Ο ρόλος του Αριστοτέλη

Σημαντικός είναι ο ρόλος του Αριστοτέλη σ’ αυτήν την περιοδολόγηση της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας. Και δεν είναι μόνο στο ότι προσδιόρισε το πότε αρχίζει η φιλοσοφία —με τον Θαλή, στη Μίλητο των αρχών του 6ου αιώνα— αλλά καθόρισε και τις βασικές τομές στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Είναι ο πρώτος, δηλαδή, που έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον ρόλο του Παρμενίδη, και θεώρησε πολύ μεγάλη τομή τη στροφή του Σωκράτη στα τέλη   του 5ου αιώνα, όταν η φιλοσοφία «φεύγει απ’ τη φύση» και κατά τη ρήση του Κικέρωνα «προσγειώνεται στον κόσμο των ανθρώπων». Δηλαδή κυρίαρχο φαινόμενο πια απ’ το τέλος του 5ου αιώνα και μετά, κυρίαρχο φιλοσοφικό αντικείμενο, είναι η ανθρώπινη κατάσταση, η πολιτική κατάσταση, η συνύπαρξη δηλαδή των ανθρώπων, και η ηθική κατάσταση του ανθρώπου, δηλαδή το πώς δεσμεύει και οριοθετεί τα συναισθήματα και τις βλέψεις του. Άρα, και μόνο αυτό να έχει πει ο Αριστοτέλης θα είχε έναν πολύ σοβαρό και συστατικό ρόλο στην καθιέρωση της ιστορίας της φιλοσοφίας.

Ο Αριστοτέλης είναι “ο πρώτος ιστορικός της φιλοσοφίας” κι αυτό είναι αλήθεια. Γράφει στα μέσα προς το τέλος του 4ου αιώνα —δηλαδή από τον Θαλή, τον χωρίζουν περίπου δυόμισι αιώνες— δεν έχει κείμενα στα χέρια του των πρώιμων φιλοσόφων, άρα κάνει μια κατασκευή. Οι κατασκευές όμως φαίνεται ότι χρειάζονται στην ιστορία γενικά, όχι μόνο της φιλοσοφίας αλλά γενικά στην ιστορία· αναγκαστικά οι περίοδοι ή οι τομές είναι κάποιου είδους “συμβάσεις” των μεταγενεστέρων. Έτσι ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που συνειδητοποιεί την ανάγκη —που είναι αυτονόητη πλέον, αλλά στην αρχαιότητα δεν είναι, ο Πλάτωνας δεν το κάνει ποτέ εποχή του Αριστοτέλη ή του Πλάτωνα. Αυτό ήταν άγνωστο ως εκείνη την εποχή.

Η ιστοριογραφία της πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας δεν έχει πολύ προηγηθεί του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα· ο Θουκυδίδης είναι περίπου σύγχρονος του Πλάτωνα, άντε να ‘ναι λίγο μεγαλύτερος, και ο Ηρόδοτος γράφει γύρω στο 420-430. Αυτή η τάση, που ξεκίνησε ίσως απ’ τους ιστορικούς της αρχαίας Ελλάδας, δηλαδή τον Θουκυδίδη και τον Ηρόδοτο, με τον Αριστοτέλη γίνεται και μία μορφή ενασχόλησης με το παρελθόν της φιλοσοφίας. Είναι δηλαδή ο πρώτος ο οποίος σκέφτεται πότε ξεκίνησε η φιλοσοφία, από πού ξεκίνησε και πώς εξελίχθηκε.

Η τάση του Αριστοτέλη —και συνήθως λέγεται ότι είναι “κακός ιστορικός της φιλοσοφίας” ο Αριστοτέλης— είναι να δείξει ότι όλα οδηγούνε προς αυτόν, δηλαδή κάνει μια ιστορία, τελεολογική, δηλαδή, η τάση του είναι να πει “πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα” που, στην ουσία, είναι κι αυτός ένας πλατωνικός ή όταν γράφει κάποια τέτοια ιστορικά κείμενα θεωρεί τον εαυτό του πλατωνικό.

Αλλά αυτό που μας έδωσε, κι αυτό έχει σημασία, στην ουσία, καθόρισε τον τρόπο που βλέπουμε το  παρελθόν της φιλοσοφίας. Αυτό που λέει ο Αριστοτέλης: ότι η φιλοσοφία ξεκινάει όταν κάποιοι φιλόσοφοι, οι πρώτοι φιλοσοφούντες, αποφάσισαν ότι αυτό που καθορίζει την πραγματικότητα είναι κάποιες “αρχές των όντων”. Η λέξη αρχή είναι αριστοτελική. Είναι προφανές ότι ο Θαλής δεν μίλησε για “αρχές” ούτε ο Αναξίμανδρος ούτε ο Αναξιμένης. Αυτό όμως που θέλει να πει, κι αυτό ίσως ισχύει, είναι ότι προσδιόρισαν μία υλική οντότητα: το νερό ο Θαλής, το άπειρο στον Αναξίμανδρο ή ο αέρας του Αναξιμένη, την οποία θεώρησαν ως πρωταρχική: από εκεί ξεκινάνε τα πάντα κι εκεί καταλήγουν στο τέλος πεθαίνοντας.

Άρα, αυτή η “αρχή” είναι αιώνια, δεν έχει γεννηθεί, δεν θα πεθάνει, και “εξαργυρώνει” κατά κάποιο τρόπο τα πάντα. Δηλαδή, όλα είναι νερό, όλα είναι άπειρο, όλα είναι αέρας. Αν ειπώθηκαν αυτά τα πράγματα, με τον τρόπο που το λέει ο Αριστοτέλης, τότε, όντως κάτι πάρα πολύ σημαντικό γεννιέται. Στο χάος, τη χαώδη εμπειρία, η οποία είναι χαώδης είτε αφορά την ανεξέλεγκτη φύση, τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης, είτε έχει να κάνει με τον άνθρωπο, το ανεξέλεγκτο χάος των συναισθημάτων, ή την κοινωνία των ανθρώπων η οποία είναι  κι αυτή μη ελεγχόμενη και συγκρουσιακή, σ’ όλο αυτό το χάος αυτό που έχει σημασία “δεν είναι αυτό που συλλαμβάνω με την εμπειρία μου”, αλλά κάτι το οποίο είναι “γέννημα του νου μου”, κατά κάποιο τρόπο, “κι αυτό έχει μια υλική μορφή”, αυτό θέλει μια τεράστια τόλμη σκέψης.

Αν γίνανε έτσι τα πράγματα, τότε πραγματικά εκεί υπάρχει μια τομή. Οι Μιλήσιοι, δηλαδή ,  οι τρεις αυτοί στοχαστές ως ολότητα, στις αρχές του 6ου αιώνα στη Μίλητο καθιερώνουν έναν νέον τρόπο ερμηνείας της  πραγματικότητας. Είτε ονομαστεί ως “φιλοσοφία” είτε όχι, αν είχαν συνειδητοποιήσει την καινοτομία τους, κάτι σημαντικό συνέβη στην ιστορία της σκέψης.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis «Αρχαία ελληνική Φιλοσοφία: Από τον Θαλή στον Αριστοτέλη» με διδάσκοντα τον Βασίλη Κάλφα.
Σύνδεσμος: https://mathesis.cup.gr/courses/course-v1:Philosophy+PHL1+22C/about

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Ο συμβουλευτικός ρόλος του εκπαιδευτικού γενικής αγωγής

Σήμερα περισσότερο από ποτέ οι εκπαιδευτικοί εκτός από καλοί δάσκαλοι οφείλουν να είναι και καλοί σύμβουλοι και εμψυχωτές. Ο συμβουλευτικός τους ρόλος αποβλέπει στην κάλυψη και ικανοποίηση των αναγκών των μαθητών με απώτερο στόχο της αυτοπραγμάτωσή τους.

Οι διαστάσεις που λαμβάνει αφορούν τη γνωστική, κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη τους, την καλλιέργεια δεξιοτήτων και ικανοτήτων, την υποστήριξή τους στην επιλογή της επαγγελματικής τους καριέρας μέσω του επαγγελματικού προσανατολισμού, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη δασκαλο-μαθητική και διαμαθητική αλληλεπίδραση.

Ωστόσο, η συμβουλευτική διάσταση του ρόλου του εκπαιδευτικού είναι παραμελημένη και συνήθως ασκείται περιστασιακά στο περιθώριο των άλλων δραστηριοτήτων του. Βέβαια, ο ρόλος αυτός ασκείται σε καθημερινή βάση από τον εκπαιδευτικό με έμμεσο τρόπο, γι’ αυτό και είναι σημαντική η εκπαίδευσή του σε σχετικές δεξιότητες και η κατοχή συγκεκριμένων χαρακτηριστικών, προκειμένου να ανταποκριθεί επαρκώς στις απαιτήσεις του συγκεκριμένου ρόλου. Στην επιστημονική κοινότητα έχουν διατυπωθεί απόψεις υπέρ και κατά της συμβουλευτικής δράσης του εκπαιδευτικού.

Οι εκπαιδευτικοί Γενικής Αγωγής μπορούν να υιοθετήσουν τις αρχές της Συμβουλευτικής σε τρία επίπεδα:

  • στο πρώτο επίπεδο αποκτούν συμβουλευτικές δεξιότητες 
  • στο δεύτερο επίπεδο δίνεται έμφαση στην ανάπτυξη του σχολείου ως μία «κοινότητα που νοιάζεται»
  • στο τρίτο επίπεδο πραγματοποιείται πρώιμη παρέμβαση και διασύνδεση με άλλες πηγές

Ο εκπαιδευτικός αποτελεί το πλέον βασικό πρόσωπο στη σχολική ζωή του μαθητή: η ίδια η θέση του εκπαιδευτικού του παρέχει το πλεονέκτημα να επικοινωνεί καθημερινά με τους μαθητές του. Ο εκπαιδευτικός είναι για τον μαθητή ο «σημαντικός τρίτος». Η καθημερινή εξοικείωση μαζί τους του προσφέρει ευνοϊκές προοπτικές να μπορεί αν ερμηνεύει ακόμα και τους μορφασμούς του προσώπου τους, τις κινήσεις του σώματός τους, αλλά και να αντιλαμβάνεται τα πράγματα ή και τις καταστάσεις που τους προξενούν δυσανασχέτηση. Αν ο εκπαιδευτικός αξιοποιήσει σωστά το πλεονέκτημα αυτό, θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να βοηθήσει τους μαθητές του, μέσω μιας γνήσιας παιδαγωγικής-συμβουλευτικής σχέσης.

Σύμφωνα με τον νόμο 1566/85, το σχολείο καλείται να συμβάλλει στην αρμονική και ολόπλευρη ανάπτυξη, εξέλιξη και ολοκλήρωση της προσωπικότητας του ατόμου: οι σκοποί και οι επιδιώξεις της συμβουλευτικής ταυτίζονται με αυτές του σχολείου, εφόσον σκοπός της συμβουλευτικής είναι να βοηθήσει το άτομο να εξασφαλίσει τέτοιο βαθμό αυτογνωσίας και αυτοελέγχου, ώστε να εξελιχθεί σε μια προσωπικότητα, η οποία θα είναι σε θέση να ελέγχει την πορεία της στη ζωή μέσω της δικής της βούλησης, να προγραμματίζει τις ενέργειές της, να αναζητεί και να εξερευνά τις δικές της ανάγκες και τα δικά της συναισθήματα, να εντοπίζει τις αδυναμίες της, να τις αποδέχεται και να τις αντιμετωπίζει αποτελεσματικά.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Συμβουλευτικός ρόλος εκπαιδευτικού ΕΑΕ

Ο συμβουλευτικός ρόλος του εκπαιδευτικού ειδικής αγωγής προκύπτει χάρη σε μία σειρά παραγόντων στον χώρο της ειδικής αγωγής, όπως οι προσπάθειες για τη σχολική και κοινωνική ένταξη των μαθητών με αναπηρία ή και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και το ενδιαφέρον για την ψυχική τους υγεία. Αφενός, στοχεύει στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, των δεξιοτήτων και ικανοτήτων των ατόμων αυτών, ώστε να επιτευχθεί η σχολική και κοινωνική ένταξη, η επαγγελματική τους κατάρτιση και η ισότιμη κοινωνική τους εξέλιξη. Αφετέρου, είναι να αποκτήσουν αυτονομία, να ενταχθούν λειτουργικά στην κοινωνία, να αναπτύξουν διαπροσωπικές σχέσεις και την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων και να καλλιεργήσουν το αυτοσυναίσθημά τους.

Το συμβουλευτικό έργο του ειδικού παιδαγωγού διευρύνεται στους γονείς, τον διευθυντή, το προσωπικό του σχολείου (συνάδελφοι γενικής αγωγής, ειδικό βοηθητικό και επιστημονικό προσωπικό) και όλους τους φορείς που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία με βασικές διαστάσεις τη συνεργασία, τη στήριξη και την ενημέρωση. Ως προς τους γονείς, η συμβολή τους, η συναίνεση και η συμμετοχή τους είναι καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η θεώρηση της σχέσης ως ισότιμης και η επιδίωξη της ενεργητικής τους συμμετοχής σε όλη τη διαδικασία αποφεύγοντας να περιορίζονται σε παθητικό ρόλο ή να θεωρούνται απλοί βοηθοί. Ο εκπαιδευτικός-σύμβουλος οφείλει να επενδύσει σε μια αμφίδρομη επικοινωνία, στην οικοδόμηση ενός κλίματος εμπιστοσύνης, ασφάλειας και αποδοχής, με γνήσιο ενδιαφέρον και επαγγελματισμό. Οι εκπαιδευτικοί ενημερώνουν τους γονείς και αυτοί με τη σειρά τους τους εκπαιδευτικούς για τις ανάγκες και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί.

Στη βάση αυτή της ανταλλαγής πληροφοριών, ο σύμβουλος οφείλει να κατευθύνει τους γονείς στον τρόπο αντιμετώπισης των αναγκών και των δυσκολιών τους, ενώ δεν αποκλείεται να χρειαστεί να τους παραπέμψει σε κάποιον ειδικό. Η συμβουλευτική των γονέων μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, όπως συγκεντρώσεις στο σχολείο, ομάδες γονέων ή και επισκέψεις εκπαιδευτικών στο σπίτι. Ως προς τον διευθυντή, ο σύμβουλος – ειδικός παιδαγωγός λειτουργεί συμβουλευτικά για τον σχεδιασμό του ωρολογίου προγράμματος, την προμήθεια εκπαιδευτικού υλικού και για ζητήματα προσωπικού. Ως προς το προσωπικό του σχολείου, παρέχεται συμβουλευτική υποστήριξη για την ευαισθητοποίηση και τη διαχείριση προβλημάτων μάθησης και συμπεριφοράς των μαθητών και παρουσίαση ειδικών εκπαιδευτικών μέσων και παροχή ειδικών εκπαιδευτικών μέτρων.

Τέλος, ως προς τους φορείς, είναι σημαντική η διασύνδεση των κοινωνικών και ψυχολογικών υπηρεσιών και της κοινωνίας, εν γένει, με τη σχολική κοινότητα και ο σχεδιασμός και εφαρμογή δράσεων για την προετοιμασία του κοινωνικού πλαισίου για ένα «Σχολείο για Όλους». Η σημερινή τάση κινείται προς μια συνεργατική πρακτική μεταξύ γενικών και ειδικών παιδαγωγών.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός