Το νέο ιστορικό δράμα

Το ιστορικό δράμα αποτελεί ένα από τα πιο παλιά και διαχρονικά θεατρικά είδη, το οποίο εξερευνά και αναπαριστά ιστορικά γεγονότα και προσωπικότητες, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν (Brockett & Hildy, 2007). Το νέο ιστορικό δράμα, ωστόσο, διαφοροποιείται από την παραδοσιακή μορφή, τόσο ως προς τη θεματική προσέγγιση όσο και ως προς τις μορφές έκφρασης που υιοθετεί.

Το νέο ιστορικό δράμα χαρακτηρίζεται από μια κριτική επανεξέταση της ιστορίας, συχνά αποδομώντας παραδοσιακές αφηγήσεις και προσφέροντας πολλαπλές οπτικές γωνίες. Αντί να παρουσιάζει τα γεγονότα ως αντικειμενικά και απόλυτα, το νέο δράμα επιδιώκει να αναδείξει τις συγκρούσεις, τις αμφισημίες και τις κοινωνικές διαστάσεις που συνοδεύουν το ιστορικό παρελθόν (Howard, 2009).

Επιπλέον, το νέο ιστορικό δράμα συχνά ενσωματώνει στοιχεία σύγχρονου θεάτρου, όπως η διάσπαση της τέταρτης σκηνής, η χρήση πολυμεσικών μέσων και η εναλλαγή ανάμεσα σε χρονικές και χωρικές διαστάσεις, δίνοντας έτσι έναν πιο δυναμικό και πολυδιάστατο χαρακτήρα στην παράσταση (Carlson, 2010). Η έντονη επικέντρωση σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, όπως η αποικιοκρατία, η ταυτότητα, και η μνήμη, καθιστούν το νέο ιστορικό δράμα ιδιαίτερα επίκαιρο και κοινωνικά ευαίσθητο.

Η σχέση του νέου ιστορικού δράματος με την ιστορία είναι επομένως όχι απλώς αναπαραστατική αλλά και αναστοχαστική, με στόχο να ενεργοποιήσει την κριτική σκέψη του θεατή και να τον ωθήσει σε διάλογο με το παρελθόν και το παρόν (Fischer-Lichte, 2008).

Συνοψίζοντας, το νέο ιστορικό δράμα αποτελεί μια εξελισσόμενη θεατρική μορφή που επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία παρουσιάζεται και ερμηνεύεται στη σκηνή, συνδυάζοντας παράδοση και καινοτομία για να αναδείξει τη σύνθετη φύση της ανθρώπινης εμπειρίας.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Brockett, O. G., & Hildy, F. J. (2007). History of the Theatre (10th ed.). Pearson.
  • Carlson, M. (2010). Theatre and performance in digital culture: From simulation to embeddedness. Routledge.
  • Fischer-Lichte, E. (2008). The transformative power of performance: A new aesthetics. Routledge.
  • Howard, J. (2009). The Cambridge Companion to the Modern British and Irish Drama 1880-2000. Cambridge University Press.



Το ποιμενικό δράμα

Το ποιμενικό δράμα αποτελεί ένα είδος θεατρικής παράστασης που επικεντρώνεται στις δραματοποιημένες αφηγήσεις των ποιμένων και των αγροτικών κοινωνιών. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία απλών, φυσικών χαρακτήρων που συνήθως ζουν σε απομονωμένα ή φυσικά περιβάλλοντα, όπως οι αγροτικές περιοχές ή οι χωρικοί κόσμοι. Στην παράδοση της λογοτεχνίας και του θεάτρου, το ποιμενικό δράμα έχει τις ρίζες του στους αρχαίους ελληνικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, ωστόσο έχει εξελιχθεί και προσαρμοστεί σε διάφορες πολιτιστικές και ιστορικές περιόδους. Η ενσωμάτωσή του στη λογοτεχνία και το θέατρο ως ειδικό υποείδος δραματικής τέχνης αποτελεί ένα ενδιαφέρον πεδίο μελέτης για τη διαπλοκή του με την κοινωνία, την πολιτική και τις κοινωνικές αξίες.

Ιστορική Αναδρομή

Το ποιμενικό δράμα εμφανίζεται για πρώτη φορά στην αρχαία Ελλάδα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, όπου οι χαρακτήρες της δράσης ζουν σε αγροτικές περιοχές και η ζωή τους είναι στενά συνδεδεμένη με τη φύση και τα ζωικά στοιχεία. Στην κλασική αρχαιότητα, τα ποιμενικά δράματα συχνά είχαν συμβολικό χαρακτήρα και επικεντρώνονταν σε θέματα, όπως η ανατροπή της τάξης, η σχέση του ανθρώπου με τη φύση και οι ανθρώπινες αδυναμίες.

Με την πάροδο των αιώνων, το ποιμενικό δράμα εξελίχθηκε και ενσωματώθηκε σε διαφορετικούς πολιτιστικούς χώρους. Στη Ρώμη, οι ποιμενικές κωμωδίες που συνέθεταν συγγραφείς, όπως ο Πλαύτος και ο Τερέντιος, περιλάμβαναν συχνά αγροτικούς χαρακτήρες και καταστάσεις που αναδείκνυαν τη σύγκρουση ανάμεσα στην απλότητα της φύσης και την πολύπλοκη ζωή των πόλεων.

Κύρια Χαρακτηριστικά του Ποιμενικού Δράματος

Το ποιμενικό δράμα ενσωματώνει αρκετά θεματικά και αισθητικά χαρακτηριστικά. Ο πρώτος και πιο σημαντικός παράγοντας είναι η σύνδεση του δράματος με τη φύση, η οποία αποτελεί το κεντρικό στοιχείο της υπόθεσης. Οι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν σε αυτά τα δράματα είναι συχνά αγρότες ή ποιμένες, οι οποίοι ζουν σε ήρεμες και ιδανικές φυσικές περιοχές, όπου εκφράζονται συναισθηματικά και προσωπικά, αλλά συγχρόνως έρχονται αντιμέτωποι με τις κοινωνικές και πολιτικές τους προκλήσεις.

Η κατασκευή του κόσμου μέσα στο ποιμενικό δράμα συχνά παρουσιάζει τη φύση ως ένα ιδανικό περιβάλλον, το οποίο δεν είναι απαραίτητα ελεύθερο από συγκρούσεις και αντιφάσεις. Οι χαρακτήρες συχνά αναζητούν τη λύτρωση και την ισότητα, ενώ ταυτόχρονα αντιτίθενται στη διαφθορά και την ανισότητα που συναντούν στην κοινωνία τους.

Λογοτεχνικά Παραδείγματα

Τα ποιμενικά δράματα αναπτύχθηκαν περαιτέρω στην αναγεννησιακή και μεταγενέστερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία, όπως για παράδειγμα στα έργα του Σαίξπηρ, ο οποίος ενσωμάτωσε στοιχεία ποιμενικής κωμωδίας στα έργα του, όπως στο «Όπως σας αρέσει» (As You Like It). Εδώ, η σύνδεση της φύσης με τις ανθρώπινες σχέσεις αναδεικνύει τη γλυκύτητα της αγροτικής ζωής, ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζεται η κοινωνική κριτική.

Στη σύγχρονη λογοτεχνία και στο θέατρο, η παραδοσιακή έννοια του ποιμενικού δράματος έχει εξελιχθεί και επαναπροσδιοριστεί, με τον όρο να χρησιμοποιείται για να αναφέρεται όχι μόνο σε έργα που εστιάζουν σε αγροτικούς χαρακτήρες, αλλά και σε παραστάσεις που εξετάζουν τη σύγκρουση του ανθρώπου με την εξουσία και την κοινωνία.

Σύγχρονα Θέματα και Ανάγνωση

Στη σύγχρονη εποχή, τα ποιμενικά δράματα εξετάζουν τα θέματα της πολιτικής εξουσίας, της οικολογίας και της ανατροπής των κοινωνικών τάξεων. Η σύνδεση της φύσης με την κοινωνία δεν είναι πια μια ειδυλλιακή εικόνα, αλλά ένα πεδίο σύγκρουσης και κατανόησης της ανθρώπινης φύσης και των κοινωνικών συνθηκών. Η φύση ως σκηνικό για τις ανθρώπινες σχέσεις παραμένει κεντρικό στοιχείο, αλλά η κατανόησή της ως αμετάβλητη και ιδανική έχει αντικατασταθεί από μια κριτική θεώρηση.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Braund, S. (2002). The Roman Theatre and its Audience. Routledge.
  • Cuddon, J. A. (2013). The Penguin Dictionary of Literary Terms and Literary Theory. Penguin.
  • Glover, R. (2011). The Poetics of the Shepherd: Greek Pastoral and the Early Modern Theatre. Oxford University Press.
  • Shakespeare, W. (2005). As You Like It (R. A. Foakes, Ed.). Arden Shakespeare.
  • Whitaker, A. (1995). Pastoral Drama: The Rhetoric of the Greek Stage. Cambridge University Press.



Η Γιορτή του Αγίου Πνεύματος

Η γιορτή του Αγίου Πνεύματος, γνωστή και ως Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος, αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες χριστιανικές γιορτές που εορτάζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία και σε άλλες χριστιανικές παραδόσεις. Η ημέρα αυτή τιμά την έλευση του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές του Χριστού κατά την Πεντηκοστή, η οποία θεωρείται η γέννηση της Εκκλησίας. Η γιορτή συνδυάζει θεολογική σημασία, κοινωνικές παραδόσεις και πολιτιστικά έθιμα, αποτελώντας έναν από τους πιο αγαπητούς θρησκευτικούς εορτασμούς στην Ελλάδα.

Θρησκευτική Σημασία του Αγίου Πνεύματος

Η γιορτή του Αγίου Πνεύματος εορτάζεται την Δευτέρα, μετά την Κυριακή της Πεντηκοστής, η οποία τιμά την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος που έπεσε στους μαθητές του Ιησού Χριστού, δίνοντάς τους τη δύναμη να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε όλο τον κόσμο. Σύμφωνα με την Πράξη των Αποστόλων, το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε στους Αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής και τους ενίσχυσε με τη χάρη του, προσφέροντας τους χαρίσματα και τη δύναμη να γίνουν μάρτυρες του Χριστού. Η ημέρα αυτή σηματοδοτεί την αρχή της διάδοσης του Χριστιανισμού και τη συγκρότηση της Εκκλησίας.

Η σημασία της γιορτής του Αγίου Πνεύματος έγκειται στο γεγονός ότι το Άγιο Πνεύμα αποτελεί τη θεία παρουσία που καθοδηγεί και ενισχύει τους πιστούς στην πορεία τους προς την αλήθεια και τη σωτηρία. Ο Θεός, μέσω του Αγίου Πνεύματος, ενεργεί στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, ενισχύοντας την πίστη και την ελπίδα τους. Στην Ορθόδοξη θεολογία, το Άγιο Πνεύμα δεν είναι μόνο ο παράκλητος που παρηγορεί, αλλά και ο παράγοντας που ενώνει την Εκκλησία και την καθοδηγεί στη θεία αλήθεια (Ζησιάδης, 2018).

Πολιτιστική Αντίκτυπος και Κοινωνικές Παραδόσεις

Στην Ελλάδα, η γιορτή του Αγίου Πνεύματος έχει και σημαντικό πολιτιστικό αντίκτυπο, καθώς συνδυάζεται με διάφορα κοινωνικά και πολιτιστικά έθιμα. Ενδεικτικά, η Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος είναι μία ημέρα εξόδου για πολλούς Έλληνες, οι οποίοι εκμεταλλεύονται την αργία για να επισκεφτούν τα χωριά τους, να συμμετάσχουν σε εκδρομές ή να απολαύσουν τον παραδοσιακό «τσικνιστό» κρεατοφαγικό γεύμα. Επιπλέον, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, πραγματοποιούνται θρησκευτικές εκδηλώσεις, όπως λιτανείες και πανηγύρια, ενώ σε κάποιες περιφέρειες τελούνται και ειδικές λειτουργίες στον ναό.

Το έθιμο του πανηγυριού συνδέεται στενά με την γιορτή του Αγίου Πνεύματος, καθώς σε πολλές περιοχές της Ελλάδας οργανώνονται παραδοσιακές γιορτές με χορούς, τραγούδια και τοπικά εδέσματα. Οι πανηγύρεις αυτές αποτελούν έναν τρόπο για τις κοινότητες να εκφράσουν τη θρησκευτική τους πίστη, να αναδείξουν την τοπική κουλτούρα και να ενισχύσουν τη συλλογική τους ταυτότητα. Στην περιοχή της Πελοποννήσου, για παράδειγμα, οι πανηγύρεις περιλαμβάνουν παραδοσιακούς χορούς όπως τον συρτό και το τσάμικο, ενώ τα τοπικά εδέσματα, όπως οι πίτες και τα ψητά κρέατα, έχουν τη δική τους θέση στην εορταστική διαδικασία (Στεφανίδης, 2017).

Σημαντικό είναι επίσης ότι η Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος στην Ελλάδα συχνά συνδέεται με την αρχή της καλοκαιρινής περιόδου, οπότε οι οικογένειες και οι κοινότητες γιορτάζουν τη φύση, τη συγγένεια και την αλληλεγγύη.

Η Γιορτή του Αγίου Πνεύματος στη Σύγχρονη Κοινωνία

Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, η γιορτή του Αγίου Πνεύματος εξακολουθεί να έχει θρησκευτική και πολιτιστική αξία. Παρά τις σύγχρονες τάσεις εκκοσμίκευσης, η ημέρα αυτή παραμένει σημαντική για πολλές οικογένειες και κοινότητες, οι οποίες συνεχίζουν να τιμούν την ημέρα με λειτουργίες στην εκκλησία και κοινωνικές εκδηλώσεις. Στο πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας, η γιορτή του Αγίου Πνεύματος ενισχύει τη σημασία της πίστης και της πνευματικής ενότητας μέσα στην κοινότητα, ενώ παράλληλα προσφέρει μια ευκαιρία για την ανανέωση των κοινωνικών σχέσεων μέσω της κοινής γιορτής (Δημόπουλος, 2019).

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Δημόπουλος, Α. (2019). Η θρησκευτική σημασία των εορτών στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
  • Ζησιάδης, Ν. (2018). Η Θεολογία του Αγίου Πνεύματος και η σύγχρονη Εκκλησία. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ι.Μ. Σωτήρος.
  • Στεφανίδης, Χ. (2017). Η πολιτιστική διάσταση των θρησκευτικών εορτών στην Ελλάδα. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Μαρντόρη.



Το Πάσχα στην Ελληνική Παράδοση: Μια Θρησκευτική και Πολιτισμική Γιορτή

Το Πάσχα αποτελεί την πιο σημαντική γιορτή της Χριστιανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και έχει βαθιές θρησκευτικές και πολιτισμικές ρίζες στην Ελλάδα. Η σημασία του Πάσχα ξεπερνά τη θρησκευτική διάσταση και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις πολιτιστικές παραδόσεις και τις κοινωνικές πρακτικές των Ελλήνων. Η γιορτή του Πάσχα είναι γεμάτη από συμβολισμούς, έθιμα και παραδόσεις που έχουν διαμορφωθεί και διατηρηθεί για αιώνες, δημιουργώντας έτσι μια μοναδική πολιτιστική κληρονομιά.

Θρησκευτική Σημασία του Πάσχα

Για τους Χριστιανούς, το Πάσχα είναι η γιορτή της Ανάστασης του Ιησού Χριστού, το γεγονός που σηματοδοτεί τη νίκη της ζωής κατά του θανάτου και την ελπίδα της αιώνιας ζωής. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η Μεγάλη Εβδομάδα, που προηγείται του Πάσχα, είναι γεμάτη από θρησκευτικές ακολουθίες και τελετές που αναπαριστούν τα τελευταία γεγονότα της ζωής του Χριστού: τη Σταύρωσή του, τον θάνατό του και την Ανάστασή του. Η Ανάσταση, η οποία γιορτάζεται το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, είναι η κορύφωση της γιορτής, και ο χαιρετισμός «Χριστός Ανέστη» αντηχεί σε όλες τις εκκλησίες της χώρας, ενώ τα βεγγαλικά και οι κωδωνοκρουσίες σηματοδοτούν τη χαρμόσυνη αναγγελία της Ανάστασης.

Πολιτιστικά Έθιμα και Παραδόσεις

Το Πάσχα στην Ελλάδα συνοδεύεται από μια πληθώρα πολιτιστικών εθίμων και παραδόσεων, πολλές από τις οποίες έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα ή έχουν προσαρμοστεί με την πάροδο των αιώνων. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα είναι το «κόκκινο αυγό», το οποίο συμβολίζει τη νέα ζωή και την Ανάσταση. Κατά τη διάρκεια του Πάσχα, τα αυγά βάφονται κόκκινα και τα παιδιά παίζουν το παραδοσιακό παιχνίδι «τσούγκρισμα», όπου τα αυγά χτυπούν το ένα το άλλο και ο νικητής είναι εκείνος του οποίου το αυγό παραμένει άθικτο.

Η Λαμπρή είναι επίσης συνυφασμένη με το ψήσιμο του αρνιού, που αποτελεί το κυρίως πιάτο του πασχαλινού τραπεζιού. Το αρνί, σύμβολο αθωότητας και θυσίας, έχει συμβολική αξία στην εορτή και αποτελεί μέρος της θρησκευτικής παράδοσης. Επιπλέον, η εκκλησιαστική πρακτική της αγρυπνίας το Μεγάλο Σάββατο, η οποία ολοκληρώνεται με τη Θεία Λειτουργία της Ανάστασης, είναι εξίσου σημαντική για την προετοιμασία των πιστών να υποδεχτούν τη χαρμόσυνη ημέρα του Πάσχα.

Το Πάσχα στην Ελληνική Κοινωνία

Το Πάσχα στην Ελλάδα είναι περισσότερο από μια θρησκευτική γιορτή – είναι μια κοινωνική γιορτή που ενώνει τις οικογένειες και τις κοινότητες. Οι Έλληνες από όλη τη χώρα ταξιδεύουν στα χωριά τους για να περάσουν τις ημέρες του Πάσχα με την οικογένεια, να συμμετάσχουν στις εκκλησιαστικές ακολουθίες και να γιορτάσουν μαζί τα έθιμα. Η εκδρομή στο χωριό, η συνάντηση με συγγενείς και φίλους, η κοινή προετοιμασία του πασχαλινού γεύματος και η συμμετοχή σε παραδοσιακές εκδηλώσεις συνιστούν μια σημαντική πτυχή του ελληνικού πολιτισμού.

Το Πάσχα, ωστόσο, είναι και μια περίοδος προβληματισμού και προσωπικής αναγέννησης, καθώς οι πιστοί καλούνται να ακολουθήσουν την περίοδο της Σαρακοστής, η οποία αποτελεί περίοδο νηστείας και πνευματικής καθαρότητας πριν από την Ανάσταση. Η Σαρακοστή είναι μια ευκαιρία για αυτοσυγκέντρωση, πνευματική αναγέννηση και απομάκρυνση από τις υλικές απολαύσεις, ενισχύοντας την πίστη και την αφοσίωση στο Θεό.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Αντωνίου, Μ. (2010). Τα ελληνικά έθιμα και η σημασία τους στη σύγχρονη κοινωνία. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
  • Κατσούλης, Γ. (2015). Η ελληνική θρησκευτική παράδοση: Συστήματα και σύμβολα. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.
  • Κοντογιάννη, Ι. (2013). Πάσχα στην Ελλάδα: Θρησκευτική και κοινωνική διάσταση. Αθήνα: Εκδόσεις Γνώση.
  • Μπένος, Ν. (2009). Η σημασία του Πάσχα στον ελληνικό πολιτισμό. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Μίκροι.
  • Παπαγεωργίου, Δ. (2008). Πάσχα: Έθιμα και παραδόσεις από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Αθήνα: Εκδόσεις Εστία.



Η απόσταση του φιλοσόφου από το πλήθος και την παράδοση

Στο τέλος του 6ου αιώνα στις αρχές του 5ου, υπάρχει ο τρόπος εκφοράς της φιλοσοφίας, ότι βαθμιαία περνάει από την προφορικότητα στη γραφή και υπάρχουν αρκετές ενδείξεις πια, ότι κάποιοι φιλόσοφοι επικοινωνούν μεταξύ τους, όχι με άμεση προσωπική επαφή, αλλά ότι τα κείμενα, τα γραπτά κείμενα του ενός διαβάζονται από κάποιον άλλον και έτσι δημιουργείται αυτή η συνέχεια και ο διάλογος, που είναι ουσιαστικό χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία είναι κυρίως συνέχεια, ο ένας φιλόσοφος χτίζει επάνω στο υλικό που  του προσφέρει ο προηγούμενος, παρά προτείνει κάτι εντελώς καινούργιο· κάποιες τομές, βέβαια, υπάρχουν και αυτές θα προσπαθήσουμε να τις επισημάνουμε, αλλά νομίζω ότι το βασικό χαρακτηριστικό είναι η συνέχεια.

Ο Ηράκλειτος και Παρμενίδης, συνήθως, ως άκρα αντίθετα, η επιγραμματική περιγραφή τους είναι ότι ο ένας είναι “φιλόσοφος της διαρκούς ροής, της μεταβολής”, φτάνει στο εντελώς άλλο άκρο, είναι ο “φιλόσοφος της απόλυτης ακινησίας”. Συνήθως όμως παραλείπονται αρκετά κοινά στοιχεία που υπάρχουν ανάμεσα στους δύο, και το πιο εμφανές, το πρώτο, είναι ότι είναι βασικά σύγχρονοι. Η τοποθέτησή τους θα ήταν ακριβώς στην αρχή του 5ου αιώνα, λειτουργούνε σε διαφορετικό μέρος του κόσμου, στην Έφεσο της Ιωνίας ο Ηράκλειτος, στην Ελέα της νότιας Ιταλίας ο Παρμενίδης· άρα το πιο πιθανό: δεν έχουν έρθει ποτέ σε επαφή άμεση μεταξύ τους, αλλά εφόσον γράφουν την ίδια εποχή και έχουν ως προηγούμενα, δηλαδή την ιωνική παράδοση αφενός και την πυθαγόρεια αφετέρου, λογικό είναι να έχουν επηρεαστεί από αυτά που προηγήθηκαν.

Το κοινό χαρακτηριστικό τους νομίζω ότι είναι μια απόσταση απέναντι στο πλήθος· και ο ένας και ο  άλλος μιλάνε με έναν λόγο δογματικό, μια μορφή αποκάλυψης της αλήθειας, η οποία για να γίνει κατανοητή προϋποθέτει την απαλλαγή των ανθρώπων από τις προκαταλήψεις τους. Στον Ηράκλειτο θα γίνει ευθεία επίθεση κατά της παράδοσης, ενώ στον Παρμενίδη, που είναι πιο αφαιρετικός, θα ‘ναι μια απόρριψη του δρόμου της εμπειρίας. Στον Παρμενίδη πρωτοεμφανίζεται η διάκριση αίσθησης και νόησης, που θα γίνει χαρακτηριστική στη μετέπειτα φιλοσοφία. Και οι δυο τοποθετούνται απέναντι στο πλήθος, δεν προσπαθούν να πάρουν μαζί τους τούς αναγνώστες ή τους ακροατές τους, αλλά να τους “αποθαρρύνουν” κατά κάποιο τρόπο. Να λειτουργήσουν οι ίδιοι οι ακροατές και οι αναγνώστες με έναν τρόπο καθαρτικό, να απαλλαγούν, να κάνουν προσπάθεια δηλαδή να απαλλαγούν από βεβαιώσεις, πεποιθήσεις του κοινού νου, αντιλήψεις που κυκλοφορούν την εποχή τους, έτσι ώστε να προετοιμαστούν για να συλλάβουν έναν δύσκολο λόγο· και ο ένας και ο άλλος από αυτούς τους φιλοσόφους δεν έχουν καμία σχέση.

Η προσπάθεια ερμηνείας και του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη είναι μια δύσκολη δουλειά ακόμα και για τον σημερινό αναγνώστη· έχουμε δηλαδή δύο περιπτώσεις φιλοσόφων της προσωκρατικής εποχής που ακόμα στέκονται στα πόδια τους· μάλιστα, ο Ηράκλειτος είναι ο προσωκρατικός φιλόσοφος που διαβάζεται περισσότερο από όλους, ακόμα και σήμερα. Ο Παρμενίδης είναι αυτός που καθόρισε όλη την πορεία της μετέπειτα φιλοσοφίας.

Είναι αρκετά διαφορετικοί στον τρόπο γραφής τους: ο Ηράκλειτος καθιερώνει ένα είδος λόγου αφοριστικού, υπαινικτικού, πεζού λόγου, αλλά ο οποίος διακόπτεται σε σύντομες ρήσεις. Τι πρότυπο θα είχε ο Ηράκλειτος στο μυαλό του όταν έγραφε με αυτόν τον τρόπο ή δίδασκε με αυτό τον τρόπο; Το πιο κοινό, το πιο συγγενές είδος τέτοιου λόγου είναι οι χρησμοί του μαντείου των Δελφών. Είναι δηλαδή ένας χρησμικός λόγος, ο οποίος είναι πάντα υπαινικτικός. Δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί τι θέλει να πει ο Ηράκλειτος, πολλές φορές άλλα λέει και σε άλλα πάει, γι’ αυτό άλλωστε και στην αρχαιότητα, ήδη από την αρχαιότητα, το προσωνύμιο του Ηράκλειτου το πιο διαδεδομένο είναι “ο σκοτεινός φιλόσοφος”.

Ο Παρμενίδης, από την άλλη μεριά, υιοθετεί τον κλασικό δρόμο μετάδοσης της αλήθειας, από τα αρχαϊκά χρόνια, δηλαδή την ποίηση και μάλιστα γράφει ένα ποίημα σε δακτυλικό εξάμετρο, δηλαδή με τον ομηρικό τρόπο. Εκεί τα πράγματα γίνονται δύσκολα: πώς η αφηρημένη σκέψη του Παρμενίδη μπορεί να ενσωματωθεί σε έναν έμμετρο τρόπο έκφρασης, ο οποίος λίγο- πολύ αναγκαστικά υιοθετεί την ποιητική παράδοση, την ομηρική παράδοση;

Στις αρχές του 5ου αιώνα, ο φιλόσοφος, δηλαδή, όπως και αν ο ίδιος αισθάνεται τον εαυτό του, είναι ελεύθερος να επιλέξει τον τρόπο έκφρασης των θεωριών του. Άλλοι θα υιοθετήσουν την ποίηση, ζητώντας να πάρουν κατά κάποιον τρόπο τη θέση των ποιητών, που ήταν οι βασικοί φορείς της αλήθειας, άλλοι θα πάνε  προς τον πεζό λόγο, που λογικά αναπτύσσεται, καθώς η Ελλάδα, ο ελλαδικός χώρος, περνάει σε νέες φάσεις οργάνωσης, άλλοι δεν θα γράψουν τίποτα, όπως είδαμε τον Πυθαγόρα και θα δούμε τον Σωκράτη σε λίγο και άλλοι θα επιλέξουν, όπως ο Ηράκλειτος, ένα είδος το οποίο ούτε ποίηση είναι ούτε πεζός λόγος ακριβώς είναι, είναι κάτι ενδιάμεσο. Αυτή η διάσταση θα διαρκέσει όλο τον 5ο αιώνα, και τον 4ο, αν σκεφτεί κανείς ότι, ξαφνικά, ο Πλάτων ή οι Πλατωνικοί ή όλοι οι μαθητές του Σωκράτη, επιβάλλουν ως όχημα της φιλοσοφίας τον φιλοσοφικό διάλογο, που είναι μια “μορφή θεάτρου”, κατά κάποιον τρόπο, ο οποίος δεν υπάρχει στην προηγούμενη παράδοση· και αυτό είναι μια καινοτομία.

Παρά τη διαφορετική ιδιοσυγκρασία —προφανώς είναι διαφορετική η ιδιοσυγκρασία του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη— υπάρχουν είπαμε κοινά. Το κοινό το βασικό είναι αυτό το σοκ που επιβάλλουν με τα γραπτά τους απέναντι στον μέσο άνθρωπο. Ο Ηράκλειτος στον, δυνάμει, αναγνώστη του θέλει να “καθαρίσει λίγο το έδαφος” από τις διαδεδομένες πεποιθήσεις, για παράδειγμα το απόσπασμα 5 του Ηρακλείτου κάνει μια επίθεση, ευθεία επίθεση, στη θρησκευτική πρακτική των συγκαιρινών του, στις τελετουργίες τους και λέει ο Ηράκλειτος: «Θέλουν να καθαρθούν και μολύνονται με άλλο αίμα», στη θυσία δηλαδή, «και μπροστά σ’ αυτά τα αγάλματα προσεύχονται, όπως θα φλυαρούσε κανείς στο σπίτι του χωρίς να ξέρει τι είναι οι θεοί και τι οι ήρωες» ή στο απόσπασμα 1: «Οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι κάνουν όταν είναι ξύπνιοι, όπως ξεχνούν όσα έκαναν κοιμισμένοι». Απόσπασμα 17: «Οι πολλοί δεν βασανίζουν το μυαλό τους με αυτά που τους συντυχαίνουν ούτε κι αν τα μάθουν τα καταλαβαίνουν, αλλά νομίζει ο καθένας ότι κάτι ξέρει». Σε άλλο ύφος, αλλά με τον ίδιο τρόπο ο Παρμενίδης, το απόσπασμα 6: «Γιατί σε κρατώ μακριά από εκείνον τον δρόμο, όπου οι θνητοί αδαείς περιφέρονται, δικέφαλοι· γιατί η αδυναμία μες στο στήθος τους κατευθύνει τον περιπλανώμενο νου· κι αυτοί παρασύρονται, κουφοί, αλλά και τυφλοί, έκθαμβοι, ορδές χωρίς κρίση».

Επομένως: “η παράδοση δεν έχει να μας μάθει τίποτα, απ’ τη μια μεριά” (Ηράκλειτος) “ούτε η εμπειρία έχει να μας μάθει τίποτα” (Παρμενίδης), αλλά “ούτε ο κοινός νους γενικά έχει να μας μάθει”. Η φιλοσοφία είναι ανατροπή του κοινού νου, είναι βάθεμα πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων και με αυτή την έννοια, ως εδώ οι δύο ακολουθούν παράλληλους δρόμους. Ο Ηράκλειτος μάλιστα δεν θα διστάσει να ‘ναι πάρα πολύ σκωπτικός για διάσημες μορφές της αρχαϊκής Ελλάδας· λέει για παράδειγμα για τον Πυθαγόρα: «H πολυμάθεια δεν φωτίζει τον νου· αλλιώς θα είχε διδάξει όχι μόνο τον Πυθαγόρα αλλά και τον Ησίοδο, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο». Ησίοδος, Ξενοφάνης, Εκαταίος, Πυθαγόρας, θα ‘λεγε κανείς ότι είναι περίπου, τα χρυσά ονόματα της αρχαϊκής Ελλάδας, αλλά θα πιάσει και τον Όμηρο ακόμα: «Τον Όμηρο», λέει ο Ηράκλειτος στο απόσπασμα 42, «θα άξιζε να τον διώχνουν από τους αγώνες και να τον χτυπούν, και τον Aρχίλοχο το ίδιο». Αυτό αγγίζει τα όρια της ύβρεως για την αρχαιοελληνική αντίληψη· και επανέρχεται στον Πυθαγόρα: «Ο Πυθαγόρας», λέει στο απόσπασμα 81, «είναι αρχηγός των αγυρτών». Άρα, τέτοιες κρίσεις δεν υπάρχουν στον Παρμενίδη, αλλά αυτό οφείλεται, όχι στο ότι  είχε σε μια εκτίμηση την παλιότερη παράδοση, αλλά περισσότερο στο ότι κρατιέται σε μια μορφή αφαίρεσης, που δεν του επιτρέπει να κάνει συγκεκριμένες νύξεις.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis  «Η ακμή της προσωκρατικής φιλοσοφίας» με διδάσκοντα τον Βασίλη Κάλφα. Σύνδεσμος:  https://mathesis.cup.gr/assets/courseware/v1/f0aee08572340635e6c7d05c3c0a3881/c4x/Philosophy/PHL1/asset/GRPHL_W3.pdf

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός