3. Η Ιστορία ως απλό περίγραμμα/πλαίσιο

Ορισμένα λογοτεχνικά έργα έχουν αφενός ιστορικό θέμα, που χρησιμοποιείται όμως ως απλό πλαίσιο της υπόθεσης, όπως σε ένα ιστορικό ρομάντζο, ένα ερωτικό μυθιστόρημα δηλαδή, ο συγγραφέας του οποίου θέλει μεν να ξεφύγει από τη σύγχρονη εποχή αλλά περιορίζεται σε κοινότυπες, γενικές και τυποποιημένες εικόνες του παρελθόντος.

Σε αυτές τις περιπτώσεις ούτε ο λογοτέχνης έχει προσπαθήσει να κατανοήσει σε βάθος το παρελθόν και να το ζωγραφίσει με σχετική ακρίβεια ούτε οι περιπέτειες των ηρώων του στηρίζονται ουσιαστικά στα ήθη εκείνης της παλαιότερης εποχής. Πρόκειται για έργα ψυχαγωγικά χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία. Ωστόσο, μας ενδιαφέρουν πρώτα γιατί δείχνουν με ποια στοιχεία έχει αποτυπωθεί το παρελθόν και είναι αναγνωρίσιμο σε δημιουργούς και αναγνώστες και δεύτερο για την ίδια την επιλογή (μοναδική ή συνήθη) της συγκεκριμένης περιόδου.

Ένα χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας είναι το ότι σε αντίθεση με ότι συνέβη στη λογοτεχνική διαχείριση της Επανάσταση του 1821 και του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, δύο μείζονα γεγονότα της ελληνικής Ιστορίας τα οποία τα «διεκδίκησαν» εξίσου σχεδόν ο ποιητικός και ο πεζός λόγος, το θέμα της Μικρασίας, αναπτύχθηκε ιδίως στην πεζογραφία.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Η λογοτεχνία ως μαρτυρία

Η λογοτεχνία με τρόπο ευχάριστο και όχι κουραστικό, χωρίς να επιβάλλει την αμέριστη προσοχή του αναγνώστη, όπως ένα επιστημονικό βιβλίο, τέρπει, ενημερώνει, διδάσκει, προβάλλει νέες ιδέες, προκαλεί, συγκινεί.

Όταν ένα ιστορικό γεγονός γίνεται θέμα λογοτεχνικής αφήγησης εντυπώνεται στο νου πολύ εντονότερα από ότι μέσω μιας απλής παράθεσης των σχετικών στοιχείων. Για παράδειγμα, το δράμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου με τις μάχες των χαρακωμάτων στα πεδία της Ευρώπης και τα εκατομμύρια νεκρών στρατιωτών αποδόθηκε ανάγλυφα και συναρπαστικά σε μυθιστορήματα, όπως το Ουδέν νεότερο από το Δυτικό Μέτωπο του Έριχ Μαρία Ρέμαρκ και Η ζωή εν τάφω του Στράτη Μυριβήλη, που έμειναν αξέχαστα στο νου και την ψυχή των αναγνωστών.

Η διαφορά της λογοτεχνικής από τις άλλες αφηγήσεις έγκειται στο ό,τι απευθύνεται στο συναίσθημα και προκαλεί συγκίνηση στον αναγνώστη, ενώ ανάγει τα ατομικά βιώματα των λογοτεχνικών ηρώων σε πανανθρώπινα παραδείγματα και δημιουργεί αλησμόνητες εικόνες ζωής, κυρίως μέσα από την αισθητική απόλαυση. Επιπλέον, όπως πρόσφατα είπε ο Ιταλός συγγραφέας.

Στο λογοτεχνικό χειρισμό ενός ιστορικού θέματος μπορούμε να διακρίνουμε τρία στοιχεία που σχετίζονται με τις προθέσεις του κάθε συγγραφέα.

Αντόνιο Ταμπούκι

1.               Η διατήρηση στη μνήμη

2.               Ο ιδεολογικός χρωματισμός

3.               Η Ιστορία ως απλό περίγραμμα/πλαίσιο

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Το ιστορικό πλαίσιο 1897-1918

Φτάνοντας στη σύγχρονη εποχή και στις αρχές του 20ού αιώνα, λίγο πριν να διαδραματιστεί η Μικρασιατική Καταστροφή, βρίσκουμε το ελληνικό κράτος σε μία περίοδο μεγάλης αναταραχής. Το τραύμα της ήττας του 1897 είναι ανοικτό και η απογοήτευση των Ελλήνων, που συνειδητοποίησαν την έλλειψη κρατικής οργάνωσης και στρατιωτικής προετοιμασίας μεγάλη.

Ο Κωστής Παλαμάς το 1902 διαπίστωνε με τρόπο επιγραμματικό «σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη Χώρα». Ως αντίδραση σε αυτή την κατάσταση οργανώθηκε το 1909 το Κίνημα στο Γουδί από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο, που έδωσε την ευκαιρία στον Ελευθέριο Βενιζέλο, γνωστό ήδη από τον πολιτικό αγώνα του στην Κρήτη, να έρθει στην Αθήνα και να αναμειχθεί στην πολιτική ζωή του τόπου. Με πρωθυπουργό (από το 1910) τον Βενιζέλο διεξήχθησαν οι νικηφόροι βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913), που διπλασίασαν την έκταση της Ελλάδας. Ωστόσο, αυτή η μεγάλη επιτυχία δεν έφερε γαλήνη στη χώρα.

Αντίθετα, με την έναρξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου άρχισε ο Εθνικός Διχασμός, η διαμάχη ανάμεσα στον Βενιζέλο που υποστήριζε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ (Ρωσική Αυτοκρατορία, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλική Δημοκρατία) και τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α, ο οποίος πρόκρινε την «ευμενή ουδετερότητα» προς την Αντάντ.

Οι πολίτες διχάστηκαν σε βενιζελικούς και βασιλικούς, η βόρεια Ελλάδα κινδύνευε από τις αντίπαλες «Κεντρικές Δυνάμεις» ή Τετραπλή Συμμαχία (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική αυτοκρατορία και Βουλγαρία) και στη χώρα γίνονταν συνεχώς αναταραχές. Ο Βενιζέλος, μετά από δύο παραιτήσεις, κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη, όπου με το Κίνημα Εθνικής Αμύνης σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση, ελέγχοντας τη βόρεια Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη.

Η Ελλάδα άρχισε να συμμετέχει στον πόλεμο στα μέσα του 1917, ωστόσο αυτό της έδωσε το δικαίωμα να καθίσει με τον Βενιζέλο στο τραπέζι του διαλόγου για την ειρηνευτική διαδικασία στην πλευρά των νικητών. Η λύση του Ανατολικού Ζητήματος, ο διαμοιρασμός ουσιαστικά των εδαφών της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ενδιέφερε ιδιαίτερα την Ελλάδα.

Ο Βενιζέλος επιζητούσε την επέκταση των ελληνικών εδαφών και πιο συγκεκριμένα στο χώρο της Μικράς Ασίας, στον Πόντο και την Ανατολική Θράκη, όπου υπήρχε ελληνικός πληθυσμός. Στη Μικρά Ασία μάλιστα είχε υπάρξει κατά το χρονικό διάστημα 1914-1918 ένας πρώτος μεγάλος διωγμός Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων, που έκανε επιτακτική την ανάγκη να ληφθεί μέριμνα για τους Έλληνες της περιοχής.

Οι νικήτριες Μεγάλες Δυνάμεις προσπαθούσαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις υποσχέσεις και τις δεσμεύσεις τους προς τους συμμάχους τους. Στο μεταξύ η οδυνηρή για τους Τούρκους διάλυση της πολυπολιτισμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άνοιγε το δρόμο στην κεμαλική προπαγάνδα για ένα εθνικό τουρκικό κράτος, ενώ η συμμετοχή ελληνικού στρατού στην εκστρατεία εναντίον των μπολσεβίκων οδήγησε τους Σοβιετικούς να υποστηρίξουν τους Τούρκους στον πόλεμο με τους Έλληνες.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός