Βασικές πηγές σχολικής ανομοιογένειας – Carol Tomlinson

Τα παιδιά οποιασδήποτε τάξης (έστω και επιφανειακά ομοιογενούς) διαφέρουν ως προς:

Το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο και το πολιτισμικό κεφάλαιο των γονιών τους.
Κατά συνέπεια αφενός ως προς το βαθμό κατοχής της κυρίαρχης- πρότυπης γλώσσας του σχολείου και αφετέρου ως προς το βαθμό εξοικείωσής τους με την κυρίαρχη κουλτούρα.

Τη δική τους στάση απέναντι στο σχολείο.
Αυτή επηρεάζεται από τα διαφοροποιημένα ενδιαφέροντα και κίνητρα των παιδιών και από το νόημα που αποδίδουν σε αυτό που γίνεται στο σχολείο (προσδοκίες μαθητών).

Τις γνωστικές τους δομές και λειτουργίες.
(πρόσληψη επεξεργασία της πληροφορίας, μνημονικές ικανότητες, αναλυτική ή συνθετική σκέψη, επαγωγική ή απαγωγική σκέψη), τους τρόπους επικοινωνίας που προτιμούν).

Όλοι οι μαθητές δεν μαθαίνουν με τον ίδιο ρυθμό και τα ίδια μαθησιακά υλικά.

Σύμφωνα με την Tomlinson γίνονται προσπάθειες των εκπαιδευτικών για καλύτερη μαθησιακή εμπειρία. Η διαφοροποιημένη διδασκαλία περιλαμβάνει αυτό ακριβώς, τις προσπάθειες των εκπαιδευτικών να ανταποκριθούν στις διαφορετικές ανάγκες των μαθητών τους στην τάξη με στόχο την επίτευξη της καλύτερης μαθησιακής εμπειρίας.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Αρχές και στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής σε σχέση με μαθητές Ε.Ε.Α.

Οι βραχυπρόθεσμοι στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής σε σχέση με μαθητές με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες είναι:

  • απόκτηση σχέσης εμπιστοσύνης με το παιδί,
  • αλλαγή της λειτουργίας του και συμπεριφοράς μέσα στη τάξη μέσα από τη μαθησιακή/ψυχοκοινωνική ενίσχυση,
  • ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της αυτοεκτίμησης και
  • ενίσχυση της θετικής εξωτερικής σε σχέση με τους συμμαθητές

Οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής σε σχέση με μαθητές με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες είναι οι εξής:

  • διευκόλυνση ανάπτυξης και κινητοποίηση του έμφυτου δυναμικού του παιδιού,
  • καλλιέργεια συναισθηματικής και κοινωνικής έκφρασης,
  • καλλιέργεια διαπροσωπικών δεξιοτήτων και
  • ενίσχυση του μαθησιακού δυναμικού και απόκτησης δεξιοτήτων «καλής μελέτης» και κατανόησης υλικού.

Οι επαγγελματικοί σύμβουλοι που εργάζονται με τα άτομα οφείλουν να έχουν υπόψη τους ότι διάφορα στερεότυπα μπορεί να εμποδίσουν τον ανενημέρωτο σύμβουλο να δει το άτομο αντικειμενικά, να το ακούσει προσεκτικά και να επιδείξει ενσυναίσθηση, άσχετα με την τάξη, τη φυλή, το φύλο, τη θρησκεία, την ηλικία και άλλους περιορισμούς.

Τα συναισθήματα θυμού και ματαίωσης που νιώθουν οι πελάτες, οι οποίοι προέρχονται από ομάδες που αντιμετωπίζουν διακρίσεις, είναι δικαιολογημένα και δεν οφείλονται σε κάποια βαθύτερη ψυχοπαθολογία.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ