Παιδαγωγικές αρχές διαφοροποιημένης διδασκαλίας

1. ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Όλοι οι μαθητές θέλουν να συνεισφέρουν και να γίνουν αποδεκτοί από το περιβάλλον τους. Η διαφοροποιημένη τάξη προσφέρει ευκαιρίες στους μαθητές να συνειδητοποιήσουν την αξία της διαφορετικότητας και εμβαθύνει σε θέματα δικαιοσύνης και συνεργασίας.

2. ΕΠΙΛΟΓΗ
Οι μαθητές σε μια διαφοροποιημένη τάξη έχουν τη δυνατότητα της επιλογής στο τι μαθαίνουν, στο πώς θα το μάθουν και στον τρόπο που θα εκφράσουν αυτό που έμαθαν. Το μαθησιακό περιβάλλον είναι ανάγκη να δώσει ποικιλία επιλογών στο τι και το πώς της μάθησης προκειμένου να ικανοποιήσει τις ατομικές ικανότητες και τα διαφορετικά ταλέντα των μαθητών.

3. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί συμφωνούν ότι οι μαθητές μαθαίνουν καλύτερα μέσα από συνεργατικές διαδικασίες με τους συμμαθητές τους και με το δάσκαλό τους. Η συνεργασία κάνει τις μαθησιακές δραστηριότητες πιο ελκυστικές και ευχάριστες, αναπτύσσει την αυτοεκτίμηση των μαθητών, ιδιαίτερα εκείνων με δυσκολίες μάθησης και τους βοηθά να αποκτήσουν μία δεξιότητα την οποία θα αξιοποιήσουν αργότερα στη ζωή τους.

4. ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ
Η νέα γνώση αποθηκεύεται στη μακροπρόθεσμη μνήμη όταν συνδεθεί με τις προηγούμενες εμπειρίες, γνώσεις και ενδιαφέροντα του μαθητή. Στην περίπτωση της Γ2 η νέα γνώση πρέπει να συνδεθεί με τη μητρική γλώσσα, με τις προϋπάρχουσες γνώσεις τους και με τον πραγματικό κόσμο στον οποίο ζουν. Οποιαδήποτε σύνδεση έχει θετική επίδραση και αποτελεί σημαντικό στόχο σε κάθε μάθημα διαφοροποιημένης διδασκαλίας.

5. ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΜΑΘΗΣΗΣ
Η έρευνα του εγκεφάλου και της Νευροεπιστήμης αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος μαθαίνει μέσα από διαφορετικές μεθόδους: διερεύνηση, απομνημόνευση, τεχνολογία, κοινωνικοποίηση και πολλά άλλα. Στη διαφοροποιημένη τάξη εφαρμόζονται νέες μέθοδοι μάθησης και διδασκαλίας. Η μάθηση δε αποτελεί πλέον ένα μονόδρομο αλλά μια πράξη αλληλεπίδρασης και αξιοποίησης ποικίλων εργαλείων. Η διαφοροποίηση δε ζητά από τον εκπαιδευτικό να αλλάξει τον τρόπο που διδάσκει αλλά να επεκτείνει το ρεπερτόριό του σε μια προσπάθεια να προσεγγίσει μερικούς ακόμα μαθητές.

6. ΑΝΟΙΧΤΟΤΗΤΑ
Η μάθηση γύρω από ένα θέμα μπορεί να πάρει τη μορφή διερεύνησης επεκτείνοντάς το σε νέες διαστάσεις. Μπορούμε να ενθαρρύνουμε τους μαθητές να θέτουν περισσότερες ερωτήσεις (η περιέργεια είναι σημαντική για τη μάθηση) από το να δίνουν μία απάντηση. Στρατηγικές όπως η Σωκρατική μέθοδος και δραστηριότητες με στόχο τα επίπεδα ανώτερης μάθησης της ταξινομίας Bloom ή του μοντέλου DOK είναι στρατηγικές που δίνουν ανοικτές προδιαγραφές διδασκαλίας απαραίτητες σε μία διαφοροποιημένη τάξη.

7. ΡΟΥΤΙΝΑ
Η κατάλληλη διαχείριση της τάξης φαίνεται να κυριαρχεί όλων των στοιχείων του Αναλυτικού Προγράμματος. Η διδασκαλία διαδικασιών/ρουτινών ενισχύει τη κατάλληλη διαχείριση της τάξης και περιλαμβάνει την επεξήγηση, τη δοκιμή και την υποστήριξη/ενθάρρυνση. Λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της τάξης ο εκπαιδευτικός διδάσκει ρουτίνες συμπεριφοράς στους μαθητές ενισχύοντάς τους το αίσθημα ασφάλειας και προσδοκίας, εξασφαλίζοντας τον έλεγχο του περιβάλλοντος και ταυτόχρονα ενεργοποιώντας τη μνήμη στα όσα διδάχθηκαν. Η δομή είναι σημαντική. Χωρίς σαφείς προσδοκίες για τη διαχείριση της τάξης και τη γνωστοποίησή τους στους μαθητές η διαφοροποίηση θα είναι δύσκολο.

8. ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΜΕΘΟΔΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ
Όσο μεγαλύτερη ποικιλία περιλαμβάνει ο εκπαιδευτικός στις μεθόδους αξιολόγησης των μαθητών (διαμορφωτική, γραπτή ή προφορική, προγραμματισμένη ή έκτακτη) τόσο μεγαλύτερη ανατροφοδότηση θα έχει για τη διαδικασία και τα αποτελέσματα της μάθησης. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να γνωρίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει κάθε μαθητής του. Αυτή η ουσιαστική γνώση των δεξιοτήτων του κάθε μαθητή απαιτεί περισσότερο ανάλυση της πορείας του και λιγότερο αξιολόγηση της τελικής του επίδοσης. Ακόμα, είναι σημαντική η συνολική εικόνα της πορείας του μαθητή ώστε να του δοθεί η υποστήριξη και η ενθάρρυνση που θα βελτιώσει την αυτοπεποίθησή του.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




4 Μεγάλοι παιδαγωγοί: Θεωρίες και παιδαγωγικές πρακτικές

O ρόλος του εκπαιδευτικού είναι πολυδιάστατος. Παλιότερα επικρατούσε το παραδοσιακό μοντέλο διδασκαλίας, όπου οι μαθητές γίνονταν παθητικοί δέκτες της γνώσης,  χωρίς να διαδραματίζουν κάποιο ουσιαστικό ρόλο στην μαθησιακή διαδικασία. Στο ρόλο του δασκάλου ήταν ενσωματωμένη η διδασκαλική αυθεντία. Η διδασκαλική αυθεντία ήταν γνωστική, ηθική και κυριαρχική αυθεντία. Με λίγα λόγια, ο δάσκαλος ήταν αυτός που κατείχε τις γνώσεις, αποτελούσε το ηθικό πρότυπο και διέθετε την απόλυτη κυριαρχία. Κυρίως υπερίσχυε η «μονολογική μορφή διδασκαλίας», όπου ο εκπαιδευτικός μετέφερε τις γνώσεις προφορικά και δεν διεξήγαγε κανέναν διάλογο με του μαθητές του. Στο παραδοσιακό εκπαιδευτικό σύστημα κυριαρχούσε το πρότυπο ενός μαθητή παθητικού και συμμορφωμένου στα προαπαιτούμενα του δασκάλου και ένας δάσκαλος που αποτελούσε τον κατεξοχήν δρώντα πρόσωπο.

Σταδιακά σημειώθηκαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις της παιδαγωγικής θεωρίας και πράξης. Σπουδαίοι παιδαγωγοί εναντιώθηκαν προς τις επικρατέστερες τότε αυταρχικές παιδαγωγικές μεθόδους και υιοθέτησαν παιδαγωγικές πρακτικές που τοποθετούν στο επίκεντρο τον μαθητή και όχι τον δάσκαλο.

Πηγή εικόνας: pbs.twimg.com

Ζαν-Ζαν Ρουσσώ (1712-1778)

Αρχικά, ο φιλόσοφος και συγγραφέας Ζαν-Ζακ Ρουσσώ τον 18ο αι. επηρεασμένος από την Πλατωνική «Πολιτεία» αμφισβήτησε την αξία της δασκαλοκεντρικής διδασκαλίας και εστίασε στη σπουδαιότητα του «Εξελικτικού-Μαιευτικού διαλόγου». Υποστήριξε πως ο εκπαιδευτικός μέσω τον ερωτήσεων οδηγεί του μαθητές στην ανακάλυψη της γνώσης. Δεν ενδείκνυται η παρουσία ενός δασκάλου που «φοβάται και καλοπιάνει τους μαθητές του» (Πολιτεία). Σαφώς ο μαθητής απομυθοποιεί την αυθεντία μέσα από τον διάλογο και συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία της μάθησης. Το έργο του Αιμίλιος ή Περί Αγωγής αποτέλεσε την αφετηρία της Νέας Παιδαγωγικής. Αξίζει να σημειωθεί πως κατά τον Ρουσσώ, η ανεξαρτησία και η αυτονομία του παιδιού αποτελούν τα βασικά θεμέλια ανάπτυξης της προσωπικότητας του παιδιού και τα μέσα οικοδόμησης της γνώσης. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού περιορίζεται στην από απόσταση παρατήρηση συμβάλλοντας στην ενίσχυση της αυτογνωσίας  των παιδιών και στην ώθηση για αναγνώριση της αυτοδυναμίας τους. «Όλη η μάθηση των παιδιών εντοπίζεται αποκλειστικά στην αίσθηση» (Αιμίλιος ή περί αγωγής, ΙΙΙ, 2006). Η σχέση εκπαιδευτικού-μαθητή παύει να είναι μία σχέση ισχύος. Το παιδί στα πλαίσια της εν λόγω παιδαγωγικής πράξης γίνεται κύριος του εαυτού του και απαλλάσσεται από κάθε είδους εξάρτηση. Αυτό θεωρήθηκε πως θα συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη της ιδιωτικής βούλησης και κατ’ επέκταση στην διαμόρφωση της προσωπικότητας ενός ανθρώπου που μεταγενέστερα θα ανταποκρίνεται επάξια στο ρόλο ενός ευσυνείδητου πολίτη.

Πηγή εικόνας: ianos.gr

Φρανσίσκο Φερέρ (1859-1909)

Ένας ακόμα παιδαγωγός που υποστήριξε με σθένος την παντοδυναμία της γνώσης και της αγωγής είναι ο Φρανσίσκο Φερέρ. Ο ίδιος αποστασιοποιήθηκε από τα δεδομένα της τότε εποχής και εξέφρασε αισιοδοξία και πίστη στον άνθρωπο. Ισχυριζόταν πως η εκπαίδευση δύναται να αποτελέσει θεμελιώδη παράγοντα κοινωνικής αλλαγής. Βασική αρχή της νέας παιδαγωγικής μεθόδου ήταν η διασφάλιση της ελευθερίας και της δικαιοσύνης όλων των κοινωνικών ομάδων, καταρρίπτοντας τα στερεότυπα και συμβάλλοντας καθοριστικά στην εξάλειψη των προκαταλήψεων και κοινωνικών διακρίσεων. Για το λόγο αυτό εφαρμόζει παιδαγωγικές στρατηγικές που προάγουν την συνεκπαίδευση των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων με γνώμονα τη διασφάλιση της ισότητας. Ο καλός εκπαιδευτικός διακρίνεται από τη προσπάθεια να παραμερίσει τις δικές του επιθυμίες και να θέσει ως πρωταρχικό του μέλημά την υποστήριξη και τη καθοδήγηση του μαθητή, να αναπτύξει και να καλλιεργήσει τις δεξιότητές του προασπίζοντας τον πλήρη έλεγχο του εαυτού του. Δύο από τα βασικά χαρακτηριστικά των παιδαγωγικών ιδεών του Φερέρ ήταν πως το σχολείο μέσω της κατάλληλης παιδαγωγικής πράξης συμβάλλει στη διάπλαση προσωπικοτήτων που δεν συμβαδίζουν με τα καθολικά κοινωνικά πρότυπα, που είναι κοινωνικά κατασκευασμένα και οδηγούν τα άτομα στην αλλοτρίωση, αλλά που χαρακτηρίζονται από ελευθερία έκφρασης και δυνατότητα ατομικής βούλησης. Τέλος, το δεύτερο και σημαντικότερο χαρακτηριστικό που αποτέλεσε την βασική αρχή της παιδαγωγικής μεθόδου και έδωσε το έρεισμα για τη προαγωγή της διαπολιτισμικότητας σε μία πολυπολιτισμική τάξη ήταν η προάσπιση της αρχής της ισότητας.

Πηγή εικόνας: outsidetheegg.wordpress.com

Τζον Ντιούι (1859-1952)

Ο Τζον Ντιούι ήταν και ο ίδιος υπερασπιστής των αρχών της δημοκρατίας και της ισότητας. Υπερασπιζόταν μία διαδικασία μάθησης που να στηρίζεται στην εμπειρία και στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Πιο συγκεκριμένα, διατείνεται πως το παιδί θα πρέπει να έρθει σε επαφή με ασχολίες καθημερινής ζωής. Το σχολείο δηλώνεται πως αποτελεί μία μικρογραφία της κοινωνίας και μέσω της συμμετοχής του παιδιού στις σχολικές δραστηριότητες,  το παιδί αντιλαμβάνεται κάποιες στοιχειώδεις ανάγκες της κοινοτικής ζωής. Επίσης, θεωρείται πως τα προοδευτικά σχολεία προσφέρουν μία πλήρη ελευθερία στα άτομα και είναι επικεντρωμένα στο παιδί. Αποβλέπουν στην ανάπτυξη της ικανότητας των ατόμων «να ζήσουν μία συνεργατική μάθηση με τους άλλους». Επισημαίνεται πως ο μαθητής μέσω της κοινωνικοποίησης αφομοιώνει χαρακτηριστικά από το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο εντάσσεται και ενσωματώνεται σταδιακά σε αυτό. Η συμμετοχή σε πολιτισμικές δραστηριότητες και η χρήση πολιτισμικών εργαλείων συμβάλει στη κατανόηση της πολιτισμικής ποικιλομορφίας και στην αποδοχή της διαφορετικότητας προσεγγίζοντας με σεβασμό και αξιοπρέπεια το επονομαζόμενο “Άλλο”.

Πηγή εικόνας: pedagogy4change.org

Ροζέ Κουζινέ (1881-1973)

Ένας εξίσου ιδιαίτερα σημαντικός παιδαγωγός, ο Ροζέ Κουζινέ, προέβαλλε τη σπουδαιότητα σχολείου ως βασικός φορέας κοινωνικοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, υποστήριξε πως κάθε τάξη αποτελεί μια «παιδική κοινωνία» η οποία με τη συνδρομή του δασκάλου θα πρέπει να απέχει από τις μέχρι τώρα διαμορφωμένες κοινωνίες. Η κοινωνία των παιδιών θα πρέπει να εδράζεται στις θεμελιώδεις αρχές της αλληλεγγύης, της συλλογικότητας, της στοργής και της αλληλοβοήθειας. Ο δάσκαλος, επισημαίνεται, πως δεν πρέπει να διδάσκει τους νόμους πειθαρχίας αλλά να προτρέπει τα παιδιά να ανακαλύψουν την αναγκαιότητα αυτών, πάνω στους οποίους θεμελιώνεται η κοινωνική ζωή. Επίσης, ο  Cousinet αντιτίθεται στη τάση υποταγής και χειραφέτησης των παιδιών και μίλησε για τη σημασία της «αυτοεκπαίδευσης». Η μάθηση, δηλαδή, συντελείται μέσω συνεργατικών δραστηριοτήτων και μέσω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης καλλιεργείται μία κοινωνική στάση, η οποία θα αποτελέσει το εφαλτήριο μεταγενέστερων κοινωνικών αλλαγών. Η συγκεκριμένη άποψη ανέδειξε τη σημασία της κοινωνικής διάδρασης τονίζοντας πως στα πλαίσια της συνεργατικότητας μειώνονται τα ποσοστά αποκλεισμού και περιθωριοποίησης παιδιών που φέρουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο σεβασμός του απέναντι στην διαφορετικότητα αποδείχθηκε από τη παιδαγωγική μέθοδο που εφάρμοσε εξασφαλίζοντας την πλήρη ελευθερία στο παιδί να επιλέξει το αντικείμενο απασχόλησης που τον ενδιαφέρει περισσότερο και που συνάδει πλήρως με το φυσικό του ένστικτο. Ο σχεδιασμός και η οργάνωση της διαφοροποιημένης διδασκαλίας στηρίζεται στη παιδαγωγική της αλληλεπίδρασης, στην ελευθερία οικοδόμησης της γνώσης και στο βοηθητικό ρόλο του δασκάλου στη πρόσκτηση αυτής. «Ο δάσκαλος δηλαδή, δεν έχει παρά να παρακολουθήσει την εργασία των παιδιών, να είναι μάρτυρας της δραστηριότητάς τους, να βοηθά, όταν του το ζητούν, να είναι για αυτά ένας καλός συνεργάτης» (Cousinet R. ,1945).

Houssaye, J. (2000), Δεκαπέντε Παιδαγωγοί: Σταθμοί στην ιστορία της παιδαγωγικής σκέψης, Αθήνα: Μεταίχμιο

Από: Μαρία Τσουρέκα