Έτσι ήταν το κέντρο της Θεσσαλονίκης κατά την αρχαιότητα!

Το γνωρίζατε ότι η Καμάρα (Αψίδα του Γαλερίου) είχε οκτώ συνολικά πεσσούς, ότι η Ροτόνταήταν ναός αφιερωμένος στην αρχαία θρησκεία, και ότι τον 4ο-6ο αιώνα μ.Χ. λειτουργούσεΙππόδρομος που ξεκινούσε από το ύψος της Εγνατίας και έφθανε έως τη θάλασσα;

Τα παραπάνω κτίσματα, και πλήθος άλλων όπως το Ανάκτορο, το Οκτάγωνο, η Βασιλική και η Αψιδωτή Αίθουσα αποτελούσαν μέρος του μεγαλειώδους Γαλεριανού Συγκροτήματος, του «παλατιού» του τετράρχη Γαλερίου (260-311 μΧ), ο οποίος είχε ως «έδρα» του τηΘεσσαλονίκη, μεταμορφώνοντάς την σε μια από τις σημαντικότερες αυτοκρατορικές πόλεις της ύστερης ρωμαϊκής εποχής.

Το ανεξίθρησκο περιβάλλον της ευημερούσας ελληνιστικής και ρωμαϊκής «ελεύθερης πόλης» της Θεσσαλονίκης υπήρξε το σημείο συνάντησης διαφορετικών θρησκειών: στη λατρεία του Δωδεκάθεου, των Καβείρων, των αιγυπτιακής προέλευσης θεοτήτων (Σέραπις και Ίσις) και του Γιάχβε των Εβραίων, προστέθηκε το 52 μ.Χ. και ο χριστιανισμός, μια ανερχόμενη θρησκεία της Ανατολής.

Η επεισοδιακή άφιξη του Αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη και η ίδρυση της «Χρυσής Πύλης», της δεύτερης χριστιανικής εκκλησίας στον ευρωπαϊκό χώρο, σηματοδοτεί την έναρξη μια νέας εποχής για την πόλη, όπου ο χριστιανισμός θα κερδίζει σταδιακά έδαφος σε βάρος των παραδοσιακών εθνικών θρησκειών. Λατρεύοντας, αρχικά, τη νέα τους θρησκεία στις περίφημες πολυδαίδαλες κατακόμβες της πόλης, οι πρώτοι Θεσσαλονικείς χριστιανοί υπέστησαν τους διωγμούς της Ρωμαϊκής διοίκησης, την περίοδο μάλιστα που η Θεσσαλονίκη γνώρισε τη μεγαλύτερη της ακμή, όπως φαίνεται από τα μεγαλοπρεπή αρχιτεκτονικά απομεινάρια (Ροτόντα, ανάκτορα του Γαλέριου, Καμάρα, Αρχαία Αγορά, κ.α.).

Αν και δεν υπήρξε ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα η «Νύφη του Θερμαϊκού» χρησίμευσε δυο φορές ως προσωρινή έδρα δυο Ρωμαίων Αυτοκρατόρων: του Γαλέριου και του Θεοδόσιου. Ήταν μια εποχή που οι Χριστιανοί κάτοικοι της πόλης υπέφεραν τα πάνδεινα. Αυτή ήταν και η περίπτωση του νεαρού Δημήτριου, γόνου αριστοκρατικής οικογένειας, που θανατώθηκε μαρτυρικά στα ρωμαϊκά λουτρά σε ηλικία μόλις 23 ετών (26 Οκτωβρίου 303). Από τότε η Θεσσαλονίκη έγινε κέντρο της λατρείας του «μυροβλήτη» Άγιου Δημήτριου, που θεωρήθηκε πολιούχος και προστάτης της πόλης. H επικράτηση του Χριστιανισμού και η μεταφορά της Αυτοκρατορικής πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη (330 μ.Χ.) κατέστησαν αυτομάτως τη Θεσσαλονίκη «συμβασιλεύουσα» και κέντρο της χριστιανοσύνης για περισσότερο από 12 αιώνες.

Το 390 μ.Χ. οι Θεσσαλονικείς ξεσηκώθηκαν κατά της Γοτθικής φρουράς, που υπό την αρχηγία του Βουτέριχου είχε εγκαταστήσει ο Θεοδόσιος στην πόλη. Η πράξη αυτή προκάλεσε την οργή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα, που διέταξε την εν ψυχρώ σφαγή 7.000(!) Θεσσαλονικέων μέσα στον Ιππόδρομο της πόλης, γεγονός για το οποίο ο Θεοδόσιος αναθεματίστηκε από τον Πατριάρχη. Ως πράξη εξιλέωσης και αφού βαπτίστηκε και ο ίδιος χριστιανός, ο Θεοδόσιος έδωσε διαταγή να μετατραπεί η Ροτόντα, ο μέχρι τότε ναός των Καβείρων, σε χριστιανική εκκλησία με την ονομασία «Ναός των Ασωμάτων».

Γαλεριανό συγκρότημα: Πομπική οδός και κύρια λεωφόρος

Με τη βοήθεια της τεχνολογίας, και μετά από μακρόχρονη επιστημονική μελέτη, η ΙΣΤ” Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων πραγματοποίησε μια ψηφιακή απεικόνιση του μνημείου, η οποία παρουσιάζεται από σήμερα, 1η Νοεμβρίου, στην αίθουσα πολυμέσων της Εφορείας Αρχαιοτήτων, που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Δημ. Γούναρη και Αλ. Σβώλου.

Παράλληλα, κυκλοφορεί και ένας οδηγός τσέπης, ο οποίος παρουσιάζει τη συνοικία του ανακτόρου, και δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη  να κατανοήσει τη μορφή των κτηρίων στην εποχή της λειτουργίας τους (4ο-7ο αιώνα μΧ), καθώς και να αποκτήσει μια πληρέστερη εικόνα της Νοτιοανατολικής περιοχής της αρχαίας Θεσσαλονίκης

Εικονική περιήγηση στο Γαλεριανό Συγκρότημα

Το Γαλεριανό Συγκρότημα είναι αποτέλεσμα του φιλόδοξου οικοδομικού προγράμματος του Γαλερίου, και συνδέεται με την τελευταία περίοδο ακμής της αρχαίας πόλης της Θεσσαλονίκης, όταν ο τετράρχης την όρισε ως έδρα του, αναγνωρίζοντας τη δυναμική της και ενισχύοντας τον ρόλο της ως σταυροδρόμι πολιτισμών και κέντρο ανάπτυξης όλης της περιοχής.

Η ανέγερση των ανακτόρων στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε στο τέλος του 3ου μΧ αιώνα, μετά τη νίκη του Γαλερίου επί του βασιλιά των Περσών Ναρσή στην Αρμενία το 298 μΧ.
Το Γαλεριανό Συγκρότημα κτίσθηκε στις παρυφές της πόλης, δίπλα στο ανατολικό τείχος. Προς το Νότο εκτεινόταν σχεδόν μέχρι τη θάλασσα (οδός Μητροπόλεως), ενώ το δυτικό του όριο θεωρείται πως ήταν στην οδό Απελλού.

Το ανάκτορο αποτελούνταν από δύο οικοδομικά σύνολα, συνδετικός κρίκος των οποίων είναι η Αψίδα του Γαλερίου. Στο βόρειο τμήμα του βρίσκεται η Ροτόντα, ενώ νότιά της βρίσκεται η Αψιδωτή Αίθουσα (οικοδομικά κατάλοιπα επί του πεζόδρομου Δ.Γούναρη, τμήμα μεταξύ των οδών Αλ.Σβώλου και Ι.Μιχαήλ) και τα οικοδομήματα του αρχαιολογικού χώρου της πλατείας Ναυαρίνου (Βασιλική, κεντρική κτηριακή ενότητα, διώροφο κτήριο, λουτρά, Οκτάγωνο).

Λουτρά του Ανακτόρου

Η Ροτόντα

Η Ροτόντα ήταν κατά την τετραρχική περίοδο ναός αφιερωμένος στην αρχαία θρησκεία, ενώ κατά την παλαιοχριστιανική εποχή (4ος έως αρχές του 6ου αι. μΧ) μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στους Ασώματους ή Αρχάγγελους.

Η Ροτόντα σήμερα και την εποχή κατασκευής της

Η Αψίδα του Γαλερίου

Νότια της Ροτόντας υπήρχε θριαμβική Αψίδα (η γνωστή σήμερα Καμάρα), η οποία κτίσθηκε μεταξύ του 298 και του 305 μΧ, σε ανάμνηση της εκστρατείας και της νίκης του Γαλερίου κατά των Περσών.

Το οικοδόμημα στην τελική του μορφή αποτελούνταν από οκτώ πεσσούς, διατεταγμένους ανά τέσσερις σε δύο παράλληλες σειρές. Σήμερα σώζονται μόνο τρεις πεσσοί, οι οποίοι φέρουν ανάγλυφες παραστάσεις που απεικονίζουν τις νικηφόρες εκστρατείες των Ρωμαίων κατά των Περσών το 297, καθώς και συμβολικές εικόνες που προπαγανδίζουν τη στρατιωτική δύναμη του Γαλερίου και την ισχύ της τετραρχίας

Η Αψιδωτή Αίθουσα

Πρόκεται για πιθανόν το τελευταίο προς βορρά κτήριο του ανακτόρου. Ήταν κτισμένη σε έναν νοητό άξονα με κατεύθυνση βορρά-νότου, ενώ τα ερείπια του κτηρίου είναι ορατά στο ανατολικό τμήμα του αρχαιολογικού χώρου της πλατείας Ναυαρίνου.

Σύμφωνα με νεώτερες απόψεις, η Αψιδωτή Αίθουσα ήταν τρικλίνιο, χρησιμοποιούνταν δηλαδή για τη διοργάνωση συμποσίων και άλλων τελετών που συνδέονταν με την παρουσία του αυτοκράτορα και της ακολουθίας του στον ιππόδρομο.

Η Βασιλική

Η Βασιλική ήταν ένα μεγαλοπρεπές κτήριο, το οποίο λειτουργούσε ως αίθουσα υποδοχής και ακροάσεων. Από το συνολικό οικοδόμημα είναι σήμερα ορατή μόνο η δυτική τοιχοποιία και το μεγαλύτερο τμήμα της αψίδας, ενώ το υπόλοιπο κτίσμα είναι θαμμένο κάτω από τον πεζόδρομο της πλατείας Ναυαρίνου και της οδού Γούναρη.

Το Οκτάγωνο

Το Οκτάγωνο αποτελεί, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, ένα από τα κυριότερα οικοδομήματα του συγκροτήματος. Σύμφωνα με την επικρατέστερη ιστορική έρευνα, προοριζόταν για αίθουσα ακροάσεων ή αίθουσα θρόνου των ανακτόρων, ενώ αργότερα λειτούργησε και ως χριστιανικός ναός.

Ήδη οι χριστιανικές εκκλησίες είχαν αρχίσει να ξεφυτρώνουν στην πόλη, οι περισσότερες μάλιστα κτισμένες πάνω στα ερείπια των αρχαίων παγανιστικών ναών (η Αχειροποίητος κτίστηκε στα θεμέλια του ναού της Αφροδίτης). Από εκείνη την περίοδο διατηρούνται ως τις μέρες μας ο Άγιος Δημήτριος, η Αγία Σοφία, η Αχειροποίητος και ο Όσιος Δαβίδ…

Η καταστροφή του Οκταγώνου τοποθετείται τον 7ο αιώνα μΧ, εποχή που η Θεσσαλονίκη συγκλονίζεται από ισχυρούς σεισμούς, που κατέστρεψαν τα περισσότερα κτήριά της. Μετά την καταστροφή του κτίσματος, ο προθάλαμός του μετατράπηκε σε δεξαμενή, η οποία λειτούργησε μέχρι τον 14ο αιώνα.

Ο Ιππόδρομος

Κατά τους χρόνους της Τετραρχίας, ο Ιππόδρομος ήταν ένα από τα πιο σημαντικά δημόσια οικοδομήματα, καθώς, εκτός από τους αγώνες που διεξάγονταν σε αυτόν, αποτελούσε έναν κατ” εξοχή πολιτικό χώρο, όπου ο λαός επικοινωνούσε με τον αυτοκράτορα και εξέφραζε τη βούλησή του.

Ο Ιππόδρομος κατασκευάστηκε στις αρχές του 4ου αι. μΧ, ενώ, σύμφωνα με τις γραπτές πηγές, συνέχισε να λειτουργεί τουλάχιστον μέχρι τον 6ο αιώνα. Τα ερείπια του Ιπποδρόμου σώζονται αποσπασματικά, ανατολικά της εκκλησίας της Νέας Παναγίας (πλατεία Φαναριωτών), καθώς και στον ακάλυπτο χώρο των οικοδομικών τετραγώνων της πλατείας Ιπποδρομίου και των οδών Γούναρη, Φιλικής Εταιρείας και Αγαπηνού.

Η μελέτη για την τρισδιάσταση ψηφιακή απεικόνιση του Γαλεριανού Συγκροτήματος εκπονήθηκε από την ομάδα των αρχιτεκτόνων της ΙΣΤ Εφορείας Αρχαιοτήτων Φ.Αθανασίου, Β.Μάλαμα, Μ.Μίζα και Μ.Σαραντίδου, στο πλαίσιο των εργασιών αποκατάστασης του μνημείου.

Οι εικόνες της ψηφιακής αναπαράστασης και το αντίστοιχο βίντεο υλοποιήθηκαν από τον αρχιτέκτονα Φώτη Τσακμάκη, ενώ όλο το έργο πραγματοποιήθηκε με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ.

Πηγή




Ροτόντα, Θεσσαλονίκη

Η Ροτόντα, ή αλλιώς ναός των Ασωμάτων Δυνάμεων και Αρχαγγέλων ή Αγίου Γεωργίου, όπως επικρατεί, βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης και αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα ρωμαϊκά πολυπολιτισμικά μνημεία στην Ελλάδα και το αρχαιότερο. Μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό στα τέλη του 4ου αιώνα από τους Ρωμαίους και συγκεκριμένα από τον Γαλέριο. Χάρη στην Ρωμαϊκή Τετραρχία, δημιουργώντας νέα μορφή πολιτικής διακυβέρνησης, οι διοικητικές ανάγκες του νέου συστήματος τον οδήγησαν στην διαταγή κατασκευής ενός εκτεταμένου ανακτορικού συγκροτήματος στην Θεσσαλονίκη.

Διακοσμήθηκε περίτεχνα με παλαιο-χριστιανικά μωσαϊκά και απεικονίσεις αγίων και μαρτύρων σε καμάρες κογχών, τοξωτά ανοίγματα φεγγιτών και τον μεγάλο θόλο, καθώς ήταν ένα από τα σπουδαιότερα διοικητικά και οικονομικά κέντρα. Πιστεύεται πως χτίστηκε ως μαυσωλείο του Γαλέριου ή ότι αρχικός σκοπός ήταν η χρήση του ως βαπτιστήριο των πιστών Χριστιανών της Θεσσαλονίκης.

Η Ροτόντα ως κατασκευή είναι μοναδική στον Ελλαδικό χώρο διότι η κυκλική μορφή της παραπέμπει και ακολουθεί ακριβώς την τεχνοτροπία του Πάνθεον στη Ρώμη. Συνδεόταν με την αψίδα του Γαλερίου (Καμάρα) μέσω μιας πομπικής οδού με κιονοστοιχίες εκατέρωθεν, που κατέληγε στο κυρίως Ανακτορικό συγκρότημα και απλώνεται στη νότια πλευρά της Ροτόντας στην οδό Δημητρίου Γούναρη προς τη θάλασσα.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ
Ροτόντα ονομάστηκε από το κυκλικό της σχήμα. Το σημερινό της όνομα είναι «ναός Αγίου Γεωργίου», που το έλαβε από το όνομα του γειτονικού ναΐσκου μετά την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912. Σ’ αυτό μεταφέρθηκαν τα ιερά σκεύη και οι φορητές εικόνες. «Με την αλλαγή αυτή ξεχάστηκε η παλιά ονομασία του μεγάλου ναού». Η σημερινή μορφή της είναι τρίκλιτη βασιλική, που ανήκει στη μονή του Αγίου Γρηγορίου του Αγίου Όρους που ολοκληρώθηκε το 1815.

Παρά το γεγονός ότι υπήρξε Χριστιανικός ναός για περισσότερα από 1200 χρόνια και μητρόπολη της Θεσσαλονίκης από το 1524 έως το 1591, μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους το 1591 μετατράπηκε σε τζαμί από τον Σεΐχη Σουλεϊμάν Χορτατζή Εφέντη κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας. Ξανάγινε εκκλησία, στέγη αρχαιολογικών γλυπτών, με κάποιους ερευνητές να τον ταυτίζουν με τον ναό των Ασωμάτων Δυνάμεων που αναφέρουν οι βυζαντινές πηγές. Τότε ήταν που έγιναν στο μνημείο ορισμένες μετασκευές, αναγκαίες για τη νέα λατρεία. Διανοίχθηκε και διευρύνθηκε η ανατολική κόγχη και κατασκευάστηκε το ιερό βήμα με ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά. Στη δυτική κόγχη διαμορφώθηκε νέα είσοδος με νάρθηκα και προστέθηκε πρόπυλο με δύο παρεκκλήσια, που δεν σώζονται. Η αψίδα ενισχύθηκε εξωτερικά με τοίχο και διακοσμήθηκε με την τοιχογραφία της Αναλήψεως.

Με τον μεγάλο σεισμό του 1978 προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές και προβλήματα στατικότητας. Ακολούθησε ένα πολύπλευρο, πολυδάπανο και πολύχρονο πρόγραμμα στερέωσης, συντήρησης και αποκατάστασης από την ελληνική πολιτεία με φορέα το υπουργείο Πολιτισμού, που απέδωσε το μνημείο ασφαλές και λαμπρό στο ελληνικό και παγκόσμιο επιστημονικό και περιηγητικό κοινό. Μετά την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, το 1912, αφιερώθηκε στον Άγιο Γεώργιο.

Πρόκειται για ένα θολωτό κυκλικό πλινθόκτιστο κτίσμα. Η διάμετρος του είναι 24,50 μέτρα και το ύψος περίπου 30. Εσωτερικά στο πάχος των τοίχων, 6,30 μέτρων, ανοίγονται οκτώ καμαροσκέπαστες κόγχες. Πάνω από αυτές υπάρχουν μεγάλα παράθυρα με τοξωτές απολήξεις και, στα ενδιάμεσα, μια ακόμη σειρά από μικρότερα. Το οικοδόμημα είναι καλυμμένο με μεγάλο ημισφαιρικό τρούλο, στην κορυφή του οποίου υπήρχε οπαίο, για να διαχέεται στο εσωτερικό το φως της ημέρας. Τον τρούλο κρύβει εξωτερικά ο υπερυψωμένος περιμετρικός τοίχος, που κλείνει με ξύλινη κεραμοσκεπή. Η είσοδος του μνημείου -στην αρχική κατασκευή- ήταν από τα νοτιοδυτικά, όπου υπάρχει ένα πρόπυλο και όπου κατέληγε η «πομπική οδός». Στην ανατολική πλευρά αρχικά γκρεμίστηκε ο κυλινδρικός τοίχος, ώστε να χτιστεί ορθογώνιος χώρος που θα φιλοξενούσε το ιερό βήμα του ναού, το οποίο έπειτα ξαναχτίστηκε χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά εξωτερικά αντερείσματα για την στήριξή του, ενώ διανοίχτηκε είσοδος με νάρθηκα, στην δυτική πλευρά του κτιρίου όπως συνηθίζεται στους χριστιανικούς ναούς. Χτίστηκαν ακόμη δυο παρεκκλήσια στον περίβολο, ένα κυκλικό ανατολικά και ένα οκταγωνικό δυτικά. Έξω από το νότιο πρόπυλο του μνημείου έχει εντοπιστεί η βάση του μαρμάρινου μονολιθικού άμβωνα, ο οποίος σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης.

ΝΑΟΣ Ή ΜΟΥΣΕΙΟ;
Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, η τοπική Μητρόπολη επιθυμούσε διακαώς η Ροτόντα να υπαχθεί αποκλειστικά στη χριστιανική λατρεία. Μάλιστα από το 1912 ως το 1920 το μνημείο χρησιμοποιήθηκε ως χριστανικός ναός. Μετά το 1918 όμως άρχισαν αρχαιολογικές ανασκαφές στο μνημείο, πρώτα από τον Εμπράρ και αργότερα από τον Δανό αρχαιολόγο και αρχιτέκτονα Ντίγκβε. Συχνά γίνονταν κάποιες θρησκευτικές τελετές, όπως στη γιορτή των Τριών Ιεραρχών, με τη συμμετοχή και της πανεπιστημιακής κοινότητας της πόλης. Ο κόσμος που συχνάζει στα περισσότερα από αυτά είναι φοιτητές καθώς η όλη περιοχή βρίσκεται πάρα πολύ κοντά στο Α.Π.Θ. και σφύζει από ζωή.

ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΜΝΗΜΕΙΟ
Το μνημείο φέρει διττό χαρακτήρα, μουσειακό και λατρευτικό και παράλληλα αποκαθιστά ιστορικά στοιχεία, όπως ο σταυρός που υπήρχε από την απελευθέρωση της πόλης ως το σεισμό του 1978. Έτσι, προβάλλεται η διαχρονική, διαθρησκευτική και διαπολιτισμική πορεία του με τις τρεις φάσεις του, που είναι αποτυπωμένες στο διάσημο οικοδόμημα, την αρχαιότητα, τον χριστιανισμό και το μουσουλμανισμό.

ΣΗΜΕΡΑ
Η Ροτόντα λειτουργεί σήμερα ως επισκέψιμο μνημείο, Μουσείο. Ο έφορος της νέας Εφορείας Πόλης Σταμάτης Χονδρογιάννης σχεδιάζει σειρά δράσεων με σεβασμό στον διττό χαρακτήρα της. Παραδίδει το μνημείο στην πολιτιστική ζωή της πόλης, ενώ ταυτόχρονα προσθέτει μία επιπλέον λειτουργία και επανατοποθετεί τον σταυρό (με έγκριση του ΚΑΣ) στην κορυφή της στέγης που υπήρχε από την απελευθέρωση έως τη δεκαετία του ’50, για να τονίσει τη διαχρονική και διαπολιτισμική ιερότητα του μνημείου στη διάρκεια των 1.700 χρόνων της ζωής του από τον αρχαίο, τον χριστιανικό και μουσουλμανικό κόσμο.

Από το 1988 ανήκει στα μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Στις 18 Δεκεμβρίου 2015 η Ροτόντα μετά από τις εργασίες αποκατάστασης άνοιξε τις πύλες της στο κοινό και ξαναβρήκε τη θέση της στην πολιτιστική κληρονομιά της Θεσσαλονίκης. Είναι ίσως το μοναδικό μνημείο στον κόσμο που υπήρξε στην πορεία των αιώνων ναός των τριών μεγάλων θρησκειών, του αρχαίου Δωδεκάθεου, του Χριστιανισμού και του Μωαμεθανισμού, και σηματοδοτεί το μεταίχμιο ανάμεσα στον ειδωλολατρικό και το χριστιανικό κόσμο.

ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 2310 204868
Δευτέρα έως Κυριακή 8:00-20:00, Τρίτη κλειστά

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ