Φως / Σκοτάδι

Playlist to read this article

The Scientist by Coldplay 

I love you by Billie Eilish 

My tears ricochet by Taylor Swift

Σκέψου μια στιγμή, τι θα ‘κανες αν το σκοτάδι και το φως , παίρνανε μορφή ;

Εν αρχή , εγένετο το φως . Και το σκοτάδι . Ή το σκοτάδι . Και το φως. Κανένας δεν ξέρει την σειρά , το πώς , το πότε , το γιατί και το μετά . Κανείς δεν γνωρίζει , πως γεννήθηκαν , την ίδια ώρα και στιγμή , στο ίδιο μέρος , στην ίδια κούνια . Και κανένας τους δεν ξέρει , πως το ένα συμπληρώνει το άλλο. Πως αλληλοσυμπληρώνονται. Συνεχίζουν και παλεύουν, προσπαθώντας το ένα , να κατακτήσει το άλλο , να το νικήσει , να το σκοτώσει . Να το κατατροπώσει. Νομίζοντας πως είναι αιώνιοι εχθροί που έχουν τόσα να χωρίσουν. Και όταν φτάνουν στην ένωση – στην πολυπόθητη ένωση – που σημαδεύει κοινωνίες ανθρώπινες και θείες , τότε μόνο καταλαβαίνουν , πως είναι φτιαγμένα το άλλο για το άλλο. Το σκοτάδι για το φως και το φως για το σκοτάδι. Χωρίς κανέναν τρίτο , καμιά θεϊκή δύναμη να παρεμβαίνει . Μόνο εκείνοι , χαμένοι στον ατελείωτο έρωτα τους και την ανάγκη τους να μάχονται . Για ό,τι αγαπούν και αισθάνονται. Και η ιστορία τους , διδάσκεται , σε σπίτια και θρανία , σε μαύρους πίνακες με κιμωλία , χωρίς να λένε την αλήθεια .Το τι έγινε , το τι συμβαίνει , γιατί αποφάσισαν αυτά τα δυό να ζούνε χώρια . Και αν εκείνα , δεν το αποφάσισαν ; Αν ήταν οι άνθρωποι εκείνοι που στάθηκαν εμπόδιο σε αυτήν την ευτυχία . Ας την μάθουμε ξανά , την ιστορία ετούτη , όπως το φως την έγραψε , σκυμμένη πάνω στο μικρό της τετράδιο , με τα χρυσά καλλιγραφικά αποτυπώματα της .

Ήταν που λες , εκείνη , ας την ονομάσουμε “ το φως “ , αυτό που επιζητούμε σε κάθε ανθρώπινη αδυναμία. Εκείνη που ξεπροβάλλει δειλά δειλά , μόλις το Αυγουστιάτικο φεγγάρι γλιστρήσει στον γεμάτο αστέρες ουρανό και δώσει την θέση του στην αυγή , που γλυκοχαράζει . Η φωτεινή Εκείνη , όπως μπορείς να φανταστείς , με μια κίνηση , γεμάτη χάρη , και νάζι , μοιράζει στους ανθρώπους καλοσύνη . Έμαθε να βοηθά , σκορπώντας απλόχερα αγάπη , γνωστούς και αγνώστους . Παλεύοντας για όσα της ανήκουν . Στην ίδια γειτονιά , δυο μέτρα παρακάτω , η φλόγα της δεν φτάνει. Η σκυθρωπή μορφή του , στιλώνεται στον τοίχο του απέναντι , η επιβλητική σκιά του ξεπροβάλλει με τρόπο αθόρυβο και μυστικοπαθή , τάζοντας τα χίλια μύρια στους περαστικούς , για να του πουν ποια είναι αυτή . Η θεία μυστική , αιθέρια παρουσία , που με ανάστημα υψώνεται αγέρωχη μπροστά του . Με ύφος μπλαζέ , αφ’ υψηλού θα λεγε κανείς , με βήμα που κραυγάζει αυτοπεποίθηση και σθένος . Τα χάνει αυτός , ψάχνει να βρει , όνομα , στοιχεία για την φλόγα της , ένα τηλέφωνο , μια επαφή , κάτι για να την εντοπίσει , μήπως και χαθεί . Και θα μελλε να γίνει , μέγας χαλασμός και θέαμα , τα όσα πρόκειται να πουν , να γίνουν από δω και πέρα . Εκείνος , εκείνος που χανόταν στην δίνη του μυαλού του , τριγυρισμένος από ανασφάλειες και σκέψεις , για την σκοτεινή μορφή του . Εκείνος , που ακούει στο όνομα ” σκοτάδι ” , που το μαύρο διαγράφει υπέροχα πάνω στην φρεσκοκαμμένη από έρωτα σάρκα του , κομπλάρει και κολλάει . Πως να πλησιάσεις πλάσμα τέτοιο  , που να βρεις πείσμα όμοιο με εκείνης , ατίθασο , αέναο , απέραντο , πως να της πει πως το σκοτάδι του θα την καταπιεί ; Την είδε , καθώς πήγαινε να μάθει , πως να διαχειριστεί το πένθος του , πως να αγαπήσει πάλι . Εκείνο που δεν ήξερε, ήταν πως και  εκείνη , σε εκείνα τα μαθήματα πήγαινε με ελπίδα ,να απλώσει την αγάπη της , να πετύχει τα όνειρα εκείνα.

Και εγεννήθη έρως , σαν αστραπή,  από Διός χέρι , κατέβηκε και σκίρτησε καρδιές , χωρίς να ξέρει. Πως θα γραφόταν ιστορία που θα διάβαζαν αργότερα άνθρωποι στα βιβλία. Εκείνος , με την σκοτεινή του όψη , συνήθιζε να την τρομάζει ,ενώ εκείνη θύμωνε , χωμένη στα βιβλία της , στριφογύριζε τα μάτια της , σε κάθε του ανοησία. Μα μέσα της , χτυπούσε , σφυρί βαρύ και ενοχλούσε , την ψυχή της και απορούσε , πως θα μπορούσε να κοιτάξει , τα μάτια του τα σκοτεινά , χωρίς καθόλου να διστάσει. Σιγά σιγά , σαν ο καιρός να κύλαγε νερό στο αυλάκι , τα δύο τους σμίξαν ατάραχα και χάρηκε όλη η πλάση . Το πάθος τους αστείρευτο , η ένωση πηγαία και όσο φύσαγε ο αέρας , σκόρπιζε όνειρα τυχαία . Το φως βρήκε σε εκείνον , ελπίδα για το αύριο και έρωτα για δύο . Και εκείνος καμάρωνε που είχε δίπλα του εκείνη και φώτιζε το τεθλιμμένο του χαμόγελο , σε κάθε στιγμή , ο,τι και αν γίνει . Σφίγγαν τα χέρια τους , στα αλήθεια και ονειρευόταν στην στιγμή απίθανα σενάρια ζωής , για το πως θα ταξίδευαν στα πέρατα της γης και πως θα φώτιζαν απόκρημνα χωριά , διδάσκοντας αγάπη και ανθρωπιά. Και σαν ήρθε ο καιρός , που απόφαση έπρεπε το φως , να πάρει σοβαρή για την ζωή του , εκείνη δεν λογάριαζε τίποτα  , σαν τα μάτια του κοιτούσε και χανόταν στο σκότος των χρωμάτων που αγαπούσε . Και Εκείνος , παιδί της νύχτας , γεμάτο πάθη , σαν λαβωμένο πουλί γατζωνόταν από εκείνη , μήπως και τον άφηνε  σύξυλο ,  πριν προλάβει να της πει . Το σ’αγαπώ που τόσο καιρό αναζητούσε . Και της το πε . Μέρα μεσημέρι , απόγευμα θα ήταν , που το χέρι της άγγιξε τρυφερά και της ψιθύρισε στο αυτί – θα σαγαπώ , θα προσπαθώ , ό,τι και αν γίνει

Η υπόσχεση του , είπε και έγινε , σκουριασμένο καρφί , στα δροσερά της χέρια , το βάρος του ασήκωτο, τα μαγικά της μάτια , χαμήλωσαν θλιμμένα . Πίστεψε τα λόγια του , τα σ αγαπώ και τα σε θέλω , το χαμόγελο από αγκάθι μπηγμένο στα μάγουλα της ήδη , την σκοτεινή μορφή του που σαγήνευε τα πλήθη. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε εκείνη . Σύννεφα σκοτείνιασαν την όψη του ηλιουκαμμένου προσώπου της , εμπόδιο στα χνάρια του μυαλού της. Της το χε μηνύσει η φύση , καιρό πριν τώρα . Ήρθε η ώρα να αναλάβεις , την θέση που σου αρμόζει . Εκείνος δεν χωρούσε στα τολμηρά της σχέδια – φως και σκοτάδι στον ίδιο ουρανό ; – πως να παρέμβουμε στους νόμους που σε καθιστούν υπαρκτό . Τα σχέδια της ύψιστα , οι νόμοι την καλούσαν , πως θα μπορούσε να αρνηθεί , ακόμα και αν μπορούσαν . Η ανάσα της στέρεψε , τα βήματα της χάνονται στην αδιαπέραστη σκιά του ουρανού και σχίστηκε η καρδιά της από μαχαίρι κοφτερό .  Να τρέξω , να τον βρω , να τον προλάβω . Και να του πω πως τέρμα ως εδώ . Κανένας για κανένα . Οι δρόμοι μας χωρίζουν • δεν είμαστε πια ένα . Σε μια στιγμή , σε μια στροφή , τον προλαβαίνει , αμέριμνος όπως κοιτούσε αστέρες του ουρανού, του θύμιζαν Εκείνη , κομήτης φωτεινός και απρόσιτη Σελήνη . Δεν θέλω πια , να σε κοιτώ και να σε βλέπω , να ακούω την βελούδινη φωνή σου , καμπάνα μελιστάλαχτη να ηχεί, δόνηση ατράνταχτη , σε όλο το κορμί . Σ’αγαπώ , σ’αγαπώ από εκείνη , την πρώτη σου φορά που σήκωσες το βλέμμα σου διστακτικά , που αγκάλιασες την κάθε μου μικρή ενοχή και γκρίνια , που μου έκοψες την περίσσεια υπεροχή και γκρέμισες τους τοίχους μου με άφθονη στοργή . Μου ‘μάθες πως να αγαπώ , που χα ξεχάσει θαρρώ , την μυρωδιά του έρωτα στα καθαρά σεντόνια . Μα δεν μπορούμε πια μαζί , ήρθε η ώρα να αποχωριστούμε , να αφήσουμε πίσω μας τα όνειρα και ελπίδες , φως και σκοτάδι στον ίδιο ουρανό , δεν πρόκειτο να δούνε . Τα χάρτινα της μάτια , κόμπους χονδρούς , διαμάντια ακατέργαστα , ρέεουν στην επιφάνεια , διαβάζοντας την σκέψη της “ μην φύγεις σε ικετεύω “ . Δεν θέλω αυτόν τον χωρισμό, την θλίψη που μου φέρνει . Η αρμονία του ουρανού μπορεί να περιμένει– Θα γίνει θέλημα Θεού , φύσης και αλήθειας , τα μαγικά σου μάτια θα ξεχάσω και στον Άδη θα κατέβω , αμάραντο να σπέρνω και τις ψυχές των νεκρών θα ταριχεύω.

Μέσα σε εκείνο το σχολειό , που τα παιδιά γελούν και παίζουν , μαθαίνουν να τραγουδούν , να αγαπούν , να μένουν , μέσα σε εκείνη την αυλή , χτισμένη με αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων , αναλήθητη στο πέρασμα του αιώνα , σε εκείνο το παγκάκι του ουρανού , με σύννεφα ζωγραφισμένο , η ιστορία μας σιγά σιγά τελειώνει . Την άφησε και φεύγει , στο βάθος του ορίζοντα ακούγεται η ηχώ των ουρλιαχτών της , τα μάτια της πλημμυρίζουν ,η μοίρα της παλεύει , να σταματήσει το κακό , να τρέξει , να αντέξει . Δεν το ‘θελε , δεν το πε , πάνω στην σύγχιση ακούστηκε , σαν να ‘τανε δικά της , λόγια πικρά , ανείπωτα , πίεση της στιγμής , που να ξέρε τι νιώθει . Άγγιγμα ουράνιο , επίγεια μαγεία , τα χείλη τους συγκρούστηκαν , γεύση μιας μανίας . Αντίο μιας αλλόκοτης ιστορίας . Μην το ξεχνάς , να μου το πεις , αν είναι αυτό που θέλεις , απάντηση ως αύριο , θα ‘θελα αν θέλεις . Το νεκρικό κορμί της , μισοσβησμένη λάμπα του ουρανού , βάδιζε αλύγιστο , Εκείνος από πίσω . Είναι δύσβατος , μακρύς , ο δρόμος της επιστροφής . 

Και κάπου εδώ , ο κύκλος κλείνει , η κιμωλία σβήνει . Σήκωσε απαλά το χέρι της και χάιδεψε την σκοτεινή της λύπη , σημάδι ανεξίτηλο , έκλειψη την λέγαν , άνθρωποι και δαιμόνια , έτσι το σκεφτήκαν, τα χέρια του την ‘καναν . Ζούσε . Επιζούσε . Και ας είχε πια χλωμιάσει , η άλλοτε λαμπερή της σκέψη . Και ας είχε πια κολλήσει , σε κείνη τη μέρα του Μαγιού , μην μπορώντας να αγαπήσει . Την σκυθρωπή μορφή του , περίμενε να αντικρύσει . Και να της πει , πως δεν θα φύγει , να παλέψει τα εμπόδια θα κατάφερνε ,αν το ήθελε και κείνη . Τον είχε για σπουδαίο , για μέγα θαρραλέο . Για ήρωα του κόσμου , για μάγο αυτού του τόπου . Και ας τρωγόταν από ανασφάλειες – με μια ματιά της έσβηνε , με μια αγκαλιά της έκαιγε . Αρχινιστής , υπασπιστής  , Εκείνος μόνο μπορούσε . Και να της πει . Πως χωρούσε λίγο πια , στο σύμπαν των ονείρων της . Άλλοτε, θαρρείς , πως έχει πια ξεχάσει , τα λόγια του , τα σαγαπώ , τα δάκρυα και τις πράξεις . Η σκυνθρωπή μορφή του , δεν ήταν , πια όμως μόνη . Λιώνει σαν το κερί , σαν σκέφτεται κομήτες και αστέρες , δίπλα σε αυτή . Μα , κανένας , κανένας τους , δεν θα ‘ναι σαν αυτήν.

Αριάδνη Εμμανουηλίδου




Το ποντικάκι που ήθελε ν’αγγίξει ένα αστεράκι (vid)

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένας ποντικούλης που το λέγανε Τρωκτικούλη. Ο Τρωκτικούλης ο ποντικούλης κάθε φορά που έβλεπε τα αστεράκια στον ουρανό ήθελε να τα αγγίξει.

–Παππού, έλεγε στον παππού του, σήκωσέ με σε παρακαλώ στα χέρια σου για να αγγίξω ένα αστεράκι.

–Δεν γίνεται αυτό που ζητάς εγγονάκι μου απαντούσε ο παππούς του. Τα αστεράκια είναι πάρα πολύ ψηλά. Δεν είναι καθόλου εύκολο να τα αγγίξει κανείς.

–Μα γιατί είναι τόσο ψηλά παππού;

–Είναι τόσο ψηλά για να μην τα αγγίζουνε τα ποντικάκια και λερώνεται η ασημόσκονή τους.

–Εγώ όμως παππού μια μέρα, να το δεις, θα αγγίξω ένα αστεράκι. Αλλά προτού το αγγίξω, θα πλύνω καλά – καλά τα χεράκια μου για να μην λερώσω την ασημόσκονη του.

Και τι δεν έκανε ο Τρωκτικούλης για να αγγίξει ένα αστεράκι. Έπαιρνε φόρα και πηδούσε με όλη του την δύναμη όσο πιο ψηλά μπορούσε. Σκαρφάλωνε σε σκουπόξυλα. Σκαρφάλωνε σε τηλεγραφόξυλα. Σκαρφάλωνε σε κεραίες τηλεόρασης. Σκαρφάλωνε σε καμπαναριά. Τίποτα όμως. Όσο και να προσπαθούσε δεν κατάφερνε να αγγίξει ένα αστεράκι.

–Ίσως είχε δίκιο ο παππούλης σκεφτόταν. Ίσως να μην αγγίξω ποτέ στην ζωή μου αστεράκι. Αλλά πάλι, το θέλω τόσο πολύ, που -ποιος ξέρει- ίσως κάποια μέρα να τα καταφέρω.Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες ώσπου ένα Χριστουγεννιάτικο βράδυ βγήκε ο Τρωκτικούλης από την ποντικότρυπα του και τι να δει; Ένα στολισμένο έλατο στην μέση του σαλονιού και στην κορφή του ελάτου ένα ασημένιο αστεράκι. Ο Τρωκτικούλης, έτριψε τα μάτια του σαστισμένος, έκανε πέντε τούμπες από τη χαρά του, έκανε μπροστά, έκανε πίσω και έτρεξε στην ποντικοφωλιά του.

–Παππού! Παππού! Έλα να δεις! Ένα δέντρο φύτρωσε στη μέση του σαλονιού και στην κορυφή του έχει ένα αστεράκι.

–Είσαι σίγουρος, εγγονάκι μου;

–Άμα σου λέω παππού! Θα το αγγίξω. Δεν μου ξεφεύγει! Θα το αγγίξω.

Έτσι λοιπόν ο Τρωκτικούλης έπλυνε τα χέρια του και για καλό και για κακό σαπούνισε τα ποδαράκια του και τα μουστάκια του και την ουρίτσα του και άρχισε να σκαρφαλώνει στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε. Εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ξύλινο στρατιωτάκι. Φορούσε φανταχτερή στολή και στην μέση του είχε ζωσμένο ένα σπαθί.

–Γεια σου ποντικάκι, του είπε το στρατιωτάκι. Για πού το έβαλες;

–Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι!

–Αστεράκι; Τι νόημα έχει να αγγίξεις ένα αστεράκι; είπε το στρατιωτάκι. Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ καλύτερο.

–Δηλαδή;

–Να γίνεις και εσύ στρατιώτης. Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί στη βάση του δέντρου; Εκεί μέσα βρίσκονται άλλα δώδεκα στρατιωτάκια. Θα κάνουμε ένα στρατό και θα κατακτήσουμε όλο το σπίτι, θα κυριεύσουμε το μπάνιο. Θα λεηλατήσουμε την κουζίνα και ποιος ξέρει; Μπορεί να βρούμε κανέναν άλλο στρατό και να τον κατατροπώσουμε. Μετά θα κατακτήσουμε και τον υπόλοιπο κόσμο. Θα είσαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι θα σε τρέμουνε.

–Δεν θέλω να είμαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι να με τρέμουνε.

–Τι θέλεις;

–Να αγγίξω ένα αστεράκι.

Έτσι ο Τρωκτικούλης συνέχισε να σκαρφαλώνει. Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε και εκεί που σκαρφάλωνε, συνάντησε μια κουκλίτσα. Ήταν η πιο όμορφη κουκλίτσα που είχε δει ποτέ του. Είχε ολόξανθα μαλλιά και γαλάζια φουστίτσα.

–Γεια σου ποντικάκι, του είπε η κουκλίτσα, για πού το έβαλες;

–Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

–Και τι θα καταλάβεις να αγγίξεις ένα αστεράκι; είπε η κουκλίτσα. Ενώ αν αγγίξεις εμένα, αν με αγκαλιάσεις, αν με φιλήσεις, αν με αγαπήσεις – ποιος ξέρει – μπορεί να σε αγαπήσω και εγώ. Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το ροζ περιτύλιγμα και την βυσσινιά κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε, λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται ένα πανέμορφο κουκλόσπιτο, με λουλουδένια ταπετσαρία στη κρεβατοκάμαρα και μικρούλικα σερβίτσια στην τραπεζαρία. Θα ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι και θα σου τηγανίζω κάθε μέρα τυροπιτάκια και την Κυριακή θα πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

–Δεν θέλω να ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι, ούτε να μου τηγανίζεις κάθε μέρα τυροπιτάκια, ούτε την Κυριακή να πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

– Τι θέλεις;

– Να αγγίξω ένα αστεράκι.

– Καλά. Κάνε του κεφαλιού σου να δούμε τι θα καταλάβεις, είπε η κουκλίτσα.Έτσι το ποντικάκι συνέχισε να σκαρφαλώνει.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε και εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ναυτάκι.

–Γεια σου ποντικάκι, του είπε το ναυτάκι. Για πού το έβαλες;

–Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

–Αστεράκι; Ποιος ο λόγος να αγγίξεις ένα αστεράκι; Γιατί να χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου με αστεράκια; είπε το ναυτάκι. Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ, πολύ, πολύ μα πάρα πολύ καλύτερο.

–Τι;

–Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το θαλασσί περιτύλιγμα και την μπλε κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε, λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται μια μπουκάλα που έχει μέσα ένα καραβάκι. Θα σπάσουμε την μπουκάλα, θα κλέψουμε το καραβάκι θα πάμε στο πιο κοντινό ρυάκι και θα σαλπάρουμε. Έχω εδώ στην τσέπη ένα χάρτη θησαυρών. Θα βγούμε στον ωκεανό και θα βρούμε τον θησαυρό. Εκατό ροζ ρουμπίνια μεγάλα σαν καρύδια και χίλια πράσινα σμαράγδια μεγάλα σαν αμύγδαλα. Θα είσαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, όλοι θα σου κάνουν υποκλίσεις και θα ζεις σε ένα τυριόροφο σπίτι.

–Δεν θέλω να είμαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, ούτε όλοι να μου κάνουν υποκλίσεις, ούτε να ζω σε ένα τυριόροφο σπίτι, είπε το ποντικάκι.

–Τι θέλεις;

–Να αγγίξω ένα αστεράκι. Πως το λένε ρε παιδιά; Θέλω να αγγίξω ένα αστεράκι. Ένα αστεράκι. Δεν θέλω ούτε να γίνω δοξασμένος στρατιώτης ποντικός, ούτε να μου τηγανίζουν τυροπιτάκια, ούτε, ούτε να μου κάνουν υποκλίσεις. Ένα αστεράκι θέλω να αγγίξω και εγώ. Πως το λένε; Ένα αστεράκι!

–Καλά ντε, μη φωνάζεις. Εσύ θα το μετανιώσεις… είπε το ναυτάκι.

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε να ανεβαίνει, να ανεβαίνει, να ανεβαίνει, ώσπου έφτασε στην κορυφή του ελάτου.

Εκεί αντίκρισε το πιο όμορφο αστεράκι που είχε δει ποτέ του. Φεγγοβολούσε και το έλουζε σε μια μαλαματένια λάμψη. Το ποντικάκι άπλωσε δειλά – δειλά το χεράκι του που το είχε πλύνει οχτώ φορές και το άγγιξε. Το αστεράκι λες και ανάσανε. Έγινε ακόμα πιο ασημένιο, πιο ζεστό, πιο λαμπερό. Λες και το αγκάλιασε η φεγγοβολιά του, λες και το χάιδεψαν απαλά οι φωτεινές αχτίνες του με την πιο γλυκιά θαλπωρή που μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Το ποντικάκι αισθάνθηκε τόσο μα τόσο ευτυχισμένο. Τα μουστάκια του έτρεμαν. Τα ποδαράκια του έτρεμαν. Η ουρίτσα του έτρεμε. Έτρεμε ολόκληρο από τη χαρά του. Έτρεμε τόσο πολύ που έχασε την ισορροπία του, έπεσε από το δέντρο και βρέθηκε ανάσκελα στο παχύ χαλί.

Μόλις σηκώθηκε έτρεξε αμέσως στην ποντικότρυπα για να πει τα νέα στον παππού του.

–Παππού… παππού… Το άγγιξα.

–Ποιο άγγιξες, εγγονάκι μου;

–Το αστεράκι! Το άγγιξα το αστεράκι!

–Μπράβο εγγονάκι μου, καμάρωσε ο παππούς. Είσαι το πρώτο ποντικάκι στην οικογένειά μας που αγγίζει αστεράκι. Θα χουμε να το λέμε…Μετά το ποντικάκι βγήκε από την ποντικότρυπα και έτρεξε γρήγορα-γρήγορα να δει πάλι το αστεράκι που είχε αγγίξει.Αλλά στο μεταξύ είχε γίνει μια βλάβη του ηλεκτρικού και το αστεράκι είχε σβήσει.

–Φαίνεται ότι θα γύρισε πάλι ξανά στον ουρανό! σκέφτηκε το ποντικάκι.Φόρεσε το παλτουδάκι του βγήκε στον κήπο και σήκωσε τα μάτια του ψηλά. Χιλιάδες, μυριάδες αστέρια στραφτάλιζαν στο απέραντο στερέωμα… Το ποντικάκι τα αγκάλιασε όλα με το βλέμμα του.

–Ποιο άραγε να είναι αυτό που άγγιξα; αναρωτήθηκε.Τώρα όμως που είχε αγγίξει ένα αστεράκι ένοιωθε μια μεγάλη αυτοπεποίθηση.

Υπάρχουν χιλιάδες ακόμα αστεράκια για να αγγίξω, σκέφτηκε. Αλλά αφού τα κατάφερα μια φορά, σίγουρα θα τα ξανακαταφέρω… Θα τ’ αγγίξω όλα…Και εκεί ανάμεσα στα χιλιάδες αστέρια, ένα μικρό αστεράκι τρεμόσβηνε λες και του έκλεινε το μάτι, λες και του έλεγε «Ναι, μικρό μου ποντικάκι… Κάποια μέρα θα τ’αγγίξεις όλα…».

Πηγή

Νένα Ευθυμιάδου




Το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι (βίντεο)

Ο Ευγένιος Τριβιζάς στο παραμύθι του «Το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι» στις εκδόσεις Μεταίχμιο παρουσιάζει τον Τρωκτικούλη, το πρωταγωνιστή-ποντικάκι με μοναδικό του όνειρο να αγγίξει ένα αστεράκι, από αυτά που βλέπει στον ουρανό, κάτι που μάλλον είναι μάταιο ή μήπως όχι; Δείτε την περιπέτειά του στο βίντεο που ακολουθεί:

Ο Τρωκτικούλης ζητά τη βοήθεια του παππού του για να ακουμπήσει ένα αστεράκι, με τον τελευταίο να του αποκρίνεται ότι δεν μπορεί να πιάσει κάποιο, αφού αυτά βρίσκονται τόσο μακριά και ψηλά προκειμένου να μην λερώνεται η ασημόσκονή τους. Ο πρωταγωνιστής, όμως, δεν απογοητεύεται, παρά μόνο προβληματίζεται για το πώς θα τα καταφέρει. Είναι το όνειρό του άλλωστε! Προσπαθεί αδιάκοπα, χωρίς να επέρχεται κάποιο αποτέλεσμα, αλλά δεν εγκαταλείπει!

Τα Χριστούγεννα έρχονται. Το σπίτι όπου ζει ο ποντικούλης πλέον κοσμείται από ένα πελώριο χριστουγεννιάτικο δέντρο στη μέση του σαλονιού με ένα εντυπωσιακό και λαμπερό αστέρι στην κορυφή του. Έτσι, αναπτερώνονται οι ελπίδες του. Χωρίς να χάνει λεπτό, τρέχοντας, καταφτάνει μπροστά του. Σκαρφαλώνει προκείμενου να φτάσει ως επάνω στην κορυφή και να πραγματοποιήσει το όνειρό του.

Καθοδόν, όμως, συνάντησε ένα ξύλινο στρατιωτάκι. Φορούσε φανταχτερή στολή και στην μέση του είχε ζωσμένο ένα σπαθί. Τότε ήταν που του πρότεινε να γίνει και το ποντικάκι όμοιός του, στρατιώτης! Στο κουτί στη βάση του δέντρου, υπήρχαν άλλοι 12 σαν κι αυτόν. Έτσι, θα δημιουργήσουν έναν στρατό και θα κατακτήσουν όλο το σπίτι, και μετά τον υπόλοιπο κόσμο. Θα γίνουν δοξασμένοι στρατιώτες.

Όμως, ο Τρωκτικούλης συνέχισε να σκαρφαλώνει, καθώς δεν ήθελε κάτι τέτοιο. Έτσι, όπως σκαρφάλωνε, συνάντησε μια κουκλίτσα. Ήταν η πιο όμορφη κουκλίτσα που είχε δει ποτέ του. Κι εκείνη με τη σειρά της, του πρότεινε να την ακολουθήσει με απόρροια να αγαπηθούν και μες στο κουτί που υπήρχε στη βάση του δέντρου, εκεί όπου βρίσκεται ένα πανέμορφο κουκλόσπιτο, να ζήσουν για πάντα ευτυχισμένοι.

Για άλλη μια φορά, ο πρωταγωνιστής αρνήθηκε ευγενικά λέγοντας πως δεν το επιθυμούσε αυτό. Συνέχισε, λοιπόν, να σκαρφαλώνει έως ότου συνάντησε ένα ναυτάκι. Εκείνο, πάλι, του πρότεινε κάτι πολύ μα πάρα πολύ καλύτερο. Στο κουτί στη βάση του δέντρου, όπου βρίσκεται εντός του μια μπουκάλα που έχει μέσα ένα καραβάκι, να την σπάσουν, να κλέψουν το καραβάκι, ώστε να πάνε στο πιο κοντινό ρυάκι και να σαλπάρουν. Με τον χάρτη θησαυρών θα ανακαλύψουν τα πιο πολύτιμα διαμάντια μετατρέποντάς τους στους πιο εύπορους όλου του κόσμου.

Ο ποντικός απέρριψε ξανά με ευγένεια και αυτήν την πρόταση και αγανακτισμένος αποκρίθηκε ότι δεν θέλει να γίνει ούτε δοξασμένος στρατιώτης, ούτε να ζήσει στο κουκλόσπιτο, ούτε να καταλάβει τον κόσμο και να γίνει πλούσιος. Θέλει, απλά, να αγγίξει ένα αστεράκι.

Κάτι το οποίο και συνέβη. Το όνειρό του έγινε αληθινό, αφού αδιάλειπτα συνέχισε να ανεβαίνει, ώσπου έφτασε στην κορυφή του ελάτου. Εκεί αντίκρισε το πιο όμορφο αστεράκι που είχε δει ποτέ του. Αισθάνθηκε τόσο μα τόσο ευτυχισμένο, που έτρεμε ολόκληρο. Τόσο που έχασε την ισορροπία του και έπεσε από το δέντρο στο χαλί. Έτρεξε να το πει στον παππού του, και εκείνος εντυπωσιασμένος, καθώς ήταν ο πρώτος που το κατόρθωσε, χάρηκε πολύ. Ο Τρωκτικούλης πήγε γοργά να ξανά αντικρίσει το αστεράκι, μα λόγω μιας βλάβης του ηλεκτρικού εκείνο είχε σβήσει. Νόμιζε, τότε, ότι επέστρεψε στον ουρανό. Σήκωσε το βλέμμα του στον έναστρο ουρανό. Ήταν τόσα πολλά!

Πλέον, είχε γεμίσει με αυτοπεποίθηση πως εφόσον έστω και μια φορά κατάφερε και άγγιξε ένα, πως οπωσδήποτε θα τα ξανακαταφέρει. Κάποια στιγμή.. Δεν θα τα παρατήσει. Θα τα αγγίξει όλα!

Πρόκειται, συνεπώς, για ένα παραμύθι ιδανικό για γονείς, αφού μέσα από αυτό διαφαίνεται η σημαντικότητα να κυνηγά κάποιος τα όνειρά του, παρά τις προκλήσεις που σίγουρα θα παρουσιαστούν στην πορεία, αλλά και τα μαθήματα μέσα από αυτές, ακόμη κι αν εξελιχθούν διαφορετικά οι καταστάσεις. Δεσπόζουσες και επικρατούσες έννοιες, η πίστη, η αισιοδοξία, η επιμονή, όπως, επίσης, και υπομονή, παρά τις αναδυόμενες δυσκολίες που μέλλουν να έρθουν. Όλα τα πλάσματα της γης έχουν όνειρα! Ας μην τα παρατούν!

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




«Το αγόρι που ήθελε μόνο να χορεύει» – Συνέντευξη της συγγραφέα Κιζιρίδου Γεωργίας

Η Γεωργία Κιζιρίδου είναι απόφοιτος του τμήματος Ψυχολογίας με μεταπτυχιακές σπουδές στο ΑΠΘ στην Εξελικτική – Σχολική Ψυχολογία. Από το 2009 μέχρι σήμερα, διδάσκει στο Μεσογειακό Κολλέγιο Θεσσαλονίκης “Ειδική Αγωγή και Λογοθεραπεία”.
Από το 2012 υπηρετεί ως σχολική ψυχολόγος σε δημόσια σχολεία.

Το βιβλίο της “Το αγόρι που ήθελε μόνο να χορεύει” αναμένεται να κυκλοφορήσει μέσα στον Ιούνιο του 2020.
Της ζητήσαμε να μας πει λίγα λόγια γι’ αυτό της το εγχείρημα.

Κυκλοφορεί το πρώτο σας παιδικό βιβλίο, καθώς και η διασκευή του σε θεατρικό έργο από τις εκδόσεις Grotesque με τίτλο «Το αγόρι που ήθελε μόνο να χορεύει». Θέλετε να μας μιλήσετε για την πλοκή της ιστορίας;

-Βασικός ήρωας είναι ο Ανδρέας, ένα αγόρι που διαφέρει από τα περισσότερα της ηλικίας του. Ο λόγος είναι ότι εσωστρεφής, χαμηλών τόνων και βρίσκει διέξοδο μέσα από το χορό. Ο Ανδρέας θα δεχθεί πειράγματα για τη διαφορετικότητά του από τους συνομηλίκους του. Πρόσωπα – κλειδιά στην πορεία του Ανδρέα είναι η εκπαιδευτικός της τάξης και η έμπιστη φίλη του η Εύα, η οποία έχει μια μορφή αναπηρίας. Μέσα από τις συγκρούσεις θα αναδειχθεί η αξία της αποδοχής, της φιλίας, της συνεργασίας και της δημιουργικότητας. Ο Ανδρέας λειτουργεί ως πρότυπο για όλους όσους έχουν όνειρα και τολμάνε, παρά τις δυσκολίες που ανακύπτουν, να επιμένει και να πετυχαίνει.

-Σε ποιο κοινό απευθύνεται το βιβλίο σας; 

-Το βιβλίο είναι κατάλληλο για παιδιά από 10 ετών και άνω. Ωστόσο, απευθύνεται σε όποιον αγαπάει το παιδικό θέατρο, αφού έχει διασκευασθεί και σε θεατρικό κείμενο, προκειμένου να λειτουργήσει ως σενάριο και ως εκπαιδευτικό εργαλείο. Εν γένει, τόσο το παιδικό βιβλίο, όσο και η θέατρο-ιστορία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσα για την εκπαίδευση στην πρόληψη του σχολικού εκφοβισμού, στην αποδοχή της διαφορετικότητας και στις αξίες, όπως είναι η αλληλεγγύη και η φιλία.

-Τι σας ώθησε να γράψετε ένα βιβλίο και να το διασκευάσετε σε θεατρικό έργο;

-Εκτιμώ πως το θέατρο μπορεί να λειτουργήσει θετικά ως προς την εκπαίδευση των μαθητών σε ζητήματα όπως είναι ο σχολικός εκφοβισμός. Η προσέγγιση γίνεται βιωματικά και πολύ-αισθητηριακά. Οι εμπλεκόμενοι έχουν τη δυνατότητα μέσα από τη θεατρική πράξη να ταυτιστούν με διαφορετικούς ρόλους και να κατανοήσουν από πολλές και διαφορετικές οπτικές τα κίνητρα του κάθε ήρωα. Είναι ένας τρόπος να αφυπνιστούν συναισθήματα, τόσο θετικά, όσο και αρνητικά σε όλους.

-Ο σχολικός εκφοβισμός έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις τα τελευταία χρόνια κι έχουν γραφτεί αντίστοιχα αρκετά παιδικά βιβλία. Τι ξεχωριστό θεωρείτε ότι προσφέρει το δικό σας βιβλίο στο αναγνωστικό κοινό;

Το βιβλίο συσχετίζει το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού με τους έμφυλους ρόλους και τα έμφυλα στερεότυπα. Στην ελληνική σχολική πραγματικότητα είναι πολύ σημαντικό από την προ-εφηβεία να γίνεται εκπαίδευση αναφορικά με το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού και των ατομικών επιλογών ανεξαρτήτως βιολογικού και κοινωνικού φύλου. Ίσως είναι ένα ληθαράκι για να μπορέσουν οι μαθητές και οι μαθήτριες να αποκτήσουν αυτογνωσία, αλλά και να σέβονται τις διαφορετικές επιλογές των υπολοίπων. 

-Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι σε όσα συζητήσαμε;

Θα ήθελα από καρδιάς να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλη την ομάδα του εκδοτικού οίκου Grotesque του ομίλου Ελκυστίς για την υπέροχη συνεργασία και για την αμέριστη υποστήριξη που πρόσφεραν καθένας ξεχωριστά, ώστε να προκύψει το τελικό αποτέλεσμα. Όπως αναφέρεται και εντός του βιβλίου:

τελικά, μόνο όταν μοιράζεσαι, υπάρχεις!




Τι συνέβη όταν ο ήλιος θέλησε να γνωρίσει το νερό και τους συγγενείς του; Μια ιστορία για παιδιά(vid)

«Γιατί δεν έρχεσαι μια φορά στο παλάτι μου;», ρώτησε ο ήλιος το νερό.

«Αν έρθω θα πρέπει να φέρω μαζί μου και όλους μου τους συγγενείς», απάντησε το νερό.

Τι συνέβη άραγε, όταν όλα τα νερά της Γης επισκέφτηκαν τον ήλιο στο παλάτι του;

Μία τρυφερή ιστορία από τη Νιγηρία με τίτλο «Ο ήλιος και το νερό» αφηγούνται οι λειτουργοί του Δικτύου για τα Δικαιώματα του Παιδιού και τους κρατούν όμορφη συντροφιά αυτές τις δύσκολες ώρες.

Δείτε την ιστορία για την φιλία του ζωοδόχου ήλιου και του γάργαρου νερού μαζί με τα παιδιά, παρακάτω:

Πηγή




8 πράγματα που μας έμαθε ο “Μικρός Πρίγκιπας” για τη ζωή

Αν υπάρχει ένα βιβλίο που έχει αγαπηθεί φοβερά από μικρούς και μεγάλους, αυτό είναι ο ‘Μικρός Πρίγκιπας’ του Antoine de Saint-Exupéry, το γεγονός μάλιστα ότι έχει μεταφραστεί σε 300 γλώσσες (!) αποδεικνύει πόσο πολύ έχει επηρεάσει τον κόσμο.

Ο φανταστικός αυτός Πρίγκιπας ήταν, είναι και θα είναι, το μικρό παιδί που κρύβουμε όλοι μέσα μας· αυτό που κάνει τις πιο σωστές ερωτήσεις, βλέπει τον κόσμο με τελείως διαφορετικό τρόπο και δεν φοβάται να πει στους ενήλικες σκληρές αλήθειες. Λίγο αφότου έκλεισε τα 80 του χρόνια το βιβλίο του Antoine de Saint-Exupéry, κάνουμε μια μικρή ανασκόπηση στα 8 πράγματα που μας έμαθε ο ‘Μικρός Πρίγκιπας’.

#1 Να μην σκοτώνεις τη φαντασία σου

Όταν ο αφηγητής ζωγραφίζει έναν βόα που χωνεύει έναν ελέφαντα και το δείχνει σε ενήλικες, η απάντηση που παίρνει είναι ότι το σκίτσο του μοιάζει με καπέλο, κάτι που δείχνει ότι όλοι έχουν χάσει την φαντασία που είχαν ως παιδιά και αντιλαμβάνονται με βαρετό τρόπο τα πράγματα γύρω τους.

#2 Να μην καταπιέζεις τα συναισθήματά σου

Όταν ο Μικρός Πρίγκιπας αρχίζει να υπονοεί ότι θέλει να εξερευνήσει και άλλους πλανήτες, το λουλούδι του- το οποίο έχει φροντίσει στοργικά- υποστηρίζει ότι δεν τον χρειάζεται και ότι μπορεί να ζήσει μόνο του. Κάπως έτσι, ο Μικρός Πρίγκιπας το εγκαταλείπει, κάτι που δείχνει ότι δεν πρέπει να καταπιέζουμε τα συναισθήματά μας αλλά να μιλάμε για αυτά και να ζητάμε αυτό που θέλουμε από τους ανθρώπους που έχουμε στη ζωή μας.

#3 Να μην κρίνεις τους άλλους πριν από σένα

Στον πρώτο πλανήτη που πηγαίνει ο Μικρός Πρίγκιπας, συναντάει ένα βασιλιά που είναι ολόκληρος ο πληθυσμός του πλανήτη του και υποστηρίζει ότι κυβερνάει τα πάντα στον κόσμο. Αν και ο Μικρός Πρίγκιπας δεν μπορεί να κατανοήσει τι είναι αυτό που πραγματικά κάνει ο βασιλιάς, το μάθημα που παίρνει από αυτή τη συνάντηση είναι ότι το να κρίνεις τον εαυτό σου είναι πολύ πιο δύσκολο και ορισμένες φορές πιο σημαντικό από το να κρίνεις τους άλλους. Ενώ σημειώνεται ότι μόνο αν κρίνουμε τον εαυτό μας μπορούμε να εξελιχθούμε ως άτομα.

#4 Να μην παίρνεις πολύ σοβαρά τον εαυτό σου

Παρακάτω στην ιστορία, ο Μικρός Πρίγκιπας συναντάει έναν επιχειρηματία, ο οποίος είναι φοβερά απασχολημένος και μετράει συνέχεια τα αστέρια του γαλαξία ώστε να του ανήκουν στο τέλος. ”Τα διαχειρίζομαι. Τα μετράω όλα και τα ξαναμετράω. Είναι δύσκολη δουλειά αλλά είμαι σοβαρός άνθρωπος” του λέει χαρακτηριστικά. Ο τρόπος όμως που βλέπει τον εαυτό του τον έχει οδηγήσει να ζει μια βαρετή, μονότονη και μοναχική ζωή, καθώς δεν μπορεί να αντιληφθεί την ομορφιά που κρύβουν τα αστέρια που μετράει συνέχεια.

#5 Να μην ξεχνάς να απολαμβάνεις τη ζωή

Αργότερα ο Μικρός Πρίγκιπας επισκέπτεται έναν πλανήτη, όπου ζει ένας άνθρωπος που το μόνο που κάνει όλη μέρα είναι να σβήνει και ανάβει μια λάμπα όταν νυχτώνει και όταν ξημερώνει. Μόνο που ο πλανήτης κάνει μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον ήλιο ανά 1 λεπτό, κάπως έτσι ο άνθρωπος αυτός σπαταλάει μήνες ολόκληρους δουλεύοντας χωρίς να απολαμβάνει τη ζωή του, που περνάει τόσο γρήγορα.

#6 Να μην φοβάσαι το διαφορετικό γιατί μπορεί να σε μάθει κάτι

Μια από τις πιο δυνατές στιγμές του βιβλίου είναι η συνάντηση του Μικρού Πρίγκιπα με μια αλεπού, ένα ζώο που είναι γνωστό για τις ύπουλες προθέσεις του, γεγονός που το εμποδίζει να κάνει φίλους. Η αλεπού, λοιπόν, είναι εκείνη που του δίνει 3 σημαντικά μαθήματα για τη ζωή.

”Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά, την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν”

”Είναι ο χρόνος που έχεις ξοδέψει για το τριαντάφυλλό σου, που κάνει το τριαντάφυλλό σου τόσο σημαντικό”

”Γίνεσαι υπεύθυνος, για πάντα, για ό,τι εξημερώνεις”

#7 Να εκτιμάς όσα έχεις στη ζωή

Ακόμα και όταν βρίσκεται σε ένα κήπο γεμάτο με πανέμορφα τριαντάφυλλα, ο Μικρός Πρίγκιπας δεν μπορεί να σταματήσει να σκέφτεται το δικό του τριαντάφυλλο, γιατί πολύ απλά είναι αναντικατάστατο στη ζωή του.

”Σίγουρα, κάποιος τυχαίος
περαστικός, βλέποντας το δικό μου λουλούδι θα νόμιζε πως σας μοιάζει.
Μα, από μόνο του αυτό, είναι πιο σημαντικό από όλα εσάς, γιατί εγώ το
ποτίζω, το προφυλάσσω κάτω από ένα γυάλινο δοχείο. Γιατί είναι αυτό που
εγώ προφύλαξα με το παραβάν. Γιατί αυτό είναι που του σκότωσα τις
κάμπιες (εκτός από δυο ή τρεις που τις άφησα για να γίνουν πεταλούδες).
Γιατί αυτό είναι εκείνο που το άκουσα να παραπονιέται ή να περηφανεύεται
ή, μάλιστα, μερικές φορές να σωπαίνει. Γιατί είναι το τριαντάφυλλό μου”

#8 Καμιά φορά πρέπει να αφήνεις ελεύθερους να φύγουν αυτούς που αγαπάς

Ο αφηγητής του βιβλίου, όσο και αν αγαπάει τον Μικρό Πρίγκιπα συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να τον κρατήσει μαζί του στη Γη γιατί ξέρει ότι θα υποφέρει. Πριν φύγει ο Μικρός Πρίγκιπας του λέει ”Όταν θα κοιτάζεις τον ουρανό τη νύχτα, αφού πια θα έχω κατοικήσει εγώ σε ένα από όλα και θα γελάω σε κάποιο από αυτά, τότε για εσένα θα είναι σαν να γελάνε όλα τα αστέρια. Εσύ θα έχεις αστέρια που ξέρουν να γελάνε”. Και αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα του βιβλίου, γιατί καμιά φορά το να αφήνεις κάποιον να φύγει από το πλευρό σου είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι τον αγαπάς.

Πηγή