Βασικές πηγές σχολικής ανομοιογένειας – Carol Tomlinson

Τα παιδιά οποιασδήποτε τάξης (έστω και επιφανειακά ομοιογενούς) διαφέρουν ως προς:

Το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο και το πολιτισμικό κεφάλαιο των γονιών τους.
Κατά συνέπεια αφενός ως προς το βαθμό κατοχής της κυρίαρχης- πρότυπης γλώσσας του σχολείου και αφετέρου ως προς το βαθμό εξοικείωσής τους με την κυρίαρχη κουλτούρα.

Τη δική τους στάση απέναντι στο σχολείο.
Αυτή επηρεάζεται από τα διαφοροποιημένα ενδιαφέροντα και κίνητρα των παιδιών και από το νόημα που αποδίδουν σε αυτό που γίνεται στο σχολείο (προσδοκίες μαθητών).

Τις γνωστικές τους δομές και λειτουργίες.
(πρόσληψη επεξεργασία της πληροφορίας, μνημονικές ικανότητες, αναλυτική ή συνθετική σκέψη, επαγωγική ή απαγωγική σκέψη), τους τρόπους επικοινωνίας που προτιμούν).

Όλοι οι μαθητές δεν μαθαίνουν με τον ίδιο ρυθμό και τα ίδια μαθησιακά υλικά.

Σύμφωνα με την Tomlinson γίνονται προσπάθειες των εκπαιδευτικών για καλύτερη μαθησιακή εμπειρία. Η διαφοροποιημένη διδασκαλία περιλαμβάνει αυτό ακριβώς, τις προσπάθειες των εκπαιδευτικών να ανταποκριθούν στις διαφορετικές ανάγκες των μαθητών τους στην τάξη με στόχο την επίτευξη της καλύτερης μαθησιακής εμπειρίας.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Το τρένο δεν πέρασε από τη στάση

Μικρή η ζωή, μικρός και ο κόσμος. Τόσες έγνοιες, άγχη και στεναχώριες για τόσο λίγο χρόνο. Ο υπερεκτιμημένος αυτός ανθρώπινος χρόνος έχει παρεξηγηθεί από το κτιστό, λογικό όν, τον άνθρωπο.

Η ζωή στιγματίζεται από ορόσημα, άλλα προσχεδιασμένα κι άλλα, άλλοτε, που ανακύπτουν ως εκπλήξεις, παρόλο που η ατομική πίστη και πεποίθηση –πως όλα είναι ικανά να προγραμματιστούν και να οριοθετηθούν στα χρονικά περιθώρια που τίθενται από έκαστη προσωπικότητα– παραμένει αναλλοίωτη.

Και σε μια στιγμή όλα αλλάζουν. Κι εκεί ακριβώς έγκειται ο αστάθμητος και απρόβλεπτος  παράγοντας της ζωής, όπου δεν εξαρτώνται όλα από το ανθρώπινο χέρι, αλλά κι ούτε, επίσης, δύνανται να διευθετηθούν. Καθώς, όσα σχέδια και να ειπωθούν για τα μέλλοντα, επικρατούν, εν τέλει, οι ανατροπές που επιφυλάσσει η μοίρα την ειμαρμένη εκείνη ημέρα.

Έτσι, στιγμιαία, πλέον, η ζέστη γίνεται κρύο, και το σκοτάδι έρχεται να αντικαταστήσει το φως, όπως και η στεναχώρια τη χαρά. Θλίψη, απορία και βοή –σιωπηλή ή μη– κυριαρχούν πια. Κι όλα «παγώνουν», λες και επρόκειτο να παραμείνουν στάσιμα στο εξής.

Το τρένο δεν μέλει να περάσει από την στάση. Ποτέ ξανά. Διακόπηκε η πορεία του. Σταμάτησε. Δεν κινείται. Το αναπόφευκτο συνέβη. Απροσδόκητα άφησε ημιτελή την πορεία του –ή μήπως όχι;–, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι παρέλειψε μερικές προκαθορισμένες στάσεις.

Και τώρα τι να πει, και ποιος; Πως καλύπτεται η απουσία αυτή και το κενό, το χάος που αφήνει πίσω μια τέτοια αναπάντεχη απώλεια; Πως συμπαραστέκεται κανείς στους ανθρώπους και την οικογένεια;

Ειδικά αφιερωμένο στον Τάσο και την Ευδοκία.

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός