Σαν σήμερα 26 χρόνια πριν, έφυγε από τη ζωή ο Kurt Cobain (NIRVANA)
26 χρόνια συμπληρώνονται από το θάνατο του frontman των Nirvana, Kurt Cobain. Γεννήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου του 1967 στο Aberdeen Ουάσιγκτον και το διαζύγιο των γονιών του, όταν ήταν επτά ετών, είχε μεγάλες επιπτώσεις στην ψυχοσύνθεσή του. «Ένιωθα ντροπή για κάποιο λόγο για τους γονείς μου και δεν μπορούσα να αντικρίσω τους συμμαθητές μου στο σχολείο. Ήθελα απεγνωσμένα μια τυπική οικογένεια και ήμουν αγανακτισμένος μαζί τους για αρκετά χρόνια», έχει δηλώσει σε συνέντευξη του. Ήθελε από νεαρή ηλικία να ενταχθεί σε ροκ συγκρότημα, αλλά κάποια στιγμή αποφάσισε πως το όνειρο του ήταν να γίνει κασκαντέρ, κάνοντας διάφορους ριψοκύνδινους πειραματισμούς. Όταν στα 14 του χρόνια, πήρε την πρώτη του κιθάρα, επέστρεψε στην αρχική του επιθυμία και έκανε μαθήματα για μία εβδομάδα. Έμαθε να παίζει το “Back in Black” των AC/DC και κάποια μέρη από το “Louie Louie”. Διέκοψε τα μαθήματα και άρχισε να γράφει τραγούδια μόνος του. Τελικά το 1987 σχημάτισε τους Nirvana μαζί με τον Krist Novoselic και η ιστορία μετά είναι λίγο – πολύ γνωστή. Τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε σε συνδυασμό με τον βαρύ εθισμό του στα ναρκωτικά, έκαναν εμφανές πως τα πράγματα δεν εξελίσσονταν καλά για εκείνον. Έναν μήνα πριν θέσει τέρμα στη ζωή του, μετά από έναν οικογενειακό τσακωμό, η γυναίκα του, καλούσε την αστυνομία, λέγοντας πως ο ο σύζυγός της, είχε κλειστεί σ’ ένα δωμάτιο μ’ ένα 38άρι περίστροφο και επρόκειτο ν’ αυτοκτονήσει. Τις επόμενες μέρες, οι συνεργάτες του απ’ το συγκρότημα, μαζί με την Courtney Love, προσπάθησαν με απειλές, οι μεν λέγοντας πως θα διαλύσουν τους Nirvana, η δε τονίζοντας πως θα τον εγκαταλείψει, να τον πείσουν να πάει σε κλινική αποτοξίνωσης. Εκείνος δέχτηκε τελικά, όμως ενώ επισκέφθηκε ένα κέντρο στο Los Angeles, έφυγε τρεις μέρες αργότερα.
Όταν οι Madrugada ήρθαν και μάγεψαν την Θεσσαλονίκη
Ήταν 5 Απριλίου του 2019. Πέρασε ακριβώς ένας χρόνος από τότε που έδωσαν αυτή την τόσο συγκλονιστική συναυλία οι Madrugada στη Θεσσαλονίκη. Η είδηση το ότι επανασυνδέονται, αν μη τι άλλο, αποτέλεσε χαρμόσυνο νέο για τους φίλους των Madrugada, ακόμη περισσότερο για τους φίλους του Sivert Hoyem μιας και ο γοητευτικός φαλακρός Νορβηγός επισκέφτηκε ουκ ολίγες φορές την χώρα μας, αλλά και φυσικά για τους “συναυλιολόγους” που γουστάρουν και δίνουν τα λεφτά τους σε συναυλίες. Η επανασύνδεση των Madrugada πραγματοποιήθηκε για τις ανάγκες τις περιοδείας τους Industrial Silence Tour, μιας και ο συγκεκριμένος δίσκος τους συμπλήρωσε 20 χρόνια κυκλοφορίας. Αυτό που δεν μπόρεσε κανένας να προβλέψει, ήταν το πόσος κόσμος θα παρακολουθήσει τους Madrugada. Αρχικά οι διοργανωτές ανακοίνωσαν ως χώρο το Principal Club Theater, που χωράει περίπου 2000-3000 κόσμο. Πέρασε ένας μήνας και κάτι μέρες από την ημερομηνία προπώλησης, και ανακοινώνεται το πρώτο sold out. Η ζήτηση όμως του κόσμου ήταν τεράστια, κάτι που οδήγησε στη συνέχεια τους διοργανωτές σε αναζήτηση νέου χώρου, και τον βρήκαν μέσα στη ΔΕΘ, πιο συγκεκριμένα μέσα στο Περίπτερο 2 όπου χωρούσε περίπου 6000 κόσμο. Πέρασε δεν πέρασε ένας μήνας, ανακοινώνεται κι εκεί sold out, και τότε οι διοργανωτές ανακοίνωσαν νέο χώρο, ο οποίος δεν ήταν άλλος από το Κλειστό Γήπεδο της Πυλαίας.
Στατης συναυλίας
Καταρχάς να σημειωθεί ότι η προσέλευση του κόσμου πραγματοποιήθηκε πολύ ομαλά, και χωρίς προβλήματα. Από την αρχή φάνηκε το πόσο καλά την είχαν οργανώσει την συναυλία, και πόσο καλά είχαν στήσει όλη τη παραγωγή. Ο Luke Elliot που άνοιξε τη συναυλιακή βραδιά, φρόντισε με τον δικό του τρόπο να προθερμάνει το κοινό που μαζεύτηκε, και φυσικά γνώρισε την αποθέωση έστω και για λίγα λεπτά που εμφανίστηκε στη σκηνή. Το ρολόι έδειχνε περίπου 21:45, και σιγά σιγά εμφανίστηκαν στη σκηνή ο Sivert Hoyem, ο Frode Jacobsen & ο Jon Lauvland Pettersen, και φυσικά κάποια συνοδευτικά μέλη για τις ανάγκες της συναυλίας. Έγινε γεγονός πλέον το ότι οι Madrugada επανεμφανίστηκαν στην ελληνική συναυλιακή σκηνή 11 μετά από την τελευταία τους επίσκεψη (26.05.2008 στο παλιό Principal Club Theater). Άνοιξαν την συναυλία τους με το Vocal, ενώ στη συνέχεια ερμήνευσαν κι όλα τα υπόλοιπα τραγούδια του Industrial Silence όπως: This Old House, Higher, Strange Colour Blue, & Electric. Στο encore (όταν φεύγει η μπάντα από τη σκηνή και μετά ξαναβγαίνει), οι Madrugada είχαν ερμηνεύσει μερικές από τις μεγάλες τους επιτυχίες όπως: What’s On Your Mind, Honey Bee, Majesty, & Kids Are On High Street, όπου εκεί πραγματικά ξεσήκωσαν τους 10000 και πλέον παρευρισκόμενους της συναυλίας. Μάλιστα κάπου στη μέση της συναυλίας ο Sivert Hoyem δήλωσε ότι περίμενε να δώσουν συναυλία σ’ ένα γεμάτο κλειστό club, κι όχι σ’ ένα γεμάτο κλειστό στάδιο, κι αυτό χαροποίησε φυσικά όλη τη μπάντα. Οι 2 ώρες που διήρκησε η συναυλία, το πολύ πλούσιο playlist που είχαν (κι ας έλειπαν κάποια τραγούδια όπως το Blood Shot Adult Commitment), η άριστη οργάνωση της συναυλίας και στο θέμα με την προσέλευση του κόσμου αλλά και στα ακουστικά, και η μαγεία που εξέπεμψαν οι Madrugada επί σκηνής, αν μη τι άλλο κατέστησαν τη συναυλία ίσως την κορυφαία που διοργανώθηκε στην Ελλάδα το 2019, και σίγουρα μια από τις καλύτερες συναυλίες που διοργανώθηκαν όλα αυτά τα χρόνια στην Ελλάδα. Ο κόσμος φυσικά έφυγε από τη συναυλία πολύ χορτασμένος, και με πολλές μαγικές εικόνες στο μυαλό του. Σίγουρα μια συναυλιακή βραδιά που θα θυμάται για πολλά χρόνια η Θεσσαλονίκη.
Ευχή όλων να ξαναζήσουμε αυτές τις όμορφες συναυλιακές στιγμές όσο το δυνατόν πιο σύντομα, αφού τελειώσει η ιστορία με τον κορωνοϊό και ξεπεραστούν όλες οι υπόλοιπες κρίσεις.
Chester Bennington: Ο δρόμος προς την καταξίωση στην ιστορία της ροκ
Ήταν 20 Μαρτίου του 1976 που έρχεται στη ζωή ο Chester Charles Bennington στο Φοίνιξ της Αριζόνα. Από πολύ μικρή ηλικία ξεκίνησε να ασχολείται με τη μουσική, και μάλιστα οι πρώτες του επιρροές ήταν οι Depeche Mode και οι Stone Temple Pilots. Μάλιστα για τους Stone Temple Pilots, είχε δηλώσει ότι ήταν όνειρό του να συνεργαστεί κάποια στιγμή μαζί τους, κάτι που το πέτυχε πολύ αργότερα. Μέχρι την καταξίωσή του, η ζωή του είχε πολλά εμπόδια και πολλές δυσκολίες. Τα παιδικά του χρόνια ήταν πολύ δύσκολα, καθώς ήταν θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από μεγαλύτερο του, ενώ επίσης βίωσε και τον χωρισμό των γονιών του όταν ήταν 11 χρονών. Αυτό τον ώθησε αργότερα προς την κατανάλωση αλκοόλ, και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Μάλιστα ήταν και θύμα bullying καθώς φαινόταν πολύ λεπτός, διαφορετικός, και σίγουρα πολύ αδύναμος. Το 1992 ξεκίνησε την μουσική του καριέρα, όταν βρέθηκε στη μπάντα του Sean Dowdell και βγάλανε μαζί 3 τραγουδάκια. Λίγο αργότερα ο Chester Bennington μαζί με τον Sean Dowdell σχημάτισαν μια νέα μπάντα με το όνομα Grey Daze, όπου βγάλανε 3 άλμπουμ, και πορεύτηκαν μαζί μέχρι το 1998, όταν κι αποφάσισε να φύγει. Το 1999 βρίσκει στο διάβα του τους Xero, όπου έμελλε να είναι και η Ιθάκη που έψαχνε τόσο καιρό. Εκεί ανέπτυξε μια ωραία μουσική χημεία με τον Mike Shinoda, κάτι που βοήθησε στην αναβίωση της μπάντας, και τους υποκίνησε στο να δουλέψουν σε νέο υλικό. Οπότε μετονομάστηκαν σε Hybrid Theory, και λίγο αργότερα σε Linkin Park όταν και ξεκίνησαν να συνεργάζονται με δισκογραφική εταιρεία. Το 2000, όταν και κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο, οι Linkin Park με μπροστάρη τον Chester Bennington τάραξαν τα νερά της ροκ μουσικής. Με το Hybrid Theory να γνωρίζει τεράστια εμπορική επιτυχία (4.8 εκατομμύρια πωλήσεις στο 2ο δίμηνο), οι Linkin Park καθιερώνουν για τα καλά την rap rock στον μουσικό χάρτη. Σίγουρα το ότι συνδυάζουν διάφορα στοιχεία της rock, της rap, και τις electronica με τον δικό τους τρόπο, τους κάνει ιδιαίτερα μοναδικούς στο είδος τους. Ωστόσο τους κάνει ακόμα πιο μοναδικούς όταν ο Chester Bennington, μέσα από τα τραγούδια τους, εκφράζει διάφορες προσωπικές καταστάσεις που έχει βιώσει ο ίδιος και προσωπικούς προβληματισμούς, αλλά περνάει και διάφορα μηνύματα. Χωρίς καμιά αμφισβήτηση ο Chester Bennington, αποτελεί το κινητήριο γρανάζι για την επιτυχία των Linkin Park, αλλά είναι κι από τους μεγάλους υπεύθυνους που άλλαξε η ροή της ροκ από τα 00’s κι έπειτα. Μπορεί να έχουν πάνω από 100 εκατομμύρια πωλήσεις, μπορεί να μετρούν 69 βραβεία στο ενεργητικό τους, αλλά η μεγάλη νίκη των Linkin Park σίγουρα είναι το ότι κατάφεραν και επηρέασαν μεγάλο ποσοστό των εφήβων με τα τραγούδια τους, και μάλιστα έχουν μεγαλώσει μαζί τους. Μπορεί να αποφάσισε να αφήσει τον κόσμο στα 41 του χρόνια (20 Ιουλίου 2017), αλλά η παρακαταθήκη που άφησε είναι τεράστια, και η αναγνώριση από τους καλλιτέχνες της ροκ μουσικής κι όχι μόνο, είναι επίσης τεράστια. Όσο θα ακούγονται τραγούδια των Linkin Park στο ραδιόφωνο, θα συνεχίζει να υπάρχει και ο Chester, έστω και μέσα από τη καρδιά.
Γενέθλια για τον JON BON JOVI, ο οποίος κλείνει σήμερα τα 58 του χρόνια!
58 ετών γίνεται ο Jon Bon Jovi, τραγουδιστής και μουσικός που οδήγησε την μπάντα του, στην ελίτ των σημαντικότερων hard rock συγκροτημάτων στη δεκαετία του ’80. Γεννημένος στο New Jersey, ως John Francis Bongiovi Jr, από την αρχή της εφηβείας του είχε πειστεί πως θα γινόταν ένας rock star. Από τότε είχε αρχίσει να παρακάμπτει το σχολείο, επιλέγοντας ν’ ασχοληθεί με τη μουσική αντί αυτού. Μεγάλωσε τρέφοντας αγάπη για ονόματα όπως οι: Southside Johnny, Bruce Springsteen, Bob Dylan, Thin Lizzy, Aerosmith και Alice Cooper, που αποτελούν και τις βασικές του επιρροές. Ξεκίνησε από τα 13 του χρόνια να παίζει σε τοπικές μπάντες με φίλους και τον ξάδερφό του, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης ενός γνωστού στούντιο ηχογραφήσεων στη Νέα Υόρκη. Την ίδια εποχή ξεκίνησε να μαθαίνει πιάνο και κιθάρα, ενώ παράλληλα στο σχολείο άρχισε να έχει πολύ άσχημους βαθμούς. Στα 16 του έπαιζε σε club, έχοντας ενώσει τις δυνάμεις του με τον πληκτρά David Bryan, με τον οποίο συμμετείχαν σε μια δεκαμελή rhythm and blues μπάντα, που ονομαζόταν Atlantic City Expressway. Είχε παίξει επίσης με τους The Rest, The Lechersκαι John Bongiovi and the Wild Ones. Η πρώτη του επαγγελματική ηχογράφηση ήρθε με τη βοήθεια του ξαδέρφου του, ένα κομμάτι με τίτλο “ R2-D2 We Wish You A Merry Christmas”, που έγινε το άλμπουμ “Christmas in the Stars: Star Wars Christmas Album”. To 1982, ηχογράφησε το πρώτο του single, το “Runaway” που αρκετά αναπάντεχα, είχε μεγάλη αναμετάδοση από έναν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, που συμπεριέλαβε το τραγούδι σε μια κασέτα από συλλογές και η απήχηση του αυξήθηκε. Έτσι σύντομα, ο εκκολαπτόμενος ροκ σταρ, βρέθηκε με δισκογραφικό συμβόλαιο και βρέθηκε στην ανάγκη να δημιουργήσει μια σταθερή μπάντα. Έτσι βρήκε κάποιους από τους συντρόφους του στις μπάντες που είχε παίξει και σχημάτισε τους Bongiovi, που για λόγους ευφωνίας και εμπορικότητας, μετονομάστηκαν σε Bon Jovi. Το ντεμπούτο τους κυκλοφόρησε στις αρχές του 1984 και έγινε χρυσό. Μετά και το επακόλουθο “7800° Fahrenheit”, η μπάντα μπόρεσε να κάνει περιοδείες με ονόματα όπως οι Scorpions, Kiss και τους Judas Priest, που βοήθησαν τους Bon Jovi να δημιουργήσουν μια μεγάλη βάση οπαδών. Το απόγειο της επιτυχίας τους, ήρθε με το τρίτο τους άλμπουμ, το “Slippery When Wet” το 1986, που περιείχε μερικά από τα πιο κλασσικά κομμάτια τους και πούλησε πάνω από 14 εκατομ. αντίτυπα. Ο ίδιος ο τραγουδιστής, είχε μεγάλο μερίδιο στη σύνθεση των δυνατών μπαλάντων του γκρουπ, των πιασάρικων riff και των καλά επεξεργασμένων μελωδιών, που συντέλεσαν στη μεγάλη φήμη των Bon Jovi. Το 1989, που το συγκρότημα μπήκε στον πάγο σταματώντας τις δραστηριότητες, εκείνος κατ’ αρχάς παντρεύτηκε, την Dorothea Hurley, πρωταθλήτρια καράτε, με την οποία ήταν μαζί απ’ το γυμνάσιο. Αποφάσισε επίσης, να επικεντρωθεί στη σόλο καριέρα του, κυκλοφορώντας το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του, “Blaze of Glory”, που γράφτηκε ως soundtrack της ταινίας “Young Guns II” και η οποία ήταν η πρώτη ταινία στην οποία εμφανίστηκε, κερδίζοντας και χρυσή σφαίρα για το καλύτερο τραγούδι. Έχει ασκήσει το υποκριτικό του ταλέντο ακόμη, σε ταινίες όπως οι: “The Leading Man”, “Little City”, “Cry Wolf”, “New Year’s Eve” κ.α., ενώ είχε επαναλαμβανόμενες συμμετοχές στην τηλεοπτική σειρά “Ally McBeal”. To 1992, το εμπορικό κίνητρο για να επιστρέψει στους Bon Jovi αποδείχθηκε μεγάλο και ήταν πολύ δύσκολο να αντισταθεί, οπότε η μπάντα επέστρεψε στα μουσικά δρώμενα, κυκλοφορώντας το “Keep The Faith”. Από τότε μέχρι σήμερα, έχουν στο ενεργητικό τους ακόμη επτά δουλειές. Ο καλλιτέχνης, έχει διακριθεί επίσης για το πλούσιο φιλανθρωπικό του έργο και μάλιστα από το 2006, είναι ιδρυτής του “Jon Bon Jovi Soul Foundation”, μιας οργάνωσης που βοηθά οικογένειες και άτομα που βρίσκονται σε οικονομική απόγνωση. Ακόμη ασχολείται με τον πολιτικό ακτιβισμό και έχει τέλος, τέσσερα παιδιά.