικές που βοηθούν τα άτομα να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις της καθημερινότητας και να μειώσουν τις αρνητικές επιπτώσεις που μπορεί να έχουν στο σώμα και το μυαλό. Μέθοδοι όπως η βαθιά αναπνοή, η σωματική άσκηση, η διαλογιστική πρακτική και η διατήρηση μιας υγιεινής διατροφής, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στη μείωση των επιπέδων στρες. Επιπλέον, η ψυχοθεραπεία και η συζήτηση με ειδικούς μπορούν να παρέχουν πολύτιμη υποστήριξη και να βοηθήσουν τα άτομα να αναπτύξουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης.

Στο Cityvibes.gr «φιλοξενείται» ο Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής, Γκαντίνας Θεόδωρος, ο οποίος μας έδωσε τις δικές του απαντήσεις αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα.

Ποιες είναι οι κοινές αιτίες του άγχους και πώς μπορεί να επηρεάσει καθημερινά τη ζωή ενός ατόμου;

«Οι γνωστικές θεωρίες της ψυχολογίας υποστηρίζουν ότι οι αγχώδεις
διαταραχές είναι το αποτέλεσμα προηγούμενων τραυματικών εμπειριών που αφορούν
απρόσμενο και ανεξέλεγκτο κίνδυνο, όπως για παράδειγμα η γονεϊκή κακοποίηση, η
κοινωνική απομόνωση, ο σχολικός εκφοβισμός, κλπ (Mineka & Kelly, 1989). Οι
σκέψεις των ατόμων που υποφέρουν από γενικευμένο άγχος εστιάζουν στον κίνδυνο
σε συνειδητό και ασυνείδητο επίπεδο. Σύμφωνα με τον Ellis (1997) οι άνθρωποι με
δυσλειτουργικό άγχος έχουν άκαμπτες πεποιθήσεις, όπως το ότι πρέπει να είναι
πάντα σε εγρήγορση απέναντι σε διάφορους κινδύνους, κάτι που προκαλεί αυτόματες
αρνητικές σκέψεις καταστροφολογίας οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε μία
μόνιμη ανησυχία.»

Το Κοινωνικό Άγχος

«Πειράματα έχουν δείξει ότι άνθρωποι που υποφέρουν από άγχος τείνουν να
δίνουν έμφαση σε ερεθίσματα που θεωρούν απειλητικά (Hakamata et al., 2010).
Όπως και στην γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, έτσι και στο κοινωνικό άγχος, το
άτομο ανησυχεί, αυτήν τη φορά όμως για κοινωνικά θέματα (κύρος, εικόνα προς τους
άλλους, κλπ). Σε πειράματα όπου άτομα με δυσλειτουργικό άγχος έπρεπε να
εντοπίζουν λέξεις σε μία οθόνη έχει φανεί πως τα άτομα με κοινωνικό άγχος δίνουν
έμφαση στον εντοπισμό «απειλητικών» λέξεων που σχετίζονται με τον κοινωνικό
κίνδυνο, όπως «ντροπιάζομαι» η «ρεζίλι» ενώ άτομα που ανησυχούν περισσότερο για
την σωματική απειλή δίνουν έμφαση σε λέξεις, όπως «τραύμα» ή «ασθένεια»
(Mathews & MacLeod, 1985, Mogg, Mathews & Eysenck, 1992).»

Ποιες ψυχολογικές τεχνικές θεωρείτε αποτελεσματικές για τη διαχείριση του άγχους και πώς μπορούν να ενσωματωθούν στην καθημερινή ζωή;

«Μπορεί να φαίνεται παράδοξο, όμως μία τεχνική που χρησιμοποιείται στην
θεραπεία κατά του άγχους αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην καθημερινότητά
μας, είναι το να μην αποφεύγουμε τις αγχώδεις σκέψεις. Στην πραγματικότητα οι
αγχώδεις σκέψεις μας οδηγούν συνήθως σε μονοπάτια σκέψεων που καταλήγουν
στην καταστροφή, πχ. Αν δεν γράψω καλά στο μάθημα θα κοπώ στη βαθμολογία, που
σημαίνει ότι δεν θα αποφοιτήσω, που σημαίνει ότι όλοι θα με θεωρούν αποτυχημένο/η
και θα γελούν μαζί μου πίσω από την πλάτη μου και άρα θα γίνω ρεζίλι.
Αυτές οι σκέψεις μπορούν να οδηγήσουν ένα άτομο σε αποφευκτικές συμπεριφορές, όπως το να μην διαβάζει ή το να ασχολείται υπερβολικά με τον
υπολογιστή ώστε να μην αγχώνεται για το αν θα γράψει καλά ή όχι, κάτι που είναι
γνωστό και ως αναβλητικότητα. Αυτή η αποφυγή δεν επιτρέπει στο άτομο να
ανακαλύψει λειτουργικές συμπεριφορές που θα μπορούσαν να το βοηθήσουν να
λύσει το πρόβλημα ή να διαχειριστεί τα αρνητικά συναισθήματα που προκύπτουν από
αυτό (Borkovec & Hu 1990).»

Πώς μπορεί η συναισθηματική υποστήριξη από έναν ψυχολόγο να βοηθήσει κάποιον να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει το άγχος;

«Βασικός τρόπος αντιμετώπισης του άγχους είναι να βρούμε από που πηγάζει
και ποιες συνέπειες έχει, κάτι που ονομάζεται «έλεγχος πραγματικότητας». Στην
θεραπεία διερευνούμε αρχικά τέτοια σενάρια, όπως: Αν δεν περάσω στο μάθημα αυτό
σημαίνει ότι όντως οι φίλοι μου θα με θεωρούν αποτυχημένο; Σε άλλες περιπτώσεις
που δεν κατάφερα κάτι, οι φίλοι μου με κορόιδεψαν ή μου στάθηκαν και με βοήθησαν;
Μία ακόμα τεχνική είναι οι ασκήσεις αναπνοών και μυικής χαλάρωσης. Αν
για παράδειγμα ένα άτομο βιώνει κοινωνικό άγχος, η μέθοδος χαλάρωσης
περιλαμβάνει την δημιουργία μίας λίστας καταστάσεων που το άτομο πιστεύει ότι θα
ενεργοποιούσαν την κοινωνική φοβία του. Σε φαντασιακό επίπεδο, ο θεραπευτής θα
καθοδηγήσει το άτομο να βιώσει τις πιο εύκολες και μετά τις πιο δύσκολες
καταστάσεις τις λίστας χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα μεθόδους χαλάρωσης έτσι ώστε
να ξεπεράσει τις όποιες καταστάσεις. Στην συνέχεια και όταν το άτομο θα νιώθει
έτοιμο, θα γίνουν συμπεριφορικά πειράματα κατά τα οποία θα δοκιμάσει να βιώσει
στην πραγματικότητα τις απλές καταστάσεις τις λίστας (π.χ. μία βόλτα σε ένα μέρος
με πολύ κόσμο, το να πει καλημέρα σε κάποιον άγνωστο κλπ) και στη συνέχεια τις
πιο δύσκολες (π.χ. το να πάει σε ένα πάρτι).»

Ποια είναι η σημασία της αυτογνωσίας στη διαχείριση του άγχους και πώς μπορεί κάποιος να αναπτύξει αυτήν την ικανότητα;

«Η γνωστική ψυχολογία υποστηρίζει ότι συναισθήματα όπως το άγχος
πηγάζουν από σκέψεις, επομένως αν ελέγξουμε τις σκέψεις θα μπορέσουμε να
ελέγξουμε και το συναίσθημα (Beck & Emery 1985). Οι σκέψεις όμως που
προκαλούν άγχος μπορεί να είναι αυτόματες, δηλαδή να έρχονται χωρίς να το
αντιλαμβανόμαστε. Επομένως, είναι σημαντικό το άτομο να μάθει να αντιλαμβάνεται
αυτές τις αυτόματες αρνητικές σκέψεις οι οποίες είναι συνήθως ανελαστικές, π.χ.
Όλοι θα με δουν να ιδρώνω και να κοκκινίζω και άρα θα με κοροϊδέψουν» ή «αν δεν
φερθώ άψογα οι γύρω μου θα με απορρίψουν. Το άτομο πρέπει να μάθει να παρατηρεί τον εαυτό του και να αντιλαμβάνεται τις συμπεριφορές, τις σκέψεις και όλα τα
ερεθίσματα που το οδηγούν στο άγχος και την κοινωνική φοβία. Επιπλέον θα πρέπει
να αντιληφθεί ότι όταν βιώνει άγχος εμπλέκεται σε προστατευτικές συμπεριφορές
αποφυγής, οι οποίες το προφυλάσσουν μεν από το να βιώσει το φοβικό ερέθισμα
αλλά ενισχύουν το άγχος του προς αυτό, κάτι που μακροπρόθεσμα ενισχύει την
επιρροή του άγχους και της κοινωνικής φοβίας επάνω του.
(Leahy, 2003).»

Περισσότερα άρθρα καθώς και πληροφορίες για τον Ψυχολόγο-Ψυχοθεραπευτή, Γκαντίνα Θεόδωρο, μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα του: gantinas.gr

Email: info@gantinas.gr

Τηλέφωνα Επικοινωνίας: 2311 269 114 – 6944 841005

Οδός: Τσιμισκή 27, Θεσσαλονίκη, (στη στάση πλατεία Αριστοτέλους)

Πηγές

Beck, A. T., & Emery, G. (1985). Anxiety disorders and phobias: A cognitive
perspective. New York: Basic Books.

Borkovec, T. D., & Hu, S. (1990). The effect of worry on cardiovascular response to
phobic imagery. Behaviour Research & Therapy, 28, 69-73.

Ellis, A. (1997). The evolution of Albert Ellis and emotive behavior therapy. In J. K.
Zeig (Ed.), The rational evolution of psycotherapy: The third conference. New York:
Brunner/Mazel.

Hakamata, Y., Lissek, S., Bar-Haim, Y., Britton, J. C., Fox, N. A., Leibenluft, E.,
Ernst M, Pine, D. S. (2010). Attention bias modification treatment: A meta-analysis
toward the establishment of novel treatment for anxiety. Biological Psychiatry, 68,
982-990.

Mathews, A., & MacLeod, C. (1985). Selective processing of threat cues in anxiety
states. Behaviour Research & Therapy, 23, 563-569.

Mineka, S., & Kelly, K. A. (1989). The relationship between anxiety, lack of control
and loss of control. In A. Steptoe (Ed.), Stress, personal control and health (pp. 163-
191). Chichester, England: Wiley.

Mogg, K., Mathews, A., & Eysenck, M. (1992). Attentional bias in clinical anxiety
states. Cognition and Emotion, 6, 149–159.