Κατερίνα Μπιλάλη: «Το ατού του Μποστ είναι ότι χτυπάει ή μαστιγώνει όσους προσβάλλουν είτε την ηθική, είτε την κοινωνικοπολιτική αίσθηση, δίχως να περιορίζεται από φορμαλιστικούς περιορισμούς […]»

Με αφορμή την επιθεώρηση «Το μποστάνι του Μποστ», στο θέατρο Μεταξουργείο η Κατερίνα Μπιλάλη μας παρουσίασε, σε μια σύντομη συνέντευξη και στον Γιώργο Μαλέκα, τη δική της οπτική στα πάντα επίκαιρα κείμενα του Μποστ:

Τα κείμενα του Μποστ και η μουσική του Κηλαηδόνη περιγράφονται ως εξαιρετικά επίκαιρα παρά την ηλικία τους. Πώς θεωρείτε ότι αυτά τα έργα βρίσκουν απήχηση στο σημερινό κοινό;

Ο Μποστ με την ιδιαίτερη, μοναδική του γραφή καταδείκνυε τα κακώς κείμενα της εποχής του, τα οποία δυστυχώς παραμένουν σχεδόν τα ίδια και στην δική μας. Με την καυστική του πένα και με όπλο τη σάτιρα, τον σουρεαλισμό και το παράδοξο, ο Μποστ θέτει πολιτικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς, όπως η ανεργία, η διάβρωση της πολιτικής εξουσίας, ο χρηματισμός, οι ταξικές ανισότητες, η αδιαφορία και η απάθεια των ισχυρών απέναντι στους φτωχούς και ανήμπορους. Μήπως δεν είναι επίκαιρο σήμερα η επιστροφή των ελγίνειων; Η δηθενιά των νεόπλουτων; Οι ακολασίες σε θρησκευτικούς κόλπους; Η αστυνομική βία; Η ματαιότητα της ζωής; Οι έμφυλες ανισότητες; Όλα αυτά είναι θέματα αγγίζουν το κοινό γιατί τα βιώνει στην καθημερινότητά του.

Ο Μποστ ταξιδεύει στον χρόνο και φέρνει στα καθ’ ημάς αυτές τις σπουδαίες ιστορίες που έχουν αντέξει στον χρόνο τόσους αιώνες, τις μπλέκει με ήρωες της φαντασίας του και φτιάχνει μια δική του αφήγηση, περνώντας τα δικά του κοινωνικοπολιτικά μηνύματα, με μαεστρία και με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

Κατερίνα Μπιλάλη

Το έργο προσφέρει μια νέα προσέγγιση σε ιστορίες όπως η Μήδεια και το Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Πώς πιστεύετε ότι αυτή η σάτιρα συμβάλλει στη συνεχιζόμενη συζήτηση για αυτές τις κλασικές ιστορίες;

Η πρόσληψη των μεγάλων έργων όπως αυτά του Ευριπίδη και του Σαίξπηρ είναι ατελείωτη, γι’ αυτό και είναι μεγάλα έργα. Κι όταν η πρόσληψη γίνεται από μεγάλους συγγραφείς όπως ο Μποστ, τότε έχουμε ένα εξίσου μεγάλο έργο. Ο Μποστ ταξιδεύει στον χρόνο και φέρνει στα καθ’ ημάς αυτές τις σπουδαίες ιστορίες που έχουν αντέξει στον χρόνο τόσους αιώνες, τις μπλέκει με ήρωες της φαντασίας του και φτιάχνει μια δική του αφήγηση, περνώντας τα δικά του κοινωνικοπολιτικά μηνύματα, με μαεστρία και με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

Ως ηθοποιός, ποιες προκλήσεις αντιμετωπίσατε δουλεύοντας σε μια παράσταση που συνδυάζει διαφορετικά θεατρικά είδη και ιστορικές περιόδους;

Η πρόκληση ήταν να μπορέσουμε να περάσουμε το πνεύμα του Μποστ αναλλοίωτο αλλά ταυτόχρονα επικαιροποιημένο. Επίσης, πρόκληση αποτέλεσε το γεγονός ότι το χιούμορ του Μποστ δεν είναι εύκολο, ούτε επιφανειακό και επειδή μας ενδιαφέρει να διεγείρουμε συναισθήματα στο κοινό, ήταν μεγάλο στοίχημα να τους μεταφέρουμε αυτόν τον ανεστραμμένο κόσμο του Μποστ και να τον κατανοήσουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να συν- κινηθούν.

Τι ελπίζετε να θυμάται το κοινό από το έργο ή και τον Μποστ αντίστοιχα;

Δεν θα ήθελα να θυμάται αλλά να αισθανθεί. Να γελάσει με την ψυχή του, να συγκινηθεί, να νοσταλγήσει, να θυμώσει, να προβληματιστεί. Γιατί το ατού του Μποστ είναι ότι χτυπάει ή μαστιγώνει όσους προσβάλλουν είτε την ηθική, είτε την κοινωνικοπολιτική αίσθηση, δίχως να περιορίζεται από φορμαλιστικούς περιορισμούς, διαθέτοντας μεγάλη ποικιλία στη σάτιρά του.

Πώς κυλάει η συνεργασία με το υπόλοιπο cast? Ήταν δύσκολο να “δέσετε” για να αντιμετωπίσετε το ποικίλο και δυναμικό περιεχόμενο του έργου;

Είναι όλοι τους εξαίσιοι ηθοποιοί και κυρίως άνθρωποι με ευγένεια και σεβασμό. Οπότε ήταν εύκολο να “δέσουμε” και επί σκηνής και ως παρέα. Το κυριότερο, φυσικά, είναι ότι είχαμε την ελευθερία από τον σκηνοθέτη μας να προτείνουμε και να αλληλοσυμπληρωνόμαστε χωρίς ανταγωνισμούς και μικρότητες. Οπότε είμαστε σε θέση να απολαμβάνουμε το αποτέλεσμα των κόπων μας στις παραστάσεις και να χαιρόμαστε πολύ που έχουμε αυτή τη θερμή ανταπόκριση από το κοινό.

Ευχαριστούμε πολύ!

Επιμέλεια Συνέντευξης: Γιώργος Μαλέκας




Χρύσα Κολοκούρη, Λουκία Ανάγνου | Μαζί μας σε μία ευχάριστη συνέντευξη, με αφορμή την παράσταση «Δε μιλένιαλς», στον τεχνοχώρο Φάμπρικα – Bar

Με αφορμή την παράσταση «Δε μιλένιαλς», στον τεχνοχώρο φάμπρικα – bar, οι υπέροχες Χρύσα Κολοκούρη και Λουκία Ανάγνου, παραχώρησαν μια σύντομη συνέντευξη στον cityvibes.gr και τον Γιώργο Μαλέκα, εξηγώντας περαιτέρω τις συνθήκες των millenials εν έτει 2024:

Πώς γεννήθηκε στο μυαλό σου Χρύσα να γράψεις για τους μιλένιαλς; Ξεκίνησε από εσένα και μόνο ή γνωρίζεστε ήδη με την ομάδα;

Χρύσα: Η ιδέα γύριζε στο μυαλό μου τα τελευταία τρία χρόνια περίπου. Είχε ξεκινήσει με την ανάγκη να μιλήσω για το σήμερα, για τη γενιά μας, για τη ζωή στην Αθήνα, για στιγμές καθημερινότητας. Εκείνο τον καιρό συνεργαζόμασταν με τη Λουκία για το “Αγάπης Αγώνας Άγονος” και σε μια κουβέντα, της μίλησα για την ιδέα. Βρεθήκαμε με τον Άρη, ξεκίνησαν οι συζητήσεις με τους τρεις μας και το καλοκαίρι που μας πέρασε ξεκίνησα να γράφω το κείμενο. Λίγο πριν το τελειώσω, ένα απόγευμα στην Κυψέλη γνωρίστηκα με τον Νίκο και κάπως έτσι ολοκληρώθηκε η ομάδα.

Μιλήστε μου λίγο για τους χαρακτήρες σας. Πώς συνδέεστε μεταξύ σας;

Λουκία: Υποδύομαι την Λουκία, μία νεαρή δικηγόρο εκεί στα τριάντα που παλεύει να αποδεχτεί τη σεξουαλικότητα της και προσπαθεί να αποκανονικοποιήσει τον κάζουαλ σεξισμό που δέχονται οι γυναίκες στα εταιρικά περιβάλλοντα. Θέλει να κάνει αυτό το παρακάτω βήμα. Να περάσει τη γραμμή και να πει «εγώ αυτή είμαι και σε όποιον αρέσει». Νομίζω πως ο ρόλος αυτός είναι σαν μια μεγάλη εξομολόγηση της γενιάς μας. Μιας γενιάς που έμαθε να είναι κρυμμένη στη ντουλάπα και που τώρα αποφασίζει πως δεν πάει άλλο.

Χρύσα: Η Χρύσα έχει έρθει στην Αθήνα από μία μικρή επαρχιακή πόλη. Η Αθήνα δεν είναι το σπίτι της, όμως ελπίζει να γίνει. Μοιάζει σαν να είναι η πόλη αυτή για εκείνη η απάντηση που ψάχνει να βρει. Σε τι; Ίσως και η ίδια να μην έχει απαντήσει στον εαυτό της. Έτσι μπαίνοντας τυχαία σε ένα μπαρ, συναντάει τη Λουκία και τον αδερφό της, τον Άρη. Με τη Λουκία γνωρίζονταν από παλιά, τον Άρη τον γνωρίζει εκείνο το βράδυ. Και έτσι ξεκινάει η ιστορία…

Το έργο εξελίσσεται σε πλαίσιο bartheater. Είχατε ξαναδουλέψει υπό αυτές τις συνθήκες; Τι σας αρέσει περισσότερο σε σχέση με την τυπική σκηνή;

Λουκία: Είναι η πρώτη φορά που κάνω θέατρο σε μπαρ και ομολογουμένως έχει αρκετή πλάκα. Παίζουμε κυριολεκτικά στο μισό μέτρο από τον κόσμο και αυτό κάνει το παιχνίδι ακόμα πιο διαδραστικό. Προσωπικά ανυπομονώ για τη στιγμή που κάποιος από το κοινό θα ταυτιστεί τόσο πολύ και θα πει «αϊ στο καλό θα ανέβω κι εγώ και θα τα πω». Δεν έχει γίνει ως τώρα αλλά δεν κρύβω πως είναι ένας δικός μου ευσεβής πόθος (Χρύσα μη με σκοτώσεις με μαρτυρικό τρόπο).

Χρύσα: Δεν είχα ξανακάνει bartheater πριν από τη δουλειά αυτή. Επίσης δεν είχα ξανασκηνοθετήσει. Πρώτες φορές και τα δύο, ωστόσο όταν γεννιόταν αυτός ο κόσμος στο μυαλό μου, ένα από τα πρώτα πράγματα για τα οποία ήμουν βέβαιη ήταν ο χώρος.  Ήξερα πως ήθελα να είναι μη θεατρικός και ήξερα πως δεν με ενδιέφερε μία συνθήκη “σκηνής” μέσα στο μπαρ, κάποιο stage δηλαδή. Δεν ήθελα καμία απόσταση από τους θεατές, ήθελα όλοι να είμαστε μέρος της ιστορίας. Ίσως και να τη λέμε μαζί. Αυτό νομίζω ότι μου αρέσει και περισσότερο στη συνθήκη αυτή, ότι δεν υπάρχει καμία απόσταση ασφαλείας για κανέναν.

Τι έχετε να συμβουλέψετε τους «i want to be an actor» από τη δική σας ματιά; (έμμεσα ψάχνω και εγώ απαντήσεις χαχα)

Λουκία: Γκοου φορ ιτ.

Χρύσα:  Ό, τι θα συμβούλευα καθέναν που θέλει να ασχοληθεί με το οτιδήποτε: να το κάνει. Είναι οι συνθήκες δύσκολες; Ναι. Αλλά σε τι δεν είναι πια; Τουλάχιστον ας είναι κάτι δύσκολο, που θα σε κάνει να θέλεις το πρωί να σηκωθείς από το κρεβάτι.

Εν τέλει… να κυνηγάμε αυτό για το οποίο παθιαζόμαστε;

Λουκία: Όχι βέβαια. Προτείνω να καθόμαστε σπίτι και να κλαίμε για τη ζωή που δεν ζήσαμε.

Χρύσα: Να κυνηγάμε ό, τι μας κάνει να θέλουμε να σηκωνόμαστε το πρωί από το κρεβάτι.

Σας ευχαριστούμε πολύ κορίτσια!

Επιμέλεια Συνέντευξης: Γιώργος Μαλέκας




Δέσποινα Σαραφείδου: […] Και σήμερα ακόμα, πάμπολλες είναι οι γυναίκες που ξεριζώνονται για να εξασφαλίσουν την επιβίωση των παιδιών τους στην πατρίδα.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΣΑΡΑΦΕΙΔΟΥ ΜΑΛΟ ΜΟΜΕ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Με αφορμή την παράσταση «Μάλο Μόμε, ή μικρό κορίτσι» (πληροφορίες εδώ), η ηθοποιός Δέσποινα Σαραφείδου μίλησε στον Γιώργο Μαλέκα για το έργο, αλλά και τα νοήματα που έχει να μας μεταφέρει.

Σύντομη κριτική:

Είναι δύσκολο να αποτυπώσεις τα συναισθήματα ενός βιβλίου πάνω στη σκηνή. Η διασκευή και η σκηνοθεσία της Νάντιας Δαλκυριάδου, όμως δεν απογοήτευσε θεωρώ κανέναν θεατή. Το μεγαλύτερο καλό που έχει να προσφέρει αυτή η παράσταση είναι να υπενθυμίσει, σε όσους ξέχασαν, αλλά και να διδάξει σε όσους δε ξέρουν. Ανήκοντας (και λόγω ηλικίας) στο δεύτερο, δε μπορώ να παραλείψω τη σημαντικότητα αυτού του έργου να μου δημιουργήσει έντονα συναισθήματα ακόμα και αν δεν είχα προσωπικό ή οικογενειακό βίωμα σχετικό. Μια παράσταση στα «must watch», για όσους ψάχνουν ποιοτικό θέατρο.

Γιώργος Μαλέκας, cityvibes.gr

Ε: Το έργο απεικονίζει την οδυνηρή πραγματικότητα των οικογενειών που χωρίζονται λόγω οικονομικών αναγκών. Από τη δική σου οπτική γωνία, πώς αυτός ο χωρισμός επηρεάζει τη σχέση μητέρας-κόρης και τι αποκαλύπτει η επανασύνδεσή τους για την ανθρώπινη ανάγκη του «ανήκειν» και της κατανόησης;

Α: «Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει» – ο αποχωρισμός της μάνας από την κόρη στο Μάλο μόμε δημιουργεί βαθύ τραύμα στην κόρη. Η μικρούλα αντιλαμβάνεται την αναχώρηση της μάνας ως εγκατάλειψη. Σε τρυφερή ηλικία, έχοντας ανάγκη τη μητρική φροντίδα, νιώθει μόνη, αβοήθητη. Και, μολονότι ζει με τους παππούδες, βιώνει την ορφάνια. Όταν λοιπόν ξαναβρίσκονται, την κατηγορεί για το φευγιό της και νιώθει ανίκανη να τη συγχωρήσει. Η μάνα από την πλευρά της, που έχει φύγει για να προσφέρει στα παιδιά της ένα καλύτερο μέλλον, γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο – «τα χρόνια πέρασαν, δε γυρίζουν πίσω», λέει. Η αντιπαράθεσή τους κορυφώνεται σε άγρια σύγκρουση, που τις πληγώνει και τις διαλύει. Ωστόσο, οι παράλληλες αφηγήσεις τους, οι αμοιβαίες εξομολογήσεις τους δίνουν και στις δύο μια ευκαιρία να κατανοήσουν το πώς βίωσε καθεμιά τους αυτόν τον αποχωρισμό και δημιουργούν τη δυνατότητα μιας προσέγγισης μεταξύ τους.

Ε: Πώς πιστεύεις ότι η απόφαση αυτή (του αποχωρισμού) επηρέασε την έννοια της μητρότητας και της θυσίας;

Α: Η μάνα ξενιτεύεται από ανάγκη, η ακραία φτώχεια την οδηγεί στα εργοστάσια της Γερμανίας, ώστε να συνεισφέρει στην επιβίωση της οικογένειας που έχει μείνει πίσω. «Εδώ είναι το μέλλον, είπα, η ευκαιρία μας να δημιουργηθούμε». Αντιμετωπίζει τη σκληρότητα του συστήματος, το ρατσισμό και τη βία προς τους ξένους εργάτες, έχοντας αποφασίσει να τα καταφέρει, παλεύοντας με νύχια και με δόντια. Ανοίγει με λαχτάρα τα γράμματα για να δει τις φωτογραφίες των κοριτσιών της, παίρνει κουράγιο από τις φωνές τους που ακούει στις κασέτες. Γι’ αυτήν, που στερείται την επαφή με τα παιδιά της, που ακούει να τη φωνάζουν «έι», σαν ξένη και όχι σαν μαμά, πιο σημαντικό είναι να μην περάσουν εκείνα τα δικά της βάσανα, να έχουν τα εφόδια για μια καλύτερη ζωή. «Εσάς, μόνο εσάς σκεφτόμουν, για σας τα έκανα όλα, για να σπουδάστε, να βάλετε ένα βραχιόλι στο χέρι σας».

Ε: Το Μάλο μόμε έχει φόντο τη μετανάστευση των Ελλήνων «Γκασταρμπάιτερ» στη Γερμανία. Κατά τη γνώμη σου, ποιες γνώσεις προσφέρει αυτό το έργο για τη συγκεκριμένη περίοδο της ιστορίας και γιατί πιστεύεις ότι είναι σημαντικό να αναφερθεί σήμερα; Πώς συμβάλλει στη συζήτηση γύρω από τη μετανάστευση και τις επιπτώσεις της στη δυναμική της οικογένειας;

Α: Το Μάλο μόμε εστιάζει σε μια ατομική περίπτωση και παράλληλα ανοίγει σε μια ευρύτερη εικόνα, όπου παρουσιάζονται οι διακρατικές συμφωνίες, οι οικονομικές και πολιτικές σκοπιμότητες της εποχής, αλλά και οι όροι διαβίωσης των εργατών στη Γερμανία. Έτσι, αφενός αποκτά κανείς μια εποπτεία των συνθηκών που συνέβαλαν στο φαινόμενο της μετανάστευσης τη συγκεκριμένη περίοδο, αφετέρου μια επίγνωση των λόγων που οδηγούν στην έξοδο από μια χώρα στη σύγχρονη εποχή. Νομίζω πως μια τέτοια γνώση είναι σημαντική, καθώς η Ελλάδα και σήμερα αποτελεί χώρα προέλευσης, χώρα προορισμού και αλλά και σταθμό για τις μεταναστευτικές ροές. Ταυτόχρονα, με την εστίαση στην ατομική περίπτωση, με κέντρο τη σύγκρουση της μάνας-μετανάστριας και της κόρης που έμεινε πίσω, διαγράφονται η αποξένωση, το τραύμα, το απωθημένο, η πίκρα, η οργή, η λαχτάρα για αγάπη, η δυσκολία συνύπαρξης των δύο γενεών που σημαδεύτηκαν από τον αναγκαστικό αποχωρισμό τους.

Ε: Οι εμπειρίες και τα βιώματα των γυναικών στις ιστορίες της μετανάστευσης δεν προβάλλονται συχνά. Πώς συμβάλλει η ιστορία του χαρακτήρα σου στην κατανόηση των ρόλων και των προκλήσεων των γυναικών στο πλαίσιο της μετανάστευσης;

Α: Η μάνα-μετανάστρια που ενσαρκώνω μιλάει για τη ζωή της σ’ ένα χωριό της Μακεδονίας, τα χρόνια μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, αλλά κυρίως αφηγείται τη δική της Οδύσσεια του μετανάστη. Τη διαδικασία να βγάλει χαρτιά για να φύγει, τις ιατρικές εξετάσεις, το μακρύ ταξίδι μέσω Αθήνας-Πάτρας-Μπρίντιζι για να φτάσει στον πρώτο προορισμό, στο σταθμό του Μονάχου, τις συνθήκες εργασίας, τη στάση των αφεντικών, τις αντιδράσεις του πληθυσμού απέναντι στους ξένους φιλοξενούμενους εργάτες, τις παρενοχλήσεις που υφίσταται. Ως γυναίκα, μεγαλωμένη σε κοινωνία πατριαρχική, έρχεται αντιμέτωπη με λογής δυσχέρειες και προκλήσεις, από το φόβο της για την απομάκρυνση απ’ τον γενέθλιο τόπο και την έκθεση σε πρωτόγνωρες καταστάσεις, μέχρι το ρατσισμό, την ξενοφοβία, τη σεξουαλική βία. Πέρα από όλα αυτά, όντας μητέρα, βιώνει έντονα το χωρισμό από τις κόρες της, καθώς η επαφή μαζί τους περιορίζεται σε γράμματα, φωτογραφίες, κασέτες και λίγα ταξίδια στην πατρίδα. Πώς να κρατηθεί ζωντανή η σχέση μαζί τους; Και πώς να γεφυρωθεί η ψυχική απόσταση που μοιραία εγκαθίσταται; Και σήμερα ακόμα, πάμπολλες είναι οι γυναίκες που ξεριζώνονται για να εξασφαλίσουν την επιβίωση των παιδιών τους στην πατρίδα. Παρόμοια είναι τα βιώματά τους, οι αντιξοότητες που έχουν να αντιμετωπίσουν, παρόμοια είναι η βαναυσότητα προς το φύλο τους, η σκληρή δουλειά, η μοναξιά.

credit photo Δημήτρης Γερακίτης

Σε ευχαριστούμε πολύ, Δέσποινα!

Επιμέλεια Συνέντευξης: Γιώργος Μαλέκας
Πληροφορίες για την παράσταση, μπορείτε να βρείτε εδώ




Γιώργος Καφετζόπουλος: «Στον πατέρα μου, αρέσει πολύ το “Τάο” και το στηρίζει, σαν έργο…»

ΤΑΟ ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Με αφορμή την παράσταση του Γιώργου Καφετζόπουλου «Τάο», στο θέατρο επί κολωνώ (πληροφορίες εδώ), ο ηθοποιός και δημιουργός αυτής της αλληγορικής ιστορίας, μας βάζει στο μυαλό του, σε μία συνέντευξη που παραχώρησε στον cityvibes.gr και τον Γιώργο Μαλέκα:

Ε: Βλέπουμε πάνω στο ίδιο Σανίδι πατέρα και γιο, τόσο στο «Τάο», όσο και στην πραγματική ζωή. Αυτή η προσωπική σχέση επηρέασε καθόλου την ερμηνεία και την αποτύπωση των ρόλων; Αν ναι, πώς;

Α: Πιστεύω πως δεν την επηρέασε τόσο. Τουλάχιστον συνειδητά. Ίσως να έχουμε έρθει πιο κοντά σε ανθρώπινο-συναδελφικό επίπεδο, μιας και τον πατέρα μου στην καθημερινότητα μου, τον βλέπω πολύ περισσότερο από ότι συνήθως λόγω της παράστασης και πρώτη φορά δουλεύουμε για τόσο μεγάλο διάστημα μαζί. Βέβαια έχω χαρεί πολύ γιατί το έργο του έχει αρέσει πολύ και το στηρίζει!

Το me too ας πούμε, μας έδειξε αυτό ακριβώς, πως ένας σκηνοθέτης αν θέλει να επιβληθεί στον ηθοποιό του, μπορεί να το κάνει με πολύ ακραίο και βάρβαρο τρόπο αν το πλαίσιο του δίνει αυτή την εξουσία.

Ε: Στο «Τάο», βλέπουμε μια μόνιμη μάχη εξουσίας για τη νύχτα. Γιατί, πιστεύεις ο άνθρωπος έχει τόση ανάγκη την εξουσία; Ποιος ο ρόλος του «Τάο», ως mindset σε αυτό; 

Α: Η κοινωνία μας (ή η ανθρώπινη φύση αν θέλετε), είναι έτσι δομημένη που εξαναγκάζει τον άνθρωπο να θέλει να επιβληθεί στους άλλους και κατά κάποιο τρόπο να προσπαθεί να ανέλθει στην κοινωνική πυραμίδα, να ξεχωρίσει και να διακριθεί. Αυτό συμβαίνει πιο βάρβαρα και απροκάλυπτα σε πλαίσια όπως είναι η νύχτα ή ο κόσμος των μαφιόζων. Για αυτό βλέπεις πχ ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών, εκτελούν κάποιον μαφιόζο με 60 σφαίρες και λένε τα κανάλια μετά, σεσημασμένος κακοποιός κλπ, σαν να μην τρέχει τίποτα που δολοφονείται κάποιος στο κέντρο της Αθήνας (συχνό φαινόμενο στις μέρες μας)!

το Tai chi είναι πολύ καλή γυμναστική, για κάθε άνθρωπο και κυρίως για ηθοποιούς, γιατί έτσι εξασκείται η υπομονή, αλλά γυμνάζεται το σώμα και το πνεύμα!

Το ίδιο όμως θεωρώ πως συμβαίνει επίσης, πιο κεκαλυμμένα μεν, αλλά με τον ίδιο τρόπο και στον καλλιτεχνικό χώρο και στις σχέσεις μας και παντού. Το me too ας πούμε, μας έδειξε αυτό ακριβώς, πως ένας σκηνοθέτης αν θέλει να επιβληθεί στον ηθοποιό του, μπορεί να το κάνει με πολύ ακραίο και βάρβαρο τρόπο αν το πλαίσιο του δίνει αυτή την εξουσία. Χωρίς ίσως να δολοφονείται κάποιος, αλλά η ουσία δεν αλλάζει. Βλέπουμε επίσης οι γονείς πως καταπιέζουν με πολιτισμένο τρόπο τα παιδιά τους και στην ουσία τα εξαναγκάζουν να γίνουν σαν αυτούς και πάει λέγοντας, υπάρχουν πολλά παραδείγματα εξουσιαστικών σχέσεων. Ακόμα και σε ζευγάρια, βλέπεις να υπάρχει ζήλεια, βία και ανταγωνισμός ενώ υποτίθεται ότι αγαπιούνται! Το Τάο από την άλλη, σαν φιλοσοφία σε πάει αλλού. Σε κάτι αντίθετο από όλα τα παραπάνω, στο να μην προσπαθείς να επιβάλεις τίποτα, να μην ασχολείσαι με την κακία ή την αλαζονεία των άλλων. Ούτε να προσπαθείς να διορθώσεις τους άλλους. Σε προτρέπει να συγκεντρώνεσαι στον εαυτό σου και στο φως σου. Όχι στο σκοτάδι και τον αρνητισμό των άλλων. Σε οδηγεί σε έναν δρόμο ίσως πιο ειρηνικό αλλά και πιο μοναχικό. Και κάπως έτσι το παρουσιάζει και ο Ανδρέας στο έργο, ο ρόλος του πιο ώριμου μαφιόζου, συνταξιούχου πλέον, που παίζει ο πατέρας μου. Λέει πως «το Τάο αγαπάει και θρέφει τα πάντα, αλλά δεν τα εξουσιάζει».

Ε: Είμαι σίγουρος, και προφανώς με διορθώνεις αν κάνω λάθος, ότι έκανες αρκετή προσωπική έρευνα για την ιδεολογία του “Τάο” στο πλαίσιο της παράστασης. Τι έμαθες, το οποίο σε βοήθησε τόσο υποκριτικά και (ίσως) σαν άνθρωπο;

Α: Αυτά τα πράγματα πιστεύω πως είναι σαν τις πολεμικές τέχνες ή το ποδόσφαιρο. Είναι άλλο πράγμα να διαβάσεις για το Τάο και άλλο να ζεις με μια τέτοια φιλοσοφία στην καθημερινότητα σου. Εγώ διάβασα κάποια πράγματα που μου άρεσαν και μου φάνηκε αστείο ένας φονιάς, πρώην μαφιόζος, αντί να έχει ασπαστεί τον χριστιανισμό μέσα στη φυλακή, όπως θα έκαναν οι περισσότεροι, να ασχολείται με μια τελείως διαφορετική φιλοσοφία που έρχεται από τη αρχαία Κίνα και μιλάει για την κυκλικότητα, την ροή και το να «αφεθείς στα πράγματα». Υπάρχει μια διαφορετική ορολογία από τις άλλες θρησκείες. Διαβάζεις πιο πολύ για τα στοιχεία της φύσης. Τον ουρανό, τη γη, τη φωτιά, το νερό, τον άνεμο, το χάος, την τάξη, την μέρα ή την νύχτα, το θηλυκό ή το αρσενικό και όχι τόσο για θεότητες ή Αγίους. Πιστεύω το έβαλα για πλάκα. Όποτε θα ήταν ψέμα αν πω ότι έμαθα κάτι. Νομίζω πως πρέπει να εξασκήσει κάποιος την πολεμική τέχνη tai chi, δυο με τρεις ώρες κάθε μέρα για να μπει στο κλίμα. Γιατί η ουσία αυτής της ιδεολογίας βρίσκεται στην χαλαρότητα και την ψυχική γαλήνη κατά κάποιο τρόπο. Στο να αφήνεσαι στη ζωή και να μην προσπαθείς να ελέγχεις τα πάντα. Δεν είναι τόσο θεωρητικό όλο αυτό λοιπόν, αλλά κυρίως πρακτικό. Όποτε δεν νομίζω πως ξέρω και πολλά στα αλήθεια για το Τάο. Αλλά σίγουρα όλα αυτά που έχω διαβάσει για αυτό, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον και το Tai chi είναι πολύ καλή γυμναστική για κάθε άνθρωπο και κυρίως για ηθοποιούς γιατί έτσι εξασκείται η υπομονή αλλά γυμνάζεται το σώμα και το πνεύμα!

Ε: Πώς κυλάει η συνεργασία με τη σκηνοθέτη και τον συμπρωταγωνιστή σας, Θοδωρή; 

Α: Τέλεια, υπάρχει πολύ καλό κλίμα μεταξύ μας και είμαι πολύ χαρούμενος που είμαστε μαζί σε αυτή τη δουλειά! Θεωρώ πως είναι σημαντικό όταν γράφεις κάτι δικό σου που το αγαπάς πολύ, να δουλεύεις με άτομα-συντελεστές που θα το στηρίξουν με σεβασμό και αγάπη και ευτυχώς με τα παιδιά κάπως έτσι το βιώνω. Όποτε είναι μια πολύ ωραία θεατρική συνάντηση-συνεργασία και είμαι ευγνώμων που είμαστε μαζί σε αυτό!

Σε ευχαριστούμε πολύ, Γιώργο!

Επιμέλεια Συνέντευξης: Γιώργος Μαλέκας
Πληροφορίες για την παράσταση μπορείτε να βρείτε εδώ




Κιάνου Ριβς -Ντρου Μπάριμορ: Μια διαφορετική viral συνέντευξη (vid)

Ο Κιάνου Ριβς είναι ένα πρόσωπο που βρίσκεται πάντα στην επικαιρότητα.

Και είναι στην επικαιρότητα για όλους τους σωστούς λόγους. Ο 57χρονος ηθοποιός έχει καταφέρει να απασχολεί τα μέσα με τους εκπληκτικούς του ρόλους, τις φιλανθρωπικές του δραστηριότητες και με τον super cool χαρακτήρα του, που έχει κάνει τις γυναίκες παγκοσμίως να τον λατρεύουν.

Όχι επειδή είναι ακόμη ένας ωραίος άνδρας με ταλέντο και φήμη, αλλά γιατί είναι ο φίλος ή ακόμη και ο σύντροφος που όλες θα θέλαμε να είχαμε. Ένας βαθιά ευγενής άνθρωπος, αντικομφορμιστής, με σπάνια ποιότητα χαρακτήρα και αστείρευτο χιούμορ, που στέκεται πάντα στο πλευρό των ανθρώπων που αγαπά.

Αυτή την φορά, ο Κιάνου Ριβς βρέθηκε καλεσμένος στην εκπομπή της πρώην συμπρωταγωνίστριας του, Ντρου Μπάριμορ, αφού οι δυο τους έκαναν μαζί την ταινία Babes in Toyland, πίσω στο 1986.

Όπως, μάλιστα, αποκάλυψε η βραβευμένη ηθοποιός, ο Κιάνου Ριβς της είχε κάνει το πιο όμορφο δώρο για τα 16α γενέθλιά της, όταν της έκανε έκπληξη, πηγαίνοντας την μια βόλτα με την μηχανή του. «Με πήγες την καλύτερη βόλτα της ζωής μου. Ένιωθα τόσο ελεύθερη, ήμουν ένας τόσο ελεύθερος άνθρωπος. Και ήταν ακριβώς εκείνη η στιγμή που αγάπησα την ζωή και ήμουν τόσο ευτυχισμένη, που κράτησα αυτή την γλυκιά ανάμνηση μέχρι σήμερα, γιατί όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο δύσκολο γίνεται το να νιώσουμε ξανά έτσι», είπε.

Η συγκεκριμένη συνέντευξη έμοιαζε πιο πολύ με μια συζήτηση δύο παλιών και αγαπημένων φίλων. «Στο τέλος της ημέρας το μόνο που έχει σημασία είναι η αγάπη, έτσι δεν είναι;», ρώτησε η Ντρου Μπάριμορ, για να λάβει την αποστομωτική απάντηση του Κιάνου Ριβς πως «Εάν δεν είναι έτσι, τότε έχουμε μεγάλο πρόβλημα. Όχι μόνο προσωπικά αλλά και ως κοινωνία».

Για να καταλήξει λέγοντας: «Εάν αγαπάς, τότε πρέπει να παλεύεις για την αγάπη σου. Γιατί διαφορετικά, τι είδους αγάπη είναι αυτή; Οι άνθρωποι θεωρούμε τόσο φυσιολογικό να παλεύουμε για την ζωή μας, για το τι είναι αληθινό και τι όχι, να μαχόμαστε απέναντι σε όπλα, αλλά όχι για την αγάπη. Νομίζω πως όλοι μας μπορούμε να ταυτιστούμε με αυτό».

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Drew Barrymore (@drewbarrymore)


Πηγή




Η Ελληνίδα blogger που κατακλύζει τα Social Media με λόγια αγάπης

Την Ελένη Ισπόγλου τη γνωρίσαμε πρόσφατα, μέσω της τηλεφωνικής συνέντευξής της στη ραδιοφωνική εκπομπή του cityvibes,  Art on Air, του Χρήστου Αγγελίδη.

Η Ελένη, παρότι εργάστηκε για αρκετά χρόνια στο Λονδίνο στο αντικείμενο που σπούδασε ως Πολιτικός Μηχανικός, με την επιστροφή της στην Ελλάδα, κάποια χρόνια πίσω, έκανε online σεμινάρια και μαθήματα σχετικά με το Marketing μέσω του Facebook και Instagram και πλέον ασχολείται επαγγελματικά ως διαχειρίστρια λογαριασμών Social Media, καταστημάτων, εταιριών κλπ.

Η ίδια έχει δύο πολύ πετυχημένους λογαριασμούς με μεγάλη ανταπόκριση και επικοινωνία των ακόλουθών της.

GREECE BY A GREEK

Ο ένας λογαριασμός της λέγεται @greecebyagreek όπου μοιράζεται, στα αγγλικά, ταξιδιωτικές εμπειρίες στην Ελλάδα και έχει σκοπό την παρουσίαση της Ελλάδας, μέσα από τα μάτια ενός ντόπιος. Αυτός γεννήθηκε σαν πάθος όταν ζούσε στο Λονδίνο. Υπάρχει επίσης και ως blog, από το 2014,  www.greecebyagreek με σχετικά άρθρα στα αγγλικά και αναγνώστες σε όλον τον κόσμο, κυρίως Αμερική και Μεγάλη Βρετανία.

Ακολούθησε το greecebyagreek στο Facebook    https://www.facebook.com/greecebyagreek

Ακολούθησε το greecebyagreek στο Instagram   https://www.instagram.com/greecebyagreek/

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ

Η Ελένη, από την εφηβική της ηλικία γράφει κείμενα, ποιήματα, αποφθέγματα και στιχάκια, όλα σχετικά με την αγάπη και τον έρωτα. Πριν δύο χρόνια ξεκίνησε να γράφει σχετικές αναρτήσεις στα Social Media με το ψευδώνυμο «μία ιστορία αγάπης» . Η τεράστια αγάπη όσων την ακολουθούν, την παρακίνησαν να γράψει την πρώτη της συλλογή με τίτλο «μία ιστορία αγάπης – Λόγια ενός Έρωτα» η οποία εκδόθηκε και κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από τις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή. Από την αρχή του έτους 2020, είχε την εξαιρετική ιδέα να γράφει στίχους και κείμενα αγάπης πάνω σε φωτογραφίες άλλων Ελλήνων φωτογράφων και Instgrammers ή σε φωτογραφίες που της στέλνουν αναγνώστες της σε προσωπικά μηνύματα μαζί με προσωπικές τους ιστορίες αγάπης. Ένας λογαριασμός που πραγματικά αξίζει να ακολουθήσει κάποιος, μιας που με τα κείμενα που δένουν άψογα με τις φωτογραφίες μάς ταξιδεύει με μοναδικό τρόπο στον συναισθηματικό μας κόσμο.

Βρες τη «μία ιστορία αγάπης»  στο Facebook https://www.facebook.com/miaistoriaagapis

Βρες τη «μία ιστορία αγάπης»  στο Instagram https://www.instagram.com/mia.istoria.agapis/

Η συλλογή της, πλημμυρίζει από συναισθήματα, σκέψεις, λόγια αγάπης και εμπειρίες που θα μπορούσαν να είναι στοιχεία και μίας δική σου αγάπης, που σίγουρα σε κάποια φάση έχεις ζήσει ή έχεις νιώσει. Είναι απλά γραμμένη, πότε με ποιητικό και πότε με πεζό λόγο, πάνω σε ρομαντικές εικόνες λουλουδιών, που κάνουν το σύνολο μία εξαιρετική ιδέα για δώρο.

Κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, στα Public και στις Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή στο link