Fenster Café: Το πιο μικρό αλλά διάσημο καφέ της Βιέννης
Η Βιέννη, γνωστή για την πλούσια παράδοσή της στον καφέ, φιλοξενεί πολλά ιστορικά και πολυτελή καφέ. Ωστόσο, ένα από τα πιο αγαπημένα σημεία των ντόπιων και των επισκεπτών είναι το Fenster Café, το οποίο ξεχωρίζει για την απλότητά του αλλά και την ιδιαίτερη εμπειρία που προσφέρει. Το όνομα “Fenster” στα γερμανικά σημαίνει “παράθυρο” και αυτό ακριβώς είναι: ένα μικρό παράθυρο στο κέντρο της Βιέννης που σερβίρει ποιοτικό καφέ με μεγάλη αγάπη και δεξιοτεχνία.
Η εμπειρία του Fenster Café
Το Fenster Café δεν είναι απλά ένα καφέ, αλλά μια στάση στην καρδιά της Βιέννης που υπόσχεται μία μοναδική εμπειρία. Παρά το μικρό του μέγεθος, το καφέ έχει κερδίσει την προσοχή χάρη στην ποιότητα των ροφημάτων του και τη ζεστή εξυπηρέτηση. Οι επισκέπτες στέκονται έξω από το παράθυρο, περιμένοντας τον καφέ τους, και συχνά η αναμονή συνοδεύεται από ευχάριστες συζητήσεις με τον ιδιοκτήτη, ο οποίος είναι γνωστός για τη φιλική του διάθεση.
Το διάσημο Fensterccino
Αυτό που πραγματικά έκανε το Fenster Café διάσημο είναι το Fensterccino. Πρόκειται για έναν καπουτσίνο σερβιρισμένο με τρόπο που δεν συναντάς αλλού: σερβίρεται σε ένα βρώσιμο κύπελλο από μπισκότο! Το Fensterccino δεν είναι μόνο ένας απολαυστικός καφές, αλλά και μια εμπειρία γεύσης που συνδυάζει την έντονη αίσθηση του espresso με τη γλυκύτητα του μπισκότου. Όταν τελειώσεις τον καφέ σου, μπορείς να απολαύσεις το φλιτζάνι σου, κάνοντας την απόλαυση πιο ολοκληρωμένη.
Γιατί να το επισκεφτείς
Το Fenster Café αποτελεί ιδανικό προορισμό για τους λάτρεις του καφέ που αναζητούν κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Η υψηλή ποιότητα των κόκκων, η δεξιοτεχνία των baristas και το ιδιαίτερο concept κάνουν αυτό το μικρό παράθυρο έναν must-visit προορισμό στη Βιέννη. Αν σχεδιάζετε ταξίδι στην αυστριακή πρωτεύουσα, μην παραλείψετε να δοκιμάσετε το Fensterccino — μια γευστική εμπειρία που θα σας μείνει αξέχαστη!
Το Fenster Café αποδεικνύει ότι ακόμη και το μικρότερο καφέ μπορεί να αφήσει το δικό του αποτύπωμα σε μια πόλη γεμάτη γαστρονομικές εμπειρίες.
Μουσείο Τσιτσάνη, Τρίκαλα
Τα Τρίκαλα, η γενέθλια πόλη του Βασίλη Τσιτσάνη, τιμούν τον συνθέτη και στιχουργό πανελλήνιας εμβέλειας με την δημιουργία του Μουσείου του Τσιτσάνη. Οι μελωδίες του αποκτούν πλέον στέγη στο «Κέντρο Έρευνας-Βασίλης Τσιτσάνης». Το «Μουσείο Τσιτσάνη» γίνεται πραγματικότητα, μετά την ολοκλήρωση των αναστηλωτικών εργασιών που χρηματοδότησε το EΣΠΑ 2007-2013.
Το 2006 οι Φυλακές κλείνουν. Μεταφέρονται σε νέα θέση, στην περιοχή της «Μπαλκούρας». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ξεκινήσει συζήτηση έως ότου αποφασιστεί τελικά η στέγαση του Κέντρου Έρευνας και Δημιουργίας – μουσείο Τσιτσάνη.Και ενώ ξεκίνησαν οι εργασίες, με βάση ολοκληρωμένη μελέτη για την ανάδειξη ολόκληρου του χώρου, με το Τζαμί και την παρακείμενη εκκλησία, δίπλα από τον Ληθαίο ποταμό, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως το παλαιό χαμάμ. Έτσι, προωθήθηκε η υλοποίηση για το υποέργο που αφορά την «Επανάχρηση κεντρικού κτηρίου παλαιών φυλακών Τρικάλων – Κέντρο Έρευνας Βασίλης Τσιτσάνης», με φορέα υλοποίησης το Δήμο Τρικκαίων.
Με την ολοκλήρωση των εργασιών στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2016, αποδίδεται στους τρικαλινούς και τους επισκέπτες, ένας χώρος με διαχρονικότητα και πολυπολιτισμικότητα: ένας αμιγώς αρχαιολογικός χώρος με οργανωμένη αρχιτεκτονική και ιστορική δομή στο ισόγειο και ένας χώρος με αναφορές στη μουσική δημιουργία τρικαλινών συνθετών στον πάνω όροφο. Επομένως δημιουργούνται ξεχωριστές οντότητες με βελτιωμένες συνθήκες επισκεψιμότητας που θα συμβάλουν στην τουριστική προβολή της πόλης αλλά και στην ανάπτυξη του τοπικού περιφερειακού χώρου.
Ένα νέο, σύγχρονο, διαδραστικό Μουσείο είναι ανοικτό στην τοπική κοινωνία και προσβάσιμο σε κάθε επισκέπτη, που από το 2017 παραδίδεται στην πόλη των Τρικκαίων ο νέος χώρος, ο οποίος συνενώνει στοιχεία διαφορετικών πολιτιστικών και κοινωνικών διαδρομών. Από χαμάμ σε φυλακή και μετά σε έκθεση με ενημερωτικό υλικό για τη ζωή και το έργο του Τσιτσάνη.
Εσωτερικό μουσείου
Στο ισόγειο, στον χώρο του λουτρού, συντηρήθηκαν στοιχεία της παλαιάς τοιχοδομίας και του τρόπου μεταφοράς του ζεστού νερού, ενώ υπάρχει και εικονική αναπαράσταση στοιχείων των οθωμανικών χαμάμ. Διατηρούνται είδη νιπτήρων, καθώς και στοιχεία αναμνηστικά των παλιών φυλακών.Ενώ, το ψηφιδωτό του μεγάλου λαϊκού συνθέτη, του Τρικαλινού Βασίλη Τσιτσάνη κοσμεί το Μουσείο Τσιτσάνη, και συγκεκριμένα τη μία όψη του τ. διοικητηρίου των παλιών φυλακών Τρικάλων.
Δημιουργία ψηφιδωτού Τσιτσάνη
Το ταξίδι αρχίζει από «Τα Τρίκαλα τα δυο στενά».
Βασίλης Τσιτσάνης Είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας δημιουργός του λαϊκού τραγουδιού, γεννηθείς στα Τρίκαλα από γονείς Ηπειρώτες. Ο πατέρας του, τσαρουχάς, είχε ένα μαντολίνο με το οποίο έπαιζε σχεδόν αποκλειστικά κλέφτικα τραγούδια της πατρίδας του, που μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία αποτέλεσαν τα πρώτα ακούσματά του. Στα 11 χρόνια του, με την απώλεια του πατρός του, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με μαντολίνο, που έχει μετατραπεί από οργανοποιό σε μπουζούκι.
Έπειτα, στα γυμνασιακά του χρόνια μαθαίνει παράλληλα βιολί, συμμετέχοντας σε τοπικές εκδηλώσεις. Το μπουζούκι όμως τραβάει περισσότερο το ενδιαφέρον του. Σε ηλικία 15 χρονών γράφει τα πρώτα του τραγούδια, ενώ στα τέλη του 1936 φεύγει από τα Τρίκαλα για την Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει νομικά. Βέβαια, για να βιοποριστεί δουλεύει παράλληλα σε ταβέρνες, όπου και γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο ο οποίος τον πηγαίνει σε μια δισκογραφική εταιρεία.
Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937 με σειρά προπολεμικών δίσκων να ακολουθεί. Η «Αρχόντισσα» είναι το πιο γνωστό τραγούδι που ηχογραφεί τότε. Μεταξύ άλλων είναι τα «Να γιατί γυρνώ», «Γι’ αυτά τα μαύρα μάτια σου» και πολλά άλλα που ερμηνεύουν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κερομύτης αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.
Με αυτά τα τραγούδια ο Τσιτσάνης εισήγαγε ένα νέο είδος Λαϊκού τραγουδιού το οποίο αποτείνεται στο πλατύτερο κοινό. Τα χρόνια της κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά. Αυτά τα χρόνια γράφει πολλά από τα τραγούδια που ηχογραφεί μετά τον πόλεμο όταν άνοιξαν ξανά τα εργοστάσια δίσκων: «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα».
Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα και αρχίζει πάλι να ηχογραφεί. Κατά τη δεκαετία 1945 – 1955 γνωρίζει την πλατιά καταξίωση στη δισκογραφία και η πιο μεστή δημιουργικά γι’ αυτόν. Καθώς, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50, το σκηνικό στο λαϊκό τραγούδι πλατιάς αποδοχής αλλάζει και κυριαρχούν κάποιες αραβικές ή και ινδικές επιρροές, ο Τσιτσάνης προσπαθεί να εγκλιματιστεί χωρίς να εγκαταλείψει το προσωπικό του ύφος.
Τραγούδια του ερμηνεύουν ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης, ο Γαβαλάς, ο Αγγελόπουλος, η Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας.
Το 1980 με πρωτοβουλία της UNESCOηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Χάραμα» – έτσι λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας του και της ζωής του. Σ’ αυτό το δίσκο παίζει μια σειρά από κλασικά του τραγούδια αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι. Με την έκδοσή του στην Γαλλία (1985) παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross.
Βασίλης Τσιτσάνης
Το 1984, ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του (18 Ιανουαρίου), πεθαίνει στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου ύστερα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και 24 μέρες πριν εμφανιζόταν κανονικά σε κέντρο και δούλευε καινούργια τραγούδια.