Διγλωσσία & εκπαίδευση

Η διγλωσσία αποτελεί ένα σημαντικό και συχνά εξεταζόμενο θέμα στην εκπαίδευση, καθώς ενισχύει τις γνωστικές, κοινωνικές και πολιτισμικές ικανότητες των μαθητών σε έναν κόσμο ολοένα και πιο διασυνδεδεμένο, με την επικοινωνία που συμβαδίζει με τις ανάγκες για εκμάθηση και αφομοίωση περισσότερων από μία γλωσσών. Η διγλωσσία έχει καταγραφεί σε πολλές μελέτες ως ένα σημαντικό εργαλείο για την ενίσχυση των γνωστικών ικανοτήτων των μαθητών. Οι δίγλωσσοι μαθητές, δηλαδή εκείνοι που μιλούν δύο γλώσσες, έχουν συνήθως αυξημένες ικανότητες αναγνώρισης και χρήσης γλωσσικών δομών, που βοηθούν στην ανάπτυξη της γλωσσικής ευχέρειας και της ικανότητας για μετάβαση ανάμεσα σε διαφορετικά πολιτιστικά και γλωσσικά περιβάλλοντα.

1. Ενίσχυση γνωστικών δεξιοτήτων

Η εκμάθηση και χρήση δύο ή περισσότερων γλωσσών ενισχύει τη γνωστική ευελιξία, τη μνήμη εργασίας και την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων. Οι δίγλωσσοι μαθητές έχουν αποδειχτεί ικανοί να πραγματοποιούν καλύτερη αναγνώριση και οργάνωση δεδομένων, καθώς και να επιλύουν πιο αποτελεσματικά σύνθετα προβλήματα (Bialystok, 2001). Επίσης, η ικανότητα εναλλαγής γλώσσας (code-switching) τους βοηθά να οργανώνουν τις σκέψεις τους με πιο ευέλικτο τρόπο.

2. Αυξημένη πολιτισμική συνείδηση

Η διγλωσσία προάγει την κατανόηση και τον σεβασμό για άλλους πολιτισμούς. Οι μαθητές που μιλούν δύο γλώσσες έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν μια μεγαλύτερη πολιτισμική συνείδηση και ικανότητα ενσωμάτωσης σε διαφορετικά κοινωνικά και πολιτιστικά πλαίσια (Cummins, 2000). Η έκθεση σε διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες εμπλουτίζει την προσωπική και κοινωνική τους ανάπτυξη.

3. Βελτίωση των γλωσσικών δεξιοτήτων

Η μάθηση μιας δεύτερης γλώσσας συμβάλλει στη βελτίωση της γλωσσικής ικανότητας των μαθητών στη μητρική τους γλώσσα. Οι δίγλωσσοι μαθητές παρουσιάζουν καλύτερη κατανόηση των γλωσσικών δομών, της γραμματικής και του λεξιλογίου, επειδή είναι συνεχώς σε επαφή με διάφορα γλωσσικά συστήματα (Thomas & Collier, 2002).

Προκλήσεις της Διγλωσσίας στην Εκπαίδευση

Παρά τα πλεονεκτήματα της διγλωσσίας, υπάρχουν και πολλές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν στην εκπαιδευτική διαδικασία. Οι κυριότερες προκλήσεις σχετίζονται με το εκπαιδευτικό περιβάλλον, την πολιτική και τις στρατηγικές υποστήριξης για τους δίγλωσσους μαθητές.

1. Ανεπαρκής υποστήριξη και πόροι

Ένας από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την επιτυχία των δίγλωσσων μαθητών είναι η υποστήριξη και οι πόροι που παρέχονται από τα εκπαιδευτικά συστήματα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εκπαιδευτικοί δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένοι να διαχειριστούν την ποικιλία των γλωσσικών αναγκών των μαθητών τους. Η έλλειψη κατάλληλων πόρων και στρατηγικών για την υποστήριξη των δίγλωσσων μαθητών μπορεί να οδηγήσει σε μαθησιακές καθυστερήσεις και αποτυχίες (Ardasheva et al., 2012).

2. Επίπεδο γλωσσικής ικανότητας

Οι δίγλωσσοι μαθητές ενδέχεται να μην καταφέρνουν να αναπτύξουν επαρκή ικανότητα στη δεύτερη γλώσσα τους, ειδικά αν η διδασκαλία δεν προσαρμόζεται στις ανάγκες τους. Αυτό μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες στην ακαδημαϊκή τους απόδοση, καθώς η έλλειψη ισχυρών γλωσσικών ικανοτήτων σε μία από τις δύο γλώσσες μπορεί να περιορίσει την ικανότητά τους να κατανοήσουν τα μαθησιακά υλικά και να συμμετέχουν ενεργά στην τάξη (Collier & Thomas, 2004).

3. Προκαταλήψεις και διακρίσεις

Η διγλωσσία μπορεί να προκαλέσει κοινωνικές προκλήσεις για τους μαθητές, καθώς συχνά αντιμετωπίζουν διακρίσεις ή αρνητικά στερεότυπα λόγω της χρήσης διαφορετικών γλωσσών. Σε ορισμένα εκπαιδευτικά συστήματα, η χρήση μητρικών γλωσσών ή ξένων γλωσσών μπορεί να συνδέεται με κοινωνική ή πολιτισμική διαφοροποίηση, κάτι που επηρεάζει την ενσωμάτωση και την κοινωνικοποίηση των μαθητών (Garcia & Wei, 2014).

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Ardasheva, Y., Tretter, T. R., & Ketterlin-Geller, L. R. (2012). The role of language proficiency in academic achievement for English learners. Learning Disabilities Research & Practice, 27(4), 164-174.
  • Bialystok, E. (2001). Bilingualism in development: Language, literacy, and cognition. Cambridge University Press.
  • Collier, V. P., & Thomas, W. P. (2004). The astounding effectiveness of dual language education for all. National Association for Bilingual Education Journal, 28(1), 1-21.
  • Cummins, J. (2000). Language, power and pedagogy: Bilingual children in the crossfire. Multilingual Matters.
  • Garcia, O., & Wei, L. (2014). Translanguaging: Language, bilingualism and education. Palgrave Macmillan.
  • Thomas, W. P., & Collier, V. P. (2002). A national study of school effectiveness for language minority students’ long-term academic achievement. The Center for Research on Education, Diversity & Excellence.



Προκαταλήψεις

Οι προκαταλήψεις μας είναι τόσο βαθιά ριζωμένες, ώστε ποτέ δεν τις βλέπουμε ως προκαταλήψεις, αλλά τις ονομάζουμε «κοινός νους» (Τζορτζ Μπέρναρντ Σω)

Προκατάληψη ορίζεται μια αρνητική στάση, ένα σύνολο ψευδών πεποιθήσεων, μια λανθασμένη γενίκευση απέναντι σε μια ομάδα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Είναι μια γνώμη ή άποψη, η οποία έχει σχηματιστεί με υποκειμενικό τρόπο. Επίσης, περιλαμβάνει συναισθήματα, τα οποία είναι δύσκολο να αλλάξουν, όπως η περιφρόνηση και η απέχθεια. Έτσι, ενεργώντας με βάση τις προκαταλήψεις φτάνουμε στο ρατσισμό.

Παραδείγματα προκαταλήψεων είναι αυτά που βασίζονται στη φυλή, το φύλο, τη θρησκεία, τον πολιτισμό, την εθνικότητα, την κοινωνική τάξη κ.λπ. Σε γενικές γραμμές, η προκατάληψη μπορεί να έχει βαθιά επίδραση στον τρόπο συμπεριφοράς και αλληλεπίδρασης των ανθρώπων, ειδικά εκείνων που είναι τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους, ακόμα κι αν αυτό συμβαίνει εντελώς ασυνείδητα.

Οι προκαταλήψεις αναφέρονται σε:

  1. κοινωνικά ζητήματα.
  2. Πολιτικές απόψεις.
  3. Θρησκευτικά θέματα.
  4. Φυλετικές διαφορές.
  5. Επαγγελματικές κρίσεις.
  6. Καθημερινά ζητήματα.

Ακόμη, οι προκαταλήψεις περιλαμβάνουν ρατσισμό, σεξισμό, ομοφοβία, εθνικισμό, ξενοφοβία.

Δυστυχώς, οι προκαταλήψεις δημιουργούνται επειδή:

  1. μεταδίδονται από γενιά σε γενιά μέσω της παράδοσης.
  2. Υιοθετούνται και αναπαράγονται από άτομα με έλλειψη κριτικής σκέψης και πνευματικής καλλιέργειας.
  3. Ελλιπής πληροφόρηση, άγνοια, φόβος για το διαφορετικό.
  4. Προπαγανδισμός από ΜΜΕ, θρησκευτικούς και κομματικούς φορείς.

Είναι ευκολότερο να διασπάσεις ένα άτομο παρά μια προκατάληψη (Άλμπερτ Αϊνστάιν)

Τι μπορούμε να κάνουμε, λοιπόν, για να μειώσουμε τις προκαταλήψεις στην καθημερινότητα μας;

  1. Δημιουργία νόμων και κανονισμών που απαιτούν δίκαιη και ίση μεταχείριση όλων των κοινωνικών ομάδων.
  2. Αποκτώντας υποστήριξη και ευαισθητοποίηση των κοινωνικών κανόνων ενάντια στις προκαταλήψεις.
  3. Κάνοντας τους ανθρώπους να γνωρίζουν τις ασυνέπειες στις δικές τους πεποιθήσεις.
  4. Αυξημένη επαφή με μέλη άλλων κοινωνικών ομάδων.
  5. Ενσυναίσθηση.

Αναστασία Κακλαμάνου




Προκαταλήψεις και Κοινωνική ταυτότητα

Προκαταλήψεις

Οι προκαταλήψεις υπάρχουν σε όλα τα άτομα μιας κοινωνίας, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης και σε όλους τους πολιτισμούς ανεξαιρέτως. Δημιουργούνται από τις κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις και λειτουργούν στους εσωτερικούς μηχανισμούς κάθε κοινωνίας. Η ηλικία, η φυλή και το φύλο συγκεντρώνουν τις περισσότερες από αυτές και συνδέονται με το σεξισμό, το ρατσισμό και οτιδήποτε παρεκκλίνει από το δόγμα αποδοχής που επικρατεί στους κόλπους της κοινωνίας. Έχουν τρείς άξονες μέσα από τους οποίους εκδηλώνονται τη γνώση, το συναίσθημα και τη συμπεριφορά, με τα αντίστοιχα κίνητρα που προσδιορίζουν τη στάση των ατόμων απέναντι σε οποιαδήποτε κατάσταση. Αφορά σε παγιωμένες αντιλήψεις ανθρώπων ή κοινωνικών ομάδων που επηρεάζουν στάσεις και συμπεριφορές κυρίως αρνητικά και αποτελούν τροχοπέδη στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Εμποδίζουν την κατανόηση φαινομένων, παρακωλύουν την αφύπνιση και οδηγούν τους ανθρώπους σε αγκυλώσεις και συμπλέγματα που τους καθιστούν δυσλειτουργικούς. Σταδιακά οδηγούνται σε απευαισθητοποίηση και απανθρωποποίηση και είναι σε θέση να λάβουν μέρος σε τεράστια εγκλήματα τόσο ως προς τον συνάνθρωπό τους όσο και προς την ανθρωπότητα. Χάνεται ο ορθολογισμός και όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν τα υποκείμενα, ανθρώπους και κινούνται βάσει των προκαταλήψεων στην εκτέλεση οποιασδήποτε ενέργειας χωρίς συναισθηματική εμπλοκή και κριτική ικανότητα. Η προκατάληψη αποτελεί ένα κοινωνικό και ψυχολογικό δίπολο, η εξέταση του οποίου απαιτεί τη μελέτη από την επιστήμη της Κοινωνικής ψυχολογίας. Είναι απαραίτητο να διερευνάται η συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση που οδηγεί τους ανθρώπους να είναι υποχείρια των προκαταλήψεων, καθώς και το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνονται οι διάφορες συμπεριφορές, ιστορικά, χωρικά και χρονικά. Άραγε πόσοι από εμάς αντιλαμβάνονται ότι είναι δέσμιοι κοινωνικών προκαταλήψεων ;

Κοινωνική ταυτότητα      

Η κοινωνική ταυτότητα προσδιορίζεται από την αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας και τους άλλους. Ο βαθμός στον οποίο χαρακτηρίζονται οι συμπεριφορές, τα συναισθήματα και τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας είναι αυτό που διέπει την αντιληπτική ικανότητα των ατόμων και οδηγεί στην κατηγοριοποίηση τους. Αρχικά οι άνθρωποι κρίνουν και σχηματίζουν γνώμη με ένα πολύ περιορισμένο πεδίο αντιληπτικότητας που βασίζεται σε εμφανείς πληροφορίες που παρέχει το οποιοδήποτε άτομο και ανάγονται σε κάποια προσωπική βάση δεδομένων που υπάρχει μέσα στον καθένα. Το πρότυπο αυτό συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά που αποτελούν το σημείο αναφοράς τόσο σε κάθε σύγκριση όσο και σε κάθε χαρακτηρισμό. Προσδιορίζουν τα επιμέρους στοιχεία των κατηγοριών και τα ανάγουν ως τη βάση στήριξης αυτών και το απαραίτητο γνώρισμα ομοιοτήτων ή διαφορών ανάμεσα τους. Η κοινωνική ταυτότητα ακολούθως προσιδιάζει στα χαρακτηριστικά κάθε κοινωνικής ομάδας και παρέχει τον άξονα της αντιληπτικής ικανότητας των ατόμων. Με αυτόν τον τρόπο οι διάφορες ομάδες αποκτούν υπόσταση, κύρος, αξιολογική σημασία και εκτίμηση στα υπόλοιπα άτομα. Κάποιες ομάδες αποκτούν περισσότερα θετικά χαρακτηριστικά ενώ κάποιες χαρακτηρίζονται ως λιγότερο θετικές με ότι αυτό συνεπάγεται για την συμμετοχή των ανθρώπων σε αυτές. Η ανάδειξη και ο βαθμός στον οποίο συμβαίνει αυτό προωθεί τόσο τον υγιή ανταγωνισμό όσο και τον αθέμιτο, με διαφορετικές πρακτικές και μεθοδεύσεις για τη μάχη της επικράτησης στον κοινωνικό ιστό.

Η αντίληψη του εαυτού και οι συσχετισμοί που δημιουργούνται ανάμεσα σε διάφορες κοινωνικές κατηγορίες ενισχύει τις διομαδικές σχέσεις και προσδιορίζει την προσωπική και την κοινωνική ταυτότητα. Στην προσωπική ταυτότητα περιλαμβάνονται οι διαπροσωπικές σχέσεις καθώς και οι συμπεριφορές που εκδηλώνονται με βάση την ιδιοσυγκρασία του κάθε ατόμου, ενώ στην κοινωνική η συμμόρφωση, η προκατάληψη, τα στερεότυπα και η αλληλεγγύη. Ο αριθμός των ταυτοτήτων ενός ατόμου προκύπτει από την ποσότητα των επιμέρους χαρακτηριστικών και τις περιπτώσεις στις οποίες εκδηλώνεται. Αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κοινωνικό γνώρισμα για τα περισσότερα άτομα και επηρεάζει καταλυτικά την αυτό-αντίληψη τους. Συνεπώς, με ποιο τρόπο θα ήταν δυνατό να προσδιορίσουμε ορθότερα την κοινωνική μας ταυτότητα και να απαλλαγούμε από τις προκαταλήψεις;

Γιάννης Κυρίτσης