ΜΕΘΟΔΟΙ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ

Κάποιες μέθοδοι και τεχνικές που μπορεί να αξιοποιήσει ο σύμβουλος κατά το πρώτο στάδιο της πορείας της συμβουλευτικής που στοχεύει στη συλλογή και ανάλυση έγκυρων και αξιόπιστων πληροφοριών για τον συμβουλευόμενο, ώστε να γνωρίσει καλύτερα ο σύμβουλος τον ίδιο και το πρόβλημα και να μπορέσει να τον βοηθήσει είναι οι ακόλουθες:

Το ατομικό δελτίο
Έχει ως στόχο να συγκεντρώσει πληροφορίες για κάθε μαθητή, τις οποίες οφείλει να γνωρίζει τόσο ο σύμβουλος όσο και ο εκπαιδευτικός, προκειμένου να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους. Βασικά στοιχεία που πρέπει να συγκεντρώνονται αφορούν τις εξής περιοχές: στοιχεία ταυτότητας, οικογενειακά στοιχεία, πληροφορίες για την υγεία, εκπαιδευτικό ιστορικό, ανέκδοτα στοιχεία, περιλήψεις περιπτώσεων, υποδείξεις.

Η παρατήρηση
Η παρατήρηση αποτελεί σημαντικό εργαλείο για τη συλλογή πληροφοριών και τη σωστή άσκηση συμβουλευτικής. Με τη συστηματική παρατήρηση λαμβάνονται πληροφορίες για το κλίμα και τη δυναμική της τάξης, τις λεκτικές αντιδράσεις των μαθητών, τις δραστηριότητές τους. Βασικό της πλεονέκτημα είναι το γεγονός ότι ο μαθητής παρατηρείται στο φυσικό περιβάλλον που βρίσκεται και μάλιστα χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει κι έτσι μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς άλλες μεθόδους, που χαρακτηρίζονται από απουσία αντικειμενικότητας. Ωστόσο, ένα μειονέκτημα που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ο χρόνος που απαιτείται για την παρατήρηση.

Οι τεχνικές αυτοδιερεύνησης και οι κλίμακες εκτίμησης
Πρόκειται για ερωτήσεις ή προτάσεις που αφορούν κάθε πτυχή της προσωπικότητας του ατόμου και δίνουν τη δυνατότητα το ίδιο το άτομο για αυτοδιερεύνηση και αυτοεκτίμηση και στον σύμβουλο για αξιολόγηση. Βασικό πλεονέκτημα είναι το γεγονός ότι δίνει την εικόνα για τον εαυτό του ή για τους άλλους αντί να ακολουθείται η αντίστροφη πορεία. Επιπλέον, δεν επιβάλλονται οι απόψεις και οι γνώμες του συμβούλου ισχυροποιώντας την άποψη ότι η συμβουλευτική έχει ως απώτερο σκοπό το συμφέρον του.

Η ανάληψη ρόλων και η υπόκριση
Η ανάληψη ρόλων βοηθάει το άτομο να αντιληφθεί καλύτερα τον εαυτό του και τους άλλους. Ενδείκνυται για άτομα με περιορισμένες πνευματικές ικανότητες ή που προέρχονται από αυταρχικές οικογένειες στις οποίες δεν αναπτύχθηκε η πρωτοβουλία τους. Με την ανάληψη ρόλων, το άτομο μαθαίνει τους φόβους και τις στάσεις των ατόμων που υποδύεται, ενώ του δίνεται η ευκαιρία να παίξει και τους αντίθετους ρόλους. Με την τεχνική αυτή, αναπτύσσεται η δεξιότητα της ενσυναίσθησης, της πρόβλεψης της συμπεριφοράς των άλλων και της αποτελεσματικότερης επικοινωνίας. Η υπόκριση δεν διαφέρει ουσιαστικά από την ανάληψη ρόλων. Βασική διαφορά τους είναι ότι με την τελευταία τονίζεται η δεξιότητα της έκφρασης συμπάθειας και διαφόρων απόψεων, ενώ με την πρώτη τονίζεται η κοινωνική συμπεριφορά και οι κοινωνικές δεξιότητες, όπως η αντίληψη των συμφωνιών και των κανόνων ανάμεσα στα άτομα και οι ποινές για τη μη τήρηση των κανόνων.

Η συνέντευξη
Η συνέντευξη είναι η σοβαρή, σκόπιμη και δομημένη συνομιλία μεταξύ δύο ανθρώπων. Σε μια συνέντευξη διακρίνονται δύο ρόλοι: εκείνου που παίρνει τη συνέντευξη και εκείνου που την παραχωρεί. Όταν εξυπηρετείται εκείνος που δίνει τη συνέντευξη με στόχο να βοηθηθεί, τότε αυτή κατατάσσεται στην ψυχολογική συνέντευξη. Η ψυχολογική συνέντευξη είναι συνήθως ημι-δομημένη, δηλαδή ακολουθείται μία συνειδητή πορεία αφήνοντας ταυτόχρονα αρκετό περιθώριο ελευθερίας στον συμβουλευόμενο να αφαιρέσει, προσθέσει ή αναδιατυπώσει ερωτήσεις, ώστε να φέρει στην επιφάνεια τις ανάγκες και τις προτεραιότητες του συμβουλευόμενου. Βασικές τεχνικές που αξιοποιούνται στο πλαίσιο μιας συνέντευξης είναι η ερώτηση, η σιωπή, η επαναδιατύπωση, η διευκρίνιση, η αντανάκλαση, η εξήγηση, η εισήγηση.

Τα ψυχολογικά τεστ
Τεστ γενικής νοημοσύνης, ειδικών ικανοτήτων, προσωπικότητας, με τα οποία συγκεντρώνονται στοιχεία για η φύση και έκταση των ατομικών διαφορών, τον εντοπισμό των ψυχολογικών χαρακτηριστικών, τον υπολογισμό των περιβαλλοντικών επιδράσεων.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Σχολείο αντιρατσιστικού προσανατολισμού

Ένα σχολείο προκειμένου να χαρακτηρίζεται με αντιρατσιστικό προσανατολισμό, οφείλει να αποτελείται από μια κοινότητα δίχως αποκλεισμούς, διακρίσεις, και να επικρατεί κλίμα σεβασμού. Αυτό συνεπάγεται με το ότι προωθεί αξίες συνύπαρξης, ασφάλειας, ανεκτικότητας, ειλικρίνειας. Άλλωστε, με την λειτουργία του αμβλύνει τις κοινωνικο-πολιτισμικές ανισότητες επιτρέποντας την πολλαπλότητα παρουσίας και έκφρασης, καθώς και το δικαίωμα στην διαφορά.

Τα προαναφερθέντα δύνανται να υλοποιηθούν μέσω παιδαγωγικών πρακτικών που επικεντρώνονται στο ζήτημα τόσο της δικαιοσύνης, όσο και της δίκαιης οργάνωσης των εκπαιδευτικών και κοινωνικών θεσμών. Επιπλέον, σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζει και η αξιοποίηση του γλωσσικού και πολιτισμικού κεφαλαίου των μαθητών άλλης εθνικής ταυτότητας.

Καθόλου αμελητέο, επίσης, είναι και η διαμόρφωση κατάλληλου σχολικού κλίματος αποδοχής, για την ανάπτυξη ισχυρών διαπροσωπικών σχέσεων. Δια μέσου της συμμετοχής των μαθητών αυτών στην επικοινωνιακή διαδικασία επιτυγχάνεται η αναγνώρισή τους με την παροχή ευκαιριών καταξίωσης. Συνεπώς, στις πολυπολιτισμικές τάξεις οι διϋποκειμενικές συναντήσεις και οι αλληλεπιδράσεις κρίνονται αναγκαίες.

ΤΕΧΝΙΚΕΣ:
Κάποιες από τις τεχνικές, που συμβάλουν στην γνωριμία με τον άλλο, την αναγνώριση προκαταλήψεων και στερεοτύπων, την ανάπτυξη έκφρασης συναισθημάτων και αυτοεκτίμησης, θέτουν ως βάση τη βιωματική μάθηση. Χαρακτηριστικές τεχνικές είναι η δραματοποίηση, ο καταιγισμός ιδεών, αγγλιστί brainstorming, το παιχνίδι ρόλων, ο συνεντευξιαζόμενος.

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




10 βασικές τεχνικές διαχείρισης μαθητών με ΔΕΠΥ

Η ΔΕΠΥ (διαταραχή ελλειμματικής προσοχής-υπερκινητικότητα) είναι η συχνότερη νευροβιολογική διαταραχής της παιδικής ηλικίας. Τα περισσότερα παιδιά με την συγκεκριμένη διαταραχή παρουσιάζουν έλλειψη συγκέντρωσης, υπερκινητικότητα και παρορμητική συμπεριφορά. Διαπιστώνεται πως η εμφάνιση συμπτωμάτων παρορμητικότητας και υπερκινητικότητας δεν καθιστά υποχρεωτική την εκδήλωση διαταραχών στο επίπεδο της προσοχής. Όπως και το αντίστροφο. Η διαταραχή συγκέντρωσης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την εμφάνιση διαταραχών στο επίπεδο της παρόρμησης και της κινητικής διέγερσης.

Το παιδί με ΔΕΠΥ δίνει την εικόνα ενός παιδιού ενεργητικού και υπέρ-δραστήριου. Μεταπηδάει από την μία δραστηριότητα στην άλλη χωρίς να τελειώνει καμία από αυτές. Παρουσιάζεται ως ένα παιδί υπερβολικά ομιλητικό και θορυβώδες και αντιδραστικό σε καταστάσεις που απαιτούν συμμόρφωση και τη πλήρη συγκατάβασή του να τηρήσει τους κανόνες που χρήζουν πιστής υπακοής.

Αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ

Είναι σημαντικό να έχουμε υπόψιν το εξής: O στόχος της σωστής διαπαιδαγώγησης δεν είναι αποκλειστικά και μόνο η εξάλειψη των προβλημάτων, αλλά η προσπάθεια καταστολής τους μέσα από κατάλληλες παιδαγωγικές πρακτικές. Πρώτο και κύριο μέλημα είναι αποδοχή, τόσο του γονιού όσο και του εκπαιδευτικού, των ιδιαίτερων συμπεριφορικών χαρακτηριστικών του παιδιού και έπειτα η υιοθέτηση νέων παιδαγωγικών πρακτικών που στηρίζονται στη θεωρία της “θετικής αντίθεσής”. Για παράδειγμα, ο Kazdin, διευθυντής του Κέντρου Μελέτης Παιδιού του Πανεπιστημίου του Yale λέει: ««ερωτώνται οι γονείς τι πρέπει να κάνουν, εάν θέλουν το παιδί τους να σταματήσει να ουρλιάζει, να κοπανάει την πόρτα, ή να σπάζει αντικείμενα. Η δική μας απάντηση περιλαμβάνει την ενίσχυση, την ήρεμη ομιλία, το απαλό κλείσιμο της πόρτας και τον προσεκτικό χειρισμό των αντικειμένων».

Στο σχολικό πλαίσιο, υπάρχουν 10 βασικά πράγματα που θα πρέπει να γνωρίζουμε:

Ο εκπαιδευτικός δεν πρέπει να «πιέζει» τον μαθητή με ΔΕΠΥ να εκτελεί όλες τις εργασίες καθιστός. Το κυρίαρχο μέλημα του εκπαιδευτικού είναι η αποδοχή της διαφορετικότητας των μαθητών. Ιδιαίτερα οι μαθητές, που τα προβλήματα αυτορρύθμισης, συγκέντρωσης και υπερκινητικότητας είναι απόρροια νευρολογικών διαταραχών, ο εκπαιδευτικός οφείλει να αναγνωρίσει ίδιες δυνατότητες στα άτομα με διαφορές μάθησης και να αναπτύξει εναλλακτικές μεθόδους.

Προτείνεται ο εκπαιδευτικός να αναθέτει εργασίες στο μαθητή με ΔΕΠΥ που μπορούν να διεκπεραιωθούν, ενώ ο ίδιος ο μαθητής είναι όρθιος. Αυτό φυσικά επιτυγχάνεται στο βαθμό που δεν διαταράσσεται η ομαλή λειτουργία του εκπαιδευτικού έργου. Με τον τρόπο αυτό, δεν καταπιέζονται οι ορμές/τάσεις του παιδιού για συνεχή κίνηση. Είναι σημαντικό να συμβαίνει κατόπιν συμφωνίας, ώστε σταδιακά να μπορεί ο μαθητής να περιορίσει τον αριθμό εργασιών.

Θα πρέπει να εντοπιστούν τα ερεθίσματα που προκαλούν τον μαθητή με ΔΕΠΥ ανησυχία, μέσω της παρατήρησης και καταγραφής της συμπεριφοράς του. Η παρατήρηση και η καταγραφή της φυσικής δράσης του Αντώνη διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην επιτυχή αντιμετώπιση των δυσκολιών του. Εντοπίζοντας τη πηγή ανησυχίας, ο εκπαιδευτικός μπορεί να εμποδίσει τα ερεθίσματα εκείνα που αποτελούν τροχοπέδη στην ομαλή συναισθηματική και σωματική λειτουργία και να συνεισφέρει στην εμφάνιση αυτών, που ο μαθητής ανταποκρίνεται θετικά.

Συνιστάται ο μαθητής με ΔΕΠΥ να κάνει εργασίες στο σπίτι (π.χ. καθαριότητας). Η ανάθεση εργασιών στα πλαίσια του εκπαιδευτικού έργου, αλλά η απομάκρυνση από οποιαδήποτε δραστηριότητα στο οικογενειακό περιβάλλον, δεν ενδείκνυται για την σωστή διαπαιδαγώγηση του μαθητή. Το παιδί χρήζει ίδιας μεταχείρισης και στις δύο συνθήκες. Στο σπίτι πρέπει να διοχετεύει την ενέργεια του με δραστηριότητες καθημερινές και -γιατί όχι-ωφέλιμες για το σπίτι.

Ο εκπαιδευτικός είναι σημαντικό να απλοποιεί το εκπαιδευτικό έργο που θέλει να διδάξει, χωρίζοντάς το σε μικρότερα μέρη. Ο μαθητής με ΔΕΠΥ,  λόγω της διαταραχής προσοχής, πιθανόν να δυσκολεύεται να ακολουθήσει μακροσκελή οδηγίες, να διεκπεραιώσει δραστηριότητες που απαιτούν σταθερή και διαρκή πνευματική προσπάθεια καθώς φαίνεται να διασπάται εύκολα από εξωτερικά ερεθίσματα και συχνά να αντιμετωπίζει έντονα δυσκολίες οργάνωσης. Έτσι, προτείνεται η ανάθεση έργων που χωρίζεται σε επιμέρους κομμάτια.

Η θετική ενίσχυση-επιβράβευση επιφέρει σημαντικά αποτέλεσμα στο μαθητή με ΔΕΠΥ. Είναι γνωστό πως όλοι μαθητές, ανεξαιρέτου μαθησιακού επιπέδου, αποδίδουν αποτελεσματικότερα με τη χρήση ενισχυτών και επιδοκιμασιών, κυρίως όταν εφαρμόζεται σε παιδιά που λόγω νευρολογικών και άλλων διαταραχών έχουν ελλιπή κίνητρα μάθησης. Η επιβράβευση παρακινεί τον μαθητή με ΔΕΠΥ να καταρτιστεί πνευματικά αρτιότερα. Δημιουργεί συναισθήματα ικανοποίησης και προσμονής, τα οποία καθίστανται ευεργετικά για την οικοδόμηση περεταίρω γνώσης.

Η συνεργασία γονέων και εκπαιδευτών είναι θεμελιώδης για την εκπαίδευση του μαθητή με ΔΕΠΥ. Είναι μείζονος σημασίας το να μη διαφοροποιούνται οι παιδαγωγικές μέθοδοι του παιδιού στο σπίτι και στο σχολείο, καθώς το παιδί υπάρχει πιθανότητα να αποδιοργανωθεί. Πρέπει να υπάρχει εξαρχής μία συζήτηση των δύο εμπλεκόμενων ώστε να γνωστοποιηθεί τί προξενεί στο παιδί ενόχληση και τι τον βοηθάει για να εφαρμοστούν οι κατάλληλες πρακτικές.

Η σταθερότητα σε όλες τις δραστηριότητες του μαθητή με ΔΕΠΥ έχει θετική επίδραση στη συμπεριφορά του. Η σταθερότητα και η ρουτίνα αποτελούν σημαντικές συνιστώσες για την αποφυγή ψυχικών και συναισθηματικών μεταπτώσεων. Αυτό, διότι η ίδια η φύση του μαθητή με ΔΕΠΥ που στερείται υπομονής και προσήλωσης, τα καινούργια ερεθίσματα τον αποπροσανατολίζουν. Η συνεχής έκθεση σε συνηθισμένα ερεθίσματα προξενεί θετικά συναισθήματα. Το παιδί έχει ανάγκη από οργάνωση.

Για τη διαχείριση της συμπεριφοράς του μαθητή με ΔΕΠΥ, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να θέτουν ένα μικρό αριθμό κανόνων. Η πληθώρα κανόνων δεν βοηθούν τον μαθητή, καθώς είναι δύσκολο να τους κατανοήσει και να τους εφαρμόσει. Το πρόβλημα προσοχής και της υπερκινητικότητας δεν του επιτρέπουν να εστιάσει σε καθέναν από αυτούς και να τους ακολουθήσει. Εκ των πραγμάτων περιορίζεται και η έμφυτη τάση του για δράση.

Η αξιοποίηση των θετικών στοιχείων του μαθητή με ΔΕΠΥ είναι ιδιαίτερα σημαντική για την εκπαίδευσή του. Κάθε παιδί, ενώ διαγιγνώσκεται με την ίδια διαταραχή, είναι διαφορετικό. Ο εκπαιδευτικός είναι σημαντικό να αξιοποιήσει τα θετικά του στοιχεία  και να τα κατανοήσει και ο ίδιος, ώστε να μπορέσει μεταγενέστερα να προβεί στη διεκπεραίωση του κατάλληλου εκπαιδευτικού έργου και στην εκτέλεση παιδαγωγικών μεθόδων που ανταποκρίνονται στις ατομικές ανάγκες του κάθε μαθητή με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Η γνώση των πραγμάτων που προσελκύουν το ενδιαφέρον του μαθητή με ΔΕΠΎ, αποτελεί σημαντικό εφόδιο για τον εκπαιδευτικό. Επιδιώκει να στρέψει τη προσοχή του μαθητή σε αυτά που τον ενδιαφέρουν και εν συνεχεία μπορεί και διοχετεύσει την ενέργειά του εκεί.

Τα θετικά στοιχεία της ΔΕΠΥ

Η ΔΕΠΥ δεν πρέπει να φαντάζει ως κάτι αρνητικό. Έχει διαπιστωθεί πως οι εγκέφαλοι των ανθρώπων με ΔΕΠΥ επεξεργάζονται γρηγορότερα πληροφορίες και παράλληλα καθίστανται πιο παραγωγικοί και δημιουργικοί σε πολλά πράγματα. Η λέξη διαταραχή στη πλειονότητα των περιπτώσεων προσλαμβάνει αρνητική χροιά. Το άτομο κουβαλάει επ’ αόριστον το στίγμα του “προβληματικού” με αποτέλεσμα να οδηγείται αυτοβούλως στη κοινωνική απομόνωση. Η διάγνωση της διαταραχής εξυπηρετεί έναν και μόνον σκοπό: την διευκόλυνση των ειδικών για τον ακριβή εντοπισμό των προβλημάτων, ο οποίος θα συμβάλλει καθοριστικά στην οργάνωση και υλοποίηση της κατάλληλης θεραπευτικής προσέγγισης.

Παραδείγματα διακεκριμένων ανθρώπων που μετέτρεψαν το ελάττωμά τους σε προτέρημα:

«Katherine Ellison. Η παγκοσμίου φήμης ξένη ανταποκρίτρια και δημοσιογράφος έχει τιμηθεί με το βραβείο Pulitzer. Έχει γράψει βιβλίο για την αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ καθώς τόσο αυτή όσο και το παιδί της την είχαν.»

«Michael Phelps. Ο πιο πετυχημένος ολυμπιονίκης όλων των εποχών. Είχε κακές επιδόσεις στο σχολείο γιατί δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί και να μείνει ακίνητος για μεγάλο διάστημα. Τελικά διοχέτευσε την υπερκινητικότητα του στην κολύμβηση με τα γνωστά αποτελέσματα.»

Όλοι οι άνθρωποι, ανεξαιρέτως δυσκολιών, μπορούν να γίνουν ικανοί για τα πάντα. Αρκεί να επικεντρωθούν στα θετικά στοιχεία της συμπεριφοράς τους. Κανένας άνθρωπος δεν γεννήθηκε ανάξιος. Η κοινωνία με τις στερεοτυπικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις οδήγησαν τον άνθρωπο με την όποια ιδιαιτερότητα σε αυτό το συμπέρασμα. Κανένας, ακόμα, δεν γεννήθηκε θεατής αλλά πρωταγωνιστής-και αγωνιστής- στη ζωή του.

Από: Μαρία Τσουρέκα