Η οικειότητα σε μια σχέση: Πώς χτίζεται, πώς χάνεται και πώς μπορεί να επιστρέψει

Στις σύγχρονες σχέσεις, η λέξη «οικειότητα» ακούγεται συχνά, αλλά σπάνια κατανοείται σε βάθος. Πολλοί τη συγχέουν αποκλειστικά με το σεξ, όμως στην πραγματικότητα η οικειότητα είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο. Είναι το συναίσθημα ασφάλειας, σύνδεσης και αποδοχής που κάνει δύο ανθρώπους να νιώθουν πραγματικά κοντά — σωματικά, συναισθηματικά και ψυχικά.

Κι όμως, ακόμη και οι πιο δυνατές σχέσεις περνούν φάσεις όπου η οικειότητα μοιάζει να ξεθωριάζει.

Τι είναι πραγματικά η οικειότητα

Η οικειότητα δεν γεννιέται μόνο στο κρεβάτι. Χτίζεται στις μικρές στιγμές:
σε μια ειλικρινή συζήτηση στο τέλος της ημέρας,
σε ένα άγγιγμα χωρίς σκοπό,
σε ένα βλέμμα που λέει «σε καταλαβαίνω».

Υπάρχουν διαφορετικά είδη οικειότητας:

  • Συναισθηματική, όταν μοιραζόμαστε φόβους, σκέψεις και ανασφάλειες
  • Σωματική, που περιλαμβάνει το σεξ αλλά και κάθε μορφή τρυφερότητας
  • Πνευματική, όταν νιώθουμε ότι ο άλλος μας «πιάνει» σε βάθος
  • Καθημερινή, μέσα από τη συντροφικότητα και τη ρουτίνα

Όταν αυτά συνυπάρχουν, η σχέση αποκτά διάρκεια και ουσία.

Γιατί η οικειότητα χάνεται με τον καιρό

Η απώλεια οικειότητας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η αγάπη έχει χαθεί. Συχνά είναι αποτέλεσμα της καθημερινότητας. Υποχρεώσεις, άγχος, δουλειά, παιδιά, οικονομικές πιέσεις — όλα αυτά μπορούν να απομακρύνουν δύο ανθρώπους χωρίς να το καταλάβουν.

Ένας από τους βασικότερους λόγους είναι η έλλειψη επικοινωνίας. Όταν σταματάμε να μιλάμε ουσιαστικά και περιοριζόμαστε σε πρακτικά θέματα, η συναισθηματική σύνδεση αδυνατίζει.

Επίσης, ο φόβος της απόρριψης παίζει σημαντικό ρόλο. Πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν να εκφράσουν τις ανάγκες ή τις επιθυμίες τους — ακόμα και τις σεξουαλικές — από φόβο μήπως πληγώσουν ή απομακρύνουν τον σύντροφό τους.

Το σεξ ως καθρέφτης της σχέσης

Το σεξ δεν είναι ξεκομμένο από τη συναισθηματική κατάσταση της σχέσης. Αντίθετα, λειτουργεί συχνά ως καθρέφτης της. Όταν υπάρχει ένταση, αποστασιοποίηση ή θυμός, αυτά αντανακλώνται και στη σεξουαλική ζωή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε περίοδος μειωμένης επιθυμίας είναι πρόβλημα. Υπάρχουν φάσεις ζωής όπου η λίμπιντο αλλάζει φυσιολογικά. Το ζήτημα είναι αν υπάρχει διάθεση κατανόησης και όχι σιωπή.

Πώς μπορεί να επιστρέψει η οικειότητα

Η επανασύνδεση δεν απαιτεί μεγάλες κινήσεις, αλλά συνειδητή προσπάθεια.

1. Ειλικρινής επικοινωνία
Το να μιλήσεις ανοιχτά για το πώς νιώθεις — χωρίς κατηγορίες — είναι το πρώτο βήμα. Αντί για «δεν μου δίνεις σημασία», το «μου λείπει η επαφή μας» αλλάζει εντελώς τον τόνο.

2. Χρόνος χωρίς περισπασμούς
Ένα γεύμα χωρίς κινητά, μια βόλτα, μια απλή συζήτηση πριν τον ύπνο. Ο ποιοτικός χρόνος δεν χρειάζεται να είναι πολύς, αλλά πρέπει να είναι ουσιαστικός.

3. Επαφή χωρίς προσδοκία
Η τρυφερότητα χωρίς στόχο — ένα χάδι, μια αγκαλιά — βοηθά να ξαναχτιστεί η ασφάλεια και η σύνδεση.

4. Αποδοχή της αλλαγής
Οι σχέσεις εξελίσσονται. Το σεξ στα 20 δεν είναι ίδιο με το σεξ στα 40, και αυτό δεν είναι αρνητικό. Η αποδοχή αυτής της αλλαγής ανοίγει τον δρόμο για νέες μορφές οικειότητας.

Όταν η απόσταση γίνεται σιωπή

Ένα από τα πιο επικίνδυνα σημάδια σε μια σχέση δεν είναι οι καβγάδες, αλλά η αδιαφορία. Όταν οι σύντροφοι σταματούν να προσπαθούν, να συζητούν ή να αγγίζονται, η απόσταση παγιώνεται.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αναζήτηση βοήθειας — είτε μέσα από συζήτηση είτε με τη βοήθεια ειδικού — δεν είναι αδυναμία. Είναι ένδειξη ότι η σχέση αξίζει την προσπάθεια.

Η οικειότητα ξεκινά από τον εαυτό μας

Δεν μπορούμε να είμαστε πραγματικά κοντά σε κάποιον άλλον αν δεν είμαστε σε επαφή με τον εαυτό μας. Η κατανόηση των δικών μας αναγκών, ορίων και επιθυμιών είναι βασική προϋπόθεση για υγιείς σχέσεις.

Όσο καλύτερα γνωρίζουμε τον εαυτό μας, τόσο πιο αυθεντικά μπορούμε να συνδεθούμε με τον άλλον — χωρίς ρόλους, χωρίς μάσκες.

Συμπέρασμα

Η οικειότητα δεν είναι δεδομένη. Είναι μια ζωντανή διαδικασία που χρειάζεται φροντίδα, χρόνο και ειλικρίνεια. Δεν χάνεται από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε επιστρέφει με μαγικό τρόπο.

Όμως όταν δύο άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά να είναι παρόντες ο ένας για τον άλλον, η σύνδεση μπορεί όχι μόνο να επανέλθει, αλλά να γίνει βαθύτερη από πριν.




Δύο όψεις

Οι δύο όψεις του νομίσματος σε μια γνωριμία σε μια φιλία σε μια σχέση..

Από την αρχή ως το τέλος κάθε ένας έχει τη δική του οπτική γωνία και σαφώς έναν δικό του τρόπο να ερμηνεύει καταστάσεις συμπεριφορές…

Πιστεύω στις διαφορετικές απόψεις…

Κάθε ένας έχει διαφορετική άποψη έχει άλλες αντιδράσεις.. Είμαστε μεγαλωνενοι διαφορετικα..

Όσα κοινά στοιχεία και να έχουμε μερικοί..

Είμαστε διαφορετικοί.. Διότι αντιλαμβανομαστε διαφορετικά, επηρεάζομαστε διαφορετικα συνεπώς διαμοδφωνουμε άλλους χαρακτήρες..

Στην πορεία συνεχίζεται αυτό.. Με τις εμπειρίες που αποκτάει κάποιος και ούτω κάθε εξής..

Οι περισσότεροι υποστηρίζουν την άποψη τους με σθένος διότι πιστεύουν πως έχουν δίκιο, μερικοί έχουν εμπεριστατωμενες απόψεις με επιχειρήματα, άλλοι πιστεύουν πως τα έχουν…

Συνήθως έχουμε την εντύπωση ότι είμαστε αντικειμενικοι, ίσως κάποιες φορές, άλλες παλι όχι. Κάποιοι όμως μπορούν να πουν ότι η άποψη μας δεν είναι αντικειμενική αλλά υποκειμενική.

Μιλάμε με επιχειρήματα ή πεποίθησεις;

Δεν υφίσταται διαχωρισμός μεταξύ των πεποιθήσεων. Όλες οι πεποιθήσεις ενός συστήματος είναι εξίσου δικαιολογημένες, στο βαθμό που το σύστημα είναι δικαιολογημένο. Συνεπώς, η δικαιολόγηση είναι ιδιότητα του συστήματος εν τω συνόλω, και όχι των πεποιθήσεων που το αποτελούν εξατομικευμένα. Αυτό που καθορίζει την δικαιολόγηση του συστήματος είναι η συνοχή του ή η συνεκτικότητά του.

Το επιχείρημα της ψευδαίσθησης/πλάνης

Είναι δυνατή η γνώση του εξωτερικού κόσμου;

Η αντίληψη μπορεί να οδηγήσει σε πλάνη. Πως, τότε, γνωρίζουμε ότι η αντίληψη οδηγεί σε γνώση..

Χαρακτηριστικά του εγχειρήματος: ατομικιστικό, απεριόριστο από χρόνο, χώρο και πηγές.
Η γνώση είναι ένα είδος πεποιθησης.

Ορισμός του Πλάτωνα στο Θεαίτητο: πίστης αληθής μετά λόγου.

Άλλωστε, η βασική θέση του νατουραλισμού είναι ότι η γνώση είναι μια φυσική κατάσταση, και άρα πρέπει να μελετηθεί επιστημονικά.

Όμως το αίτημα της δικαιολόγησης δεν μπορεί να τεθεί για κάθε πεποίθηση εξατομικευμένα. Μια πεποίθηση είναι δικαιολογημένη και πρέπει να γίνει αποδεκτή μόνο εάν εντάσσεται σε ένα σύστημα και μόνο εάν η ένταξή της αυξάνει ή βελτιώνει την συνοχή του συστήματος.

Μαρία Δρόλια




Σχέση: Τοξική ή υγιής;

Όταν ξεκινάμε μία σχέση, την ξεκινάμε με τις πιο όμορφες προσδοκίες. Είμαστε χαρούμενοι, ενθουσιασμένοι, αισιόδοξοι και κάνουμε μακροπρόθεσμα όνειρα και σχέδια. Δημιουργούμε στο μυαλό μας την ιδανική για μας σχέση, ένα πρότυπο που έχουμε είτε μέσα από το οικογενειακό μας περιβάλλον, είτε μέσα από δικές μας διαπροσωπικές παρελθοντικές σχέσεις, είτε από τα διάφορα πρότυπα σχέσεων που προωθούνται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Ωστόσο, πολλές φορές η σχέση μπορεί να μην οδηγηθεί στο σημείο που θέλουμε, αφήνοντας μας απογοητευμένους και δυσαρεστημένους. Αυτό συμβαίνει είτε γιατί οι προσδοκίες μας για την σχέση είναι μη ρεαλιστικές είτε γιατί δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τις αλλαγές που της κάνουν κακό και την φθείρουν. Μια τέτοια σχέση μπορεί να αποβεί μοιραία τόσο για την σωματική όσο και για την ψυχική μας υγεία και να μας οδηγήσει στην κατάθλιψη. Η σχέση αυτή χαρακτηρίζεται ως τοξική.

Ενδείξεις πως βρισκόμαστε σε μια ανθυγιεινή και τοξική σχέση είναι πολλές:

  • Η σχέση μας κάνει να αισθανόμαστε άσχημα για τον εαυτό μας.
  • Αισθανόμαστε ανικανοποίητοι, ανασφάλεια, άγχος.
  • Υπάρχουν μονίμως εντάσεις, διαφωνίες και τσακωμοί. Η αδυναμία να επιλυθούν προβλήματα και να έρχονται ξανά και ξανά στην επιφάνεια είναι επίσης, χαρακτηριστική.
  • Απιστία.
  • Συναισθηματική κακοποίηση, σωματική κακοποίηση, χειριστική συμπεριφορά είναι επίσης, χαρακτηριστικά μέσα στην σχέση.
  • Έλλειψη ειλικρίνειας και σεβασμού απέναντι στον σύντροφο μας, εγωκεντρισμός και κακή επικοινωνία.
  • Αίσθηση πως μόνο ο ένας δίνει πράγματα για την σχέση και ο άλλος δεν είναι ευχαριστημένος με τίποτα.

Κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν είναι ευχάριστο, υγιές και όμορφο για μια σχέση. Αντιθέτως όλο αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογική ή και σωματική κατάπτωση. Προκαλεί απογοήτευση, κατάθλιψη, ανεπάρκεια, ακόμη και σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία. Η συνειδητοποίηση ότι βρισκόμαστε μέσα σε μια σχέση που δεν οδηγεί πουθενά και μας φθείρει πρέπει να είναι γρήγορη και άμεση.

Οι υγιείς σχέσεις πρέπει να χαρακτηρίζονται από ειλικρίνεια, αμοιβαίο σεβασμό, καλή επικοινωνία, συναισθηματική ισορροπία, εξέλιξη και ερωτισμό. Οι επιθυμίες και οι ανάγκες του κάθε συντρόφου πρέπει να εκφράζονται χωρίς φόβο για αρνητικές συνέπειες και να ενθαρρύνονται από τον άλλο σύντροφο. Οι υγιείς σχέσεις πρέπει να είναι έτοιμες να προσαρμοστούν και να ανθίσουν μέσα σε οποιαδήποτε αλλαγή.

Η αναγνώριση και η αποδοχή ότι βρισκόμαστε σε μια τοξική σχέση είναι το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της αλλαγής. Ο διάλογος με τον σύντροφο είναι επιτακτική ανάγκη, ώστε να βρεθεί μια λύση. Εάν ο σύντροφος όμως, δε μπορεί ή δε θέλει να αλλάξει, τότε η σχέση έχει κάνει τον κύκλο της και πρέπει να δοθεί ένα τέλος. Η παραμονή μας μέσα σε μια ανθυγιεινή και τοξική σχέση μπορεί να μας οδηγήσει μόνο σε αρνητικές συνέπειες και να μας κρατήσει πίσω χωρίς καμία εξέλιξη.




Οι σχέσεις απο απόσταση. Χωρισμός η δέσιμο?

Μια σχέση απο απόσταση μπορεί να είναι δίκοπο μαχαίρι.

Άλλοι λένε ότι ματια που δεν βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι η σχέση απο απόσταση μπορεί να δέσει το ζευγάρι περισσότερο και ότι η αγάπη δεν μετράει χιλιόμετρα.

Πολλά είναι τα ζευγάρια που αναγκάζονται να χωριστούν λόγω απόστασης. Είτε λόγω εργασίας,είτε σπουδών,είτε σε μικρές ηλικίες λόγω μετακόμησης της οικογένειας,είτε λόγω στρατού ή σωφρονιστικού ιδρύματος και για άλλους πολλούς λόγους.

Δεν είναι εύκολο να κρατηθεί μια σχέση αποο απόσταση εάν δεν έχει γερά θεμέλια. Ο πρώτος και βασικός παράγοντας που φέρνει αντιμέτωπο το ζευγάρι είναι η ζήλεια. Ο ένας δεν είναι στην καθημερινότητα του άλλου και όση εμπιστοσύνη και να υπάρχει οι σύντροφοι ζηλεύουν διότι δεν μπορούν να έχουν τον έλεγχο. Σε αυτό το σημείο όλα είναι θέμα κατα πόσο είναι ζηλιάρης ο κάθε σύντροφος και πόση εμπιστοσύνη υπάρχει.

Απο την άλλη πλευρά το να σου λείπει ο σύντροφός σου είναι κάτι που κάνει την σχέση πιο δυνατή. Η λαχτάρα για το πότε θα ανταμώσει το ζευγάρι κάνει την επιθυμία πιό έντονη.

Πριν χωρίσεις λόγω απόστασης σκέψου καλά εάν αξίζει να διαλύσεις κάτι πριν κάτι δοκιμαστεί.Τα πάντα τα δείχνει ο χρόνος. Λάβε υππόψιν σου τα θετικά, κάνε τον απολογισμό σου και πράξε αναλόγως. Εαν η σχέση σου είναι σοβαρή δοκίμασέ το. Εάν είναι δυνατή θα κρατήσει και δεν θα μετριέται σε χιλιόμετρα.




Το χρονικό μιας «σχέσης χωνί»…

Το ερώτημα πώς θα κάνεις έναν άντρα να παραμείνει κοντά σου διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του για σένα απασχολεί ένα μεγάλο μέρος των γυναικών…

Τα πράγματα είναι απλά. Πολύ πιο απλά, από τον βαθμό δυσκολίας που συνήθως τους αποδίδουμε. Πρέπει να διατηρείς σταθερότητα χωρίς να σταματάς να προσπαθείς για την σχέση σου και να είσαι ο εαυτός σου. Συνταγές υπάρχουν πολλές, δύσκολες στην εκτέλεση και η επιτυχία δεν είναι σίγουρο αποτέλεσμα.

Μια σχέση αρχίζει από την έλξη που θα νιώσουν δύο άτομα και η έλξη αυτή θα τα κάνει να βρουν οπωσδήποτε τρόπο ώστε να έχουν την πρώτη επαφή. Στα πλαίσια αυτής, θα προσπαθήσουν να «εντυπωσιάσουν» τον συνομιλητή τους, να δείξουν τον καλύτερο εαυτό τους αμφότεροι και να καταλήξουν στο συμπέρασμα για το αν μπορούν να τα «βρουν».

Αν κάτι στραβώσει, κατά την διάρκεια, σηκώνεσαι, ισιώνεις τη φούστα σου και σκέφτεσαι: «πάμε γι´άλλα». Στην αντίθετη περίπτωση, πάει καλά και προχωράμε…Ραντεβού νούμερο δύο. Εκεί υπάρχει πιο ήπιο κλίμα, αφού και οι δύο νιώθουν πιο άνετα και χαλαρώνουν λιγάκι. Η προσπάθεια όμως, προσπάθεια… οι άντρες προσπαθούν να δείξουν πως το είδος τους όπως πιστεύουν οι περισσότερες γυναίκες δεν έχει εξαφανιστεί τις κάνουν να νιώσουν όμορφες, θελκτικές και μοναδικές .

Όσο για το ωραίο φύλο, φροντίζει να φερθεί με παρόμοιο τρόπο. Το παιχνίδι των εντυπώσεων καλά κρατεί…Όσο για το σεξ, αυτό έρχεται για να καθορίσει την συνέχεια… Πότε όμως αρχίζει να στραβώνει μια σχέση; Όταν η σχέση αυτή αρχίζει να μοιάζει με «σχέση χωνί».

Στην αρχή σε παίρνει τηλέφωνο σαράντα φορές τηλέφωνο για να δει τι κάνεις, να σου πει ότι σ’ έχει επιθυμήσει ενώ εσύ το απολαμβάνεις και ταυτόχρονα απορείς και αναρωτιέσαι: «καλά μόνο εμένα σκέφτεται δουλειές δεν έχει»; Στη συνέχεια τα τηλέφωνα αραιώνουν δραματικά και περιορίζονται μόνο όταν υπάρχει διαδικαστικό ζήτημα του τύπου που θα βρεθούμε, πότε κ.τ.λ. Όσο για τα μηνύματα που το περιεχόμενό τους θυμίζει Ρωμαίο και την σύντροφό του, ούτε λόγος… περιορίζονται με τον ίδιο τρόπο και την ίδια δικαιολογία από μέρους του αγαπημένου σας, αν εσείς διατυπώσετε παράπονο: «καλά παιδιά, είμαστε, τώρα». Είναι πρόθυμος να πάτε όπου εσείς επιθυμείτε ενώ αργότερα, βρίσκει κάθε επιλογή σας ακατάλληλη. Κάθε φορά που είναι να βρεθείτε (στην αρχή), είναι εκεί και σε περιμένει με ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά, αργότερα μπορεί να βρίσκει δικαιολογίες για την αργοπορία του, ακόμη και να προφασίζεται διάφορους λόγους οι οποίοι δεν τον αφήνουν να έρθει κοντά σας. Ξέρετε… είμαι κουρασμένος (το πιο συνηθισμένο), είχα πολύ δουλειά στο γραφείο (σίγουρο και ανεξιχνίαστο) άσχετο αν βαριόταν και σκότωνε μύγες όλη μέρα και άλλα του ιδίου τύπου.

Το χωνί της σχέσης στενεύει ακόμη περισσότερο, όταν ο καλός σας αρχίζει να ανοίγει την τηλεόραση, ενώ εσείς είχατε στο μυαλό σας να επαναλάβετε το βασικό ένστικτο με πολλές παραλλαγές… όταν δε, σου λέει συχνότατα, νυστάζω, ας το αφήσουμε καλύτερα … να κάνετε αυτό με τη φούστα, που λέγαμε παραπάνω.Το παιχνίδι των σχέσεων υπέροχο, στην αρχή. Στη συνέχεια λίγο βαρετό με πολλές επαναλήψεις, παραλήψεις και υποχωρήσεις που βαφτίζονται στο όνομα του έρωτα, της αγάπης ή της συνήθειας. Η σχέση σιγά σιγά μετατρέπετε σε ρουτίνα. Μια ρουτίνα, ναι μεν παρέχει ασφάλεια αλλά σας κάνει να ψιθυρίζεται: τι κρίμα!!! όταν σκέφτεστε τις παλιές καλές μέρες, που όλα είχαν άλλη «διάσταση» και γεύση.

Δεν είναι όμως πάντα έτσι.Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αλλά για να τις πετύχεις απαιτείται μεγαλύτερη τύχη από αυτήν που σου χρειάζεται για να πιάσεις το τζακ ποτ του ΛΟΤΤΟ και μάλιστα σε περίοδο πρωτοχρονιάς.Αν ανήκετε σε αυτήν την κατηγορία, απλά είστε τυχερή.

Αυτό που με ανησυχεί τώρα, είναι πως τελευταία παρατηρείται το γεγονός η σχέση να μετατρέπεται σε χωνί, σε χρόνο ρεκόρ. Και ασφαλώς δεν μιλάμε για την φυσιολογική φθορά και τριβή που έχουν δύο άνθρωποι που βρίσκονται καιρό μαζί. Μιλάμε για την διάθεση που έχει κανείς να αφιερώσει χρόνο καταβάλλοντας συγχρόνως κόπο…για να πετύχει η συνταγή. Αυτή η διάθεση εξανεμίζεται πριν προλάβεις να πεις «κύμινο» και φτάνεις στο σημείο να μην αναγνωρίζεις αυτόν που στην αρχή… έταζε ουρανούς, άστρα και ένα κάρο γαλαξίες από πίσω! Όλα αυτά τα μαγικά που γίνονται στην αρχή, ακολουθούν την φθίνουσα πριν ακόμη εσύ το καταλάβεις, αποδεικνύοντας την σοφία του λαού που κρύβει η φράση: «καινούργιο κοσκινάκι μου…».

Τώρα μπορεί η κατάσταση να οδηγηθεί με το να βρεθείς στα σκαλιά μιας εκκλησίας, να κρατάς μια ανθοδέσμη και να επιβεβαιώνεις το παραμύθι της Σταχτοπούτας καθώς και τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο που όλες οι ιστορίες τελείωναν με αυτόν ακριβώς τον τρόπο. Αλλά μήπως, στο σημείο αυτό πρέπει να ανησυχήσετε για το αν η σχέση που σας οδήγησε σε αυτήν την θέση, ήταν μια «σχέση χωνί»;

από την Κωνσταντίνα Γεράκη




Γιατί δε φεύγει;

Υπάρχει πληθώρα λόγων – ψυχολογικοί και πρακτικοί – οι οποίοι καθιστούν δύσκολο έως αδύνατο το εγχείρημα του να απομακρυνθεί από μια κακοποιητική σχέση ένα άτομο που υπόκειται κακοποίηση. (Στο παρόν άρθρο μιλώ για γυναίκες αλλά αυτά που λέω ισχύουν και για άντρες που υπόκεινται κακοποίηση.)

Για να καταλάβουμε το γιατί δε φεύγει μια γυναίκα από μια κακοποιητική σχέση πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τη φύση της κακοποιητικής σχέσης κι έπειτα την ψυχοσύνθεση ενός ατόμου που κακοποιείται συστηματικά.

Ας ξεκινήσουμε με τη φύση της κακοποιητικής σχέσης. Όσοι αναρωτιούνται «Μα γιατί δε φεύγει, εγώ στη θέση της θα έφευγα μόλις έπεφτε το πρώτο χαστούκι» δεν καταλαβαίνουν πως η κακοποίηση δεν ξεκινά με τον έντονο τρόμο και την πιθανή βία τα οποία το θύμα βιώνει στο σήμερα μετά από χρόνια σχέσης. Η κακοποίηση ξεκινά σχεδόν πάντα με «άκακα» λεκτικά και μη-λεκτικά μηνύματα. Ένας «αθώος» καγχασμός/μορφασμός εν είδει αστείου όταν η γυναίκα μιλά για ένα της επίτευγμα, σχόλια του τύπου «Πώς είσαι έτσι, μωρέ» όταν η γυναίκα φορέσει τα καινούργια ρούχα που αγόρασε, ή «άσε να το χειριστώ εγώ, ξέρουμε πως δεν είσαι και η πιο έξυπνη» ειπωμένα δήθεν χαριτωμένα, είναι αυτά που βιώνει η γυναίκα λίγο μετά το ξεκίνημα της σχέσης. Φυσικά αυτά τα λεκτικά και μη-λεκτικά μηνύματα συνοδεύονται από πληθώρα γλυκών εκδηλώσεων αγάπης, που σε συνδυασμό με τα συναισθήματα της γυναίκας προς τον σύντροφό της, θολώνουν την κρίση της μπερδεύοντάς τη, και τα παραβλέπει. Αυτό που όμως δεν μπορεί να αντιληφθεί είναι πως όλες αυτές οι λεκτικές και μη συμπεριφορές σιγά-σιγά δηλητηριάζουν και εν τέλει διαβρώνουν τον ψυχισμό της. Η γυναίκα αρχίζει να χάνει την αυτοπεποίθησή της, αρχίζει να νιώθει ανασφάλεια για την προσωπικότητά της και τον χαρακτήρα της, και αρχίζει να πιστεύει πως αυτό που της λέει ο σύντροφός της για την ίδια και την αξία της μάλλον είναι αλήθεια δεδομένου πως, όπως λέει, την αγαπά και θέλει το καλό της. Με αυτόν τον τρόπο σιγά-σιγά ο σύντροφος αποκτά πάτημα για να προχωρά σε όλο και χειρότερες λεκτικές και μη συμπεριφορές (ύβρεις και χειροδικία).

Ένα καλό παράδειγμα/παρομοίωση για να καταλάβουμε πως λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός, είναι να σκεφτούμε την καρέκλα που έχουμε όλοι στο σπίτι μας (συνήθως στο υπνοδωμάτιο) η οποία είναι γεμάτη ρούχα. Τις πρώτες μία, δύο, τρεις φορές που θα πετάξουμε ένα ρούχο μας πάνω στην καρέκλα, όλα είναι εντάξει. Η καρέκλα έχει τρία μπλουζάκια πάνω. Προτού όμως το καταλάβουμε η καρέκλα έχει μια στοίβα ρούχα πάνω της και απορούμε πως έφτασε το πράγμα σε αυτό το σημείο! Πως ξέφυγε. Εμείς μόνο ένα μπλουζάκι πετάξαμε πάνω στην καρέκλα!

Η κακοποίηση έχει παρόμοια, ύπουλη εξέλιξη. Ξεκινά με ένα μισο-αστείο, μισο-υποτιμητικό σχολιάκι και πριν το καταλάβεις βρίσκεσαι στο πάτωμα, μετά από καυγά, έχοντας φάει ένα χαστούκι, με τον σύντροφό σου να κλαίει και να ορκίζεται πως σε αγαπά, πως δε θα το ξανακάνει ποτέ, πως θόλωσε, του είπες κι εσύ εκείνο το πράγμα που τον εξαγρίωσε (ωπ να την και η μετάθεση ευθύνης για το χαστούκι που μόλις έφαγες), αλλά καταλαβαίνει το λάθος του και δε θα το επαναλάβει. Παρατηρούμε πως ακόμη και τη στιγμή που ο θύτης απολογείται, πλημμυρίζοντας το θύμα με δηλώσεις αγάπης και μεταμέλειας, θα φροντίσει να προσθέσει ένα φευγαλέο μικρό σχόλιο για την ευθύνη που φέρει η ίδια η γυναίκα για το ξέσπασμά του, που οδήγησε στο χαστούκι που της έριξε. Η μετάθεση της ευθύνης στο θύμα της κακοποίησης είναι μια συνήθης πρακτική η οποία αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο τη γυναίκα διότι ενισχύει την πεποίθηση πως το φταίξιμο γι’ αυτό που της συμβαίνει είναι δικό της. Η ενοχή είναι κάτι που νιώθει κατεξοχήν το θύμα και όχι ο θύτης. Η ενοχή που νιώθει η γυναίκα μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια προσπάθεια του θύματος να βγάλει ένα χρήσιμο συμπέρασμα από την καταστροφή την οποία μόλις έζησε (την κακοποιητική συμπεριφορά) και να ανακτήσει μια αίσθηση δύναμης και ελέγχου. Το να πιστέψει πως θα μπορούσε να είχε κάνει εκείνη κάτι διαφορετικά και καλύτερο ώστε να υπήρχε καλύτερη έκβαση στον καυγά (όχι χαστούκι) μπορεί να είναι πιο υποφερτό σαν σκέψη από το να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, που είναι πως είναι αβοήθητη.

Το αίσθημα ανημποριάς της γυναίκας εντείνεται λόγω της αποσύνδεσής της από ένα υποστηρικτικό, φιλικό ή συγγενικό, περιβάλλον. Πολύ συχνά ο σύντροφος κάνει κινήσεις οι οποίες οδηγούν στην αποκοπή της γυναίκας από τους φίλους και τους συγγενείς της. Στην αρχή αυτές οι κινήσεις μοιάζουν άκακες («ας δούμε τους δικούς μου συγγενείς/φίλους αντί για τους δικούς σου») έως και κολακευτικές («ας βγαίνουμε πάντα μαζί», «δε μου αρέσει να βγαίνεις μόνη σου, θέλω να είμαστε πάντα μαζί»). Σύντομα όμως η γυναίκα βρίσκει τον εαυτό της χωρίς ένα δίκτυο ανθρώπων στο οποίο να μπορεί να στραφεί στην ώρα ανάγκης της για ψυχολογική, ηθική, ή και πρακτική υποστήριξη.

Για να αντιληφθούμε την ψυχοσύνθεση ενός ατόμου που κακοποιείται συστηματικά, πρέπει να εστιάσουμε στις πράξεις του θύτη. Αυτό που κάνει ο θύτης ξεκινώντας με άσχημα, ύπουλα σχολιάκια και καταλήγοντας ενίοτε στη βία, είναι να ασκεί ψυχολογικό έλεγχο και εξουσία. Οι μέθοδοι καθιέρωσης ελέγχου πάνω σε ένα άτομο είναι βασισμένες στη συστηματική, επαναλαμβανόμενη πρόκληση ψυχολογικού τραύματος. Πρόκειται για πράξεις που προκαλούν αποδυνάμωση, τρόμο, και αίσθημα ανημποριάς. Ο θύτης μπορεί να μην χρειάζεται καν την πρόκληση βίας ως εργαλείο χειρισμού της γυναίκας. Η απειλή θανάτου ή πρόκλησης τραυματισμού της γυναίκας ή των παιδιών της είναι αρκετά για να κρατήσουν το θύμα σε μία μόνιμη κατάσταση τρόμου. Οι απειλές είναι πολύ συχνότερες από την βία επί του πρακτέου. Σκεφτείτε να ζείτε, να περπατάτε, να ψωνίζετε, να συζητάτε, έχοντας έναν μόνιμο φόβο, που δεν μπορείτε να ξεχάσετε, πως κάτι θα συμβεί σε εσάς ή τα παιδιά σας.

Ο κακοποιητικός σύντροφος όμως δεν μεταδίδει στη γυναίκα μόνο τον φόβο του θανάτου ή της βίας, αλλά επιπλέον την κάνει να νιώθει ευγνωμοσύνη που της επέτρεψε να γλιτώσει τον θάνατο ή τη βία. Επιζώντες κακοποίησης έχουν δηλώσει πως πολλές φορές πίστευαν πως θα πεθάνουν (χωρίς καν να τους ασκηθεί βία, μόνο με την απειλή!) και πως τους χαρίστηκε η ζωή την τελευταία στιγμή. Μετά από πολλές επαναλήψεις αυτού του κύκλου (πίστεψα πως θα πέθαινα-μου χάρισε τη ζωή), το θύμα μπορεί να βιώσει το παράδοξο να βλέπει τον θύτη της ως τον σωτήρα της που της χάρισε την ευκαιρία να ζήσει.

Επιπρόσθετα της πρόκλησης φόβου, ο θύτης επιδιώκει να καταστρέψει την αυτονομία του θύματος. Αυτό επιτυγχάνεται με έλεγχο του τι φορά το θύμα («αυτή η φούστα είναι πρόστυχη μην την φορέσεις», «στρινγκ φοράνε μόνο οι πόρνες»), πότε θα μιλήσει («τώρα μιλάνε οι άντρες, πήγαινε στην κουζίνα σου»), και πως θα διαχειριστεί το σώμα της («τώρα είσαι μαζί μου δε χρειάζεται να βάφεσαι/φτιάχνεις τα μαλλιά σου/βάφεις τα νύχια σου/κάνεις αποτρίχωση στα γεννητικά όργανα», «σταμάτα να τρως αυτές τις αηδίες», «σταμάτα να πίνεις αλκοόλ, η γυναίκα που είναι σε σχέση με μένα δεν θα πίνει αλκοόλ»). Ακόμη κι αν οι βασικές σωματικές ανάγκες του θύματος (ένδυση, τροφή κλπ) ικανοποιούνται, αυτή η προσβολή της σωματικής της αυτονομίας την ντροπιάζει και σιγά-σιγά της καταστρέφει το ηθικό και την αυτοπεποίθηση.

Και φτάνουμε στην ντροπή. Η οποία, μαζί με την ενοχή, είναι κάτι που βιώνει έντονα το θύμα (αντί για τον θύτη). Διότι παρά τον ψυχολογικό τραυματισμό που υπόκειται, η γυναίκα νιώθει πως αυτό που της συμβαίνει αποτελεί παραβίαση της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητάς της. Και νιώθει ντροπή και ενοχές διότι σκέφτεται πώς φέρει όλη την ευθύνη η ίδια γι’ αυτό που της συμβαίνει. Η γυναίκα όμως δεν μπορεί να κάνει μια δίκαιη, σωστή εκτίμηση της κατάστασής της μέχρι να φτάσει στο σημείο να καταλάβει πέραν πάσης αμφιβολίας πως καμία πράξη εκ μέρους της δεν απαλλάσσει τον σύντροφό της από την ευθύνη των κακοποιητικών πράξεών του.

Επομένως μπορούμε να καταλάβουμε πως όταν μιλάμε για μια γυναίκα η οποία βρίσκεται σε μια σχέση στην οποία υπάρχει λεκτική ή/και μη-λεκτική κακοποίηση, δεν μιλάμε για μια γυναίκα με ακέραιο ψυχισμό αλλά για μια γυναίκα της οποίας ο ψυχισμός έχει διαταραχθεί, που έχει υποστεί αργό και σταθερό ψυχολογικό τραυματισμό, αποδυνάμωση της προσωπικότητάς της και της αυτοπεποίθησής της, αποσύνδεσή της από υποστηρικτικό (φιλικό ή συγγενικό) περιβάλλον, η οποία ζει σε καθεστώς μόνιμου τρόμου, με φόβο για τη σωματική της ακεραιότητα και τη σωματική ακεραιότητα των παιδιών της, ακόμα κι αν δεν της ασκείται συχνά βία. Κοινώς, μιλάμε για μία γυναίκα παγιδευμένη.

Αυτή η κατάσταση «ομηρίας» εξαιτίας της κατακερματισμένης ψυχολογίας της γυναίκας εντείνεται λόγω των πρακτικών εμποδίων που την δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο να ξεφύγει.

Ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο πολλές γυναίκες δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τον γάμο/σχέση τους είναι η έλλειψη οικονομικής ανεξαρτησίας. Είτε λόγω επαγγελματικής απειρίας είτε εξαιτίας πίεσης από τον σύντροφο, η γυναίκα δεν έχει δική της δουλειά και κατ’ επέκταση δικά της χρήματα. Αυτό την κάνει ευάλωτη καθώς η επιβίωσή της (και η επιβίωση των παιδιών της) εξαρτάται εξ’ ολοκλήρου από τον σύντροφο. Ακόμη κι αν έχει όμως δική της δουλειά είναι πολύ πιθανό πως ο σύντροφος έχει απόλυτη εξουσία και έλεγχο επί της διαχείρισης των οικονομικών (όπως και σε κάθε άλλο τομέα της ζωής της) καθιστώντας την εξαρτημένη από εκείνον.

Ακόμα κι αν σχηματιστεί η ιδέα της φυγής από το κακοποιητικό περιβάλλον, η αμέσως επόμενη σκέψη της γυναίκας είναι «Πού θα πάω;». Πολλές γυναίκες στερούνται ενός ασφαλούς μέρους στο οποίο μπορούν να πάνε μόνες ή με τα παιδιά τους. Δεν έχουν ένα πατρικό/μητρικό σπίτι στο οποίο να μπορούν να επιστρέψουν, κι ακόμη κι αν έχουν μπορεί να μην νιώθουν πως θα είναι ασφαλείς από τον κακοποιητικό σύντροφο σε αυτό το σπίτι. Ο τρόμος πως όπου κι αν πάνε ο σύντροφος θα τις βρει και θα τις βλάψει είναι βαθιά εμποτισμένος μέσα τους.

Φυσικά υπάρχουν πολλές γυναίκες οι οποίες καταφέρνουν και ξεφεύγουν από τις κακοποιητικές τους σχέσεις. Το να φτάσει όμως η γυναίκα να κάνει το βήμα να φύγει από την κακοποιητική σχέση είναι κάτι δύσκολο, και η προτροπή «απλά φύγε» ή «απλά εγκατέλειψέ τον» είναι πολύ δυσκολότερη απ’ όσο ακούγεται. Απαιτούνται πολλά «στάδια προετοιμασίας» (δημιουργία σταθερού υποστηρικτικού περιβάλλοντος-άνθρωποι που θα ακούσουν τη μαρτυρία της γυναίκας για την κακοποίησή της και θα την πιστέψουν, εύρεση ασφαλούς καταλύματος για την ίδια και τα παιδιά της, νομικά βήματα για εξασφάλιση της σωματικής της ακεραιότητας και των παιδιών της στο μέγιστο δυνατό βαθμό κ.α.) που μπορούν να συζητηθούν σε ένα άλλο άρθρο με λεπτομέρεια.

Για την ώρα ας αρκεστούμε στο ότι η πραγματικότητα μιας γυναίκας που ζει σε καθεστώς κακοποίησης είναι σκληρή και δύσκολη, και είναι κρίμα να την μειώνουμε με μια σκληρή, ανίδεη, κακοποιητική ερώτηση όπως «μα γιατί δε φεύγεις;».

Νάσια Μετόκη

Πηγή