Ο Ευαγγελισμός της Παναγίας είναι μια βαθιά σημαντική πτυχή της χριστιανικής παράδοσης και θεολογίας. Ενώ ο όρος «ευαγγελισμός» αναφέρεται χαρακτηριστικά στη διάδοση του Χριστιανικού Ευαγγελίου, στην περίπτωση της Μαρίας, περιλαμβάνει τόσο τη διακήρυξη του ρόλου της στην ιστορία της σωτηρίας όσο και τη συνεχή αφοσίωση και σεβασμό που λαμβάνει από πιστούς σε όλο τον κόσμο.
Ο Ευαγγελισμός της Μαρίας ξεκινά με τις βιβλικές αφηγήσεις που βρίσκονται στην Καινή Διαθήκη, ιδιαίτερα στα Ευαγγέλια του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννη. Αυτά τα κείμενα την απεικονίζουν ως κεντρικό πρόσωπο στην ιστορία της γέννησης, της ζωής, του θανάτου και της ανάστασης του Ιησού Χριστού. Το «ναι» της Μαρίας στην αναγγελία του αγγέλου Γαβριήλ για τη θεϊκή της κλήση να γίνει μητέρα του Σωτήρα αποτελεί παράδειγμα της ακλόνητης πίστης και της υπακοής της στο θέλημα του Θεού.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της χριστιανικής ιστορίας, θεολόγοι, λόγιοι και πιστοί αναλογίστηκαν τη σημασία της Μαρίας, τονίζοντας συχνά τον μοναδικό της ρόλο ως Θεοτόκου, ή «Θεοφέρουσα». Αυτός ο τίτλος υπογραμμίζει το ρόλο της Μαρίας ως εκείνης που γέννησε τον Ιησού Χριστό, ο οποίος είναι ταυτόχρονα πλήρως ανθρώπινος και πλήρως θεϊκός. Μέσω της πρόθυμης συνεργασίας της με το σχέδιο του Θεού, η Μαρία γίνεται σύμβολο της συμμετοχής της ανθρωπότητας στο λυτρωτικό έργο του Θεού.
Ο Ευαγγελισμός της Παναγίας εκτείνεται πέρα από τις βιβλικές αφηγήσεις για να συμπεριλάβει Μαριανές εμφανίσεις, όπου οι πιστοί ισχυρίζονται ότι έχουν βιώσει οράματα ή συναντήσεις με τη Μαρία. Αυτές οι εμφανίσεις συχνά περιλαμβάνουν μηνύματα αγάπης, μετάνοιας και προσευχής, ενθαρρύνοντας τους πιστούς να εμβαθύνουν τη σχέση τους με τον Θεό και να ζήσουν πληρέστερα την πίστη τους.
Η αφοσίωση στη Μαρία είναι μια κεντρική πτυχή πολλών χριστιανικών παραδόσεων, συμπεριλαμβανομένου του Καθολικισμού, της Ανατολικής Ορθοδοξίας και ορισμένων προτεσταντικών δογμάτων. Πρακτικές όπως η προσευχή του Ροδαρίου, η απαγγελία του Αγγέλου και ο εορτασμός των Μαριανών εορτών χρησιμεύουν ως εκφράσεις αυτής της αφοσίωσης και αντικατοπτρίζουν τη συνεχή επιρροή και τη σημασία της Μαρίας στη ζωή των πιστών.
O Ευαγγελισμός της Παναγίας περιλαμβάνει τη διακήρυξη του ρόλου της στην ιστορία της σωτηρίας, τον προβληματισμό για τη σημασία της στη χριστιανική θεολογία και την αφοσίωση και τη λατρεία που λαμβάνει από πιστούς σε όλο τον κόσμο. Το παράδειγμα της πίστης, της ταπεινοφροσύνης και της υπακοής της Μαρίας συνεχίζει να εμπνέει και να καθοδηγεί τους Χριστιανούς στο ταξίδι τους για μαθητεία και πνευματική ανάπτυξη.
Με αφορμή την αυριανή ημέρα του Δεκαπενταύγουστου, «του Πάσχα του καλοκαιριού», της ημέρας-ύμνου στην Παναγία με δεήσεις και ικεσίες πιστών, εκατοντάδες είναι τα «Θεοτοκωνύμια», δηλαδή οι ονομασίες και χαρακτηρισμοί που απέδωσε ο λαός στην Παναγία σε διάφορες εκκλησίες ανά την Ελλάδα.
Τήνος – Η Παναγία Βρέθηκε στις 30 Ιανουαρίου του 1823, και «με την υπόδειξη της Παναγίας στη μοναχή Πελαγία», στην ιστορική Μονή της «Κυράς των Αγγέλων», στο Κεχροβούνι, η εικόνα της Παναγίας της Τήνου. Δεκατρία χρόνια μετά με Βασιλικό Διάταγμα, καθιερώθηκε ο εορτασμός Της στην Τήνο να είναι οκταήμερος και διαρκώντας έως τα «εννιάμερα της Θεοτόκου», στις 23 Αυγούστου, όπου μέσα σε ατμόσφαιρα συγκίνησης, κατάνυξης και σεβασμού, ψάλλονται ύμνοι και εγκώμια. Η μεγαλύτερη απόδειξη της άρρηκτης σχέσης του ελληνισμού με την Ορθοδοξία αποτελεί ο δρόμος που οδηγεί από το λιμάνι στο ναό του Ευαγγελισμού με χιλιάδες πιστούς να τον διανύουν γονυπετείς ως τάμα. Παράλληλα με την εορτασμό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τιμώνται κι αυτοί που χάθηκαν, όταν οι Ιταλοί τορπίλισαν και βούλιαξαν την «Έλλη» μέσα στο λιμάνι του νησιού ανήμερα της Παναγιάς το 1940.
Τήνος – Η Παναγία
Λέσβος– Η Παναγία Αγιασώτισσα Στην Αγιάσο, την ενδοχώρα της Λέσβου, η ομώνυμη εικόνα είναι έργο του ευαγγελιστή Λουκά, πλασμένη με κερί και μαστίχα. Αρκετοί από τους προσκυνητές, με αφετηρία την πόλη της Μυτιλήνης, περιδιαβαίνουν 25 χιλιόμετρα για να φθάσουν στον αυλόγυρο της εκκλησίας, όπου και διανυκτερεύουν. Την ημέρα της εορτής, ύστερα από τη λειτουργία, πραγματοποιείται η περιφορά της εικόνας γύρω από το ναό, ενώ οι εορταστικές εκδηλώσεις φθάνουν στο απόγειό τους με μουσικές και χορευτικές εκδηλώσεις στην πλατεία του χωριού.
Λέσβος – Η Παναγία Αγιασώτισσα
Κεφαλονιά – Η «Οφιούσα» Ο ναός της Κοιμήσεως βρίσκεται στη νότια Κεφαλονιά, κοντά στο χωριό Μαρκόπουλο. Ήδη από τη γιορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα, στις 6 Αυγούστου, εμφανίζονται εντός και εκτός του ναού μικρά φίδια έως και σήμερα. Είναι τα λεγόμενα «φίδια της Παναγίας». Κατά την παράδοση, ακριβώς εκεί υπήρχε ένα παλιό μοναστήρι της Παναγιάς, μεγάλο και πλούσιο. Όταν δέχτηκε επίθεση από πειρατές, οι καλόγριες για να μην πέσουν στα χέρια τους παρακάλεσαν την Παναγία να τις κάνει πουλιά, ή φίδια. Έτσι, ως ιερά πλέον φίδια, επιστρέφουν και όσο περνούν οι μέρες πληθαίνουν με αποκορύφωμα την παραμονή της Κοιμήσεως. Σημαίνουσας σημασίας είναι εκείνη η παράδοση που υποστηρίζει πως αν κάποια χρονιά τα φίδια δεν παρουσιασθούν, είναι κακό σημάδι, όπως συνέβη το 1940 από την εισβολή των Ιταλών και το 1953, όταν το νησί δοκιμάσθηκε από τους σεισμούς.
Κεφαλονιά – Η «Οφιούσα»
Κάρπαθος – Η Παναγία της Ολύμπου Διαφέρει ο εορτασμός στην Όλυμπο της Καρπάθου με τις λειτουργίες να είναι βαθιά συνδεδεμένες με το πένθος που χαρακτηρίζει τη μέρα αυτή και το ζενίθ του παραδοσιακού εορτασμού να είναι ο χορός μπροστά της εκκλησίας της Παναγίας στη μικρή πλατεία με τους οργανοπαίκτες να παίζουν τον Κάτω Χορό αργά με σταθερό βήμα και κατανυκτική διάθεση.
Κάρπαθος – Η Παναγία της Ολύμπου
Πάρος – Η Παναγία της Εκατονταπυλιανής Στην Παροικία της Πάρου βρίσκεται ο ναός «Καταπολιανή» και «Εκατονταπυλιανή». Σύμφωνα με την παράδοση, φέρει ενενήντα εννέα φανερές πόρτες, ενώ η εκατοστή είναι κλειστή και μη φανερή. Θα ανοίξει μονάχα όταν οι Έλληνες πάρουν την Πόλη. Οι αναφορές για την ίδρυση της Εκκλησίας είναι αφενός ότι όταν η Αγία Ελένη πήγαινε στην Παλαιστίνη για να βρει τον Τίμιο Σταυρό, έφτασε στην Πάρο και προσευχήθηκε σε έναν μικρό ναό που βρίσκονταν στη θέση της Εκατονταπυλιανής. Έκανε τάμα ότι αν τον βρει, θα χτίσει στη θέση αυτή έναν μεγάλο ναό. Η προσευχή της εισακούστηκε και έτσι τον ανήγειρε. Και αφετέρου ότι το τάμα αυτό ολοκληρώθηκε από τον γιο της, Άγιο Κωνσταντίνο, αυτοκράτορα του Βυζαντίου, καθώς η ίδια δεν πρόλαβε.
Πάρος – Η Παναγία της Εκατονταπυλιανής
Κουφονήσια – Με τα καΐκια στην Παναγιά Στο Κάτω Κουφονήσι, τη μέρα του Δεκαπενταύγουστου, μετά τη λειτουργία προσφέρεται φαγητό από τους κατοίκους και κατόπιν μεταφέρονται με τα καΐκια που κάνουν αγώνες για το ποιος θα περάσει τον άλλο στο Πάνω Κουφονήσι.
Κουφονήσια – Με τα καΐκια στην Παναγιά
Πάτμος – Ο επιτάφιος της Παναγίας Οι μοναχοί τηρούν το έθιμο του επιταφίου της Παναγίας στο νησί της Αποκάλυψης, ένα έθιμο με βυζαντινές καταβολές. Ο χρυσοποίκιλτος επιτάφιός Της περιφέρεται στα σοκάκια του νησιού σε μεγαλοπρεπή πομπή, ενώ οι καμπάνες ηχούν ασταμάτητα σε όλο το νησί.
Πάτμος – Ο επιτάφιος της Παναγίας
Άνδρος – Η Παναγία Φανερωμένη Το Κάστρο Της είναι από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία στην περιοχή του Κορθίου, διότι υλοποιείται μεγάλο πανηγύρι στην Παναγία τη Φανερωμένη.
O Απρίλιος δεν είναι μήνας άμοιρος εορτασμών, καθώς πριν από το χαρμόσυνο κήρυγμα της Αναστάσεως οι απανταχού της γης ορθόδοξοι εορτάζουν τα θεία Πάθη, σε μια σκηνή των οποίων αποφασίσαμε να αφιερώσουμε τις εορταστικές Ιστορίες από…
Για τα τέσσερα γλυπτά του Μιχαήλ Αγγέλου, τις τέσσερις Pietà, συγκινητική απεικόνιση της Μητέρας με τον νεκρό Μονογενή της θα κάνουμε λόγο. Θείο Πάθος και Τέχνη συνεργούν για να φέρουν την πολυπόθητη Ανάσταση ακόμη πιο κοντά μας.
Η Pietà (Πιετά) στη δυτική παράδοση είναι μια εικαστική αναπαράσταση της Παναγίας που κρατάει στην αγκαλιά της τον νεκρό γιο Της που μόλις έχει αποκαθηλωθεί από τον σταυρό. Η λέξη Pietà στα ιταλικά έχει διπλή σημασία ευσέβεια/ευλάβεια θρησκευτική, καθώς και εκείνη της θλίψης και του οίκτου. Η Pietà είναι ένα από τα προσφιλέστερα θρησκευτικά θέματα στη Δυτική ζωγραφική και γλυπτική. Τα δύο πρόσωπα του δράματος, Παναγία και Ιησούς, είναι ‒ως επί το πλείστον‒ οι μοναδικοί πρωταγωνιστές μιας σκηνής όπου η ένταση του Πάθους είναι κάτι παραπάνω από συναισθηματικά ανιχνεύσιμη.
Δεν θα πρέπει λοιπόν να ταυτίζουμε την Αποκαθήλωση ή Κατάβαση από τον Σταυρό, όπου απεικονίζονται και άλλα πρόσωπα, με την Πιετά όπου όλη η σκηνή «ανοίγεται» για να δεχτεί τον βαθύτατο πόνο της μητέρας για τον νεκρό γιο της. Το επεισόδιο αυτό, όπως τονίζουν και οι ιστορικοί της τέχνης, δεν αναφέρεται στα επίσημα, τα αναγνωρισμένα από την Εκκλησία, Ευαγγέλια, αλλά μνημονεύεται στα Απόκρυφα. Φαίνεται ότι το θέμα έχει τις ρίζες του στους αρχαίους πολιτισμούς και παραπέμπει στις ιεροτελεστίες της ταφής των Αιγυπτίων και στις μοιρολογίστρες που συμμετείχαν* καθώς και στην ελληνική μυθολογική παράδοση όπου το θέμα της πονεμένης μητέρας όπως η Νιόβη** ή η Ανδρομάχη, που θρηνούν για τα αδικοχαμένα παιδιά τους, έχουν αφήσει ανεξίτηλα ίχνη και στην τέχνη αυτήν καθαυτή αλλά και στη λογοτεχνία.
Ο Οβίδιος, μάλιστα, στις Μεταμορφώσεις του χρησιμοποιεί τον όρο Mater orba (τεθλιμμένη, συντετριμμένη) για τη χαροκαμένη Εκάβη. Η Νιόβη, που θεωρείται το μυθολογικό αρχέτυπο της χαροκαμένης μητέρας, και άλλες ηρωίδες της μυθολογίας αφήνουν τη θέσης τους, στον χριστιανικό πλέον κόσμο, στη Mater dolorosa (πονεμένη μητέρα στα λατινικά), την Παναγία που ενέπνευσε με τον θρήνο Της τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες από την Αναγέννηση μέχρι τι μέρες μας. Οι πιο παλιές Pietà βρίσκονται στην Ιταλία και τη Γερμανία και γνωρίζουν πραγματική άνθηση στον 14ο και 15ο αιώνα, για να φτάσουν στην αποθέωση με τη γνωστή σε όλους μας Pietà του Μιχαήλ Αγγέλου, που βρίσκεται στη βασιλική του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό.
Από το Βατικανό στη Φλωρεντία
Ο Μιχαήλ Άγγελος είναι μόλις 25 ετών, το 1499, όταν ο Γάλλος καρδινάλιος Jean Bilieres de Lagraulas τού ζήτησε να φιλοτεχνήσει μια pietà για την εκκλησία του Αγίου Πέτρου. Είναι το πρώτο του γλυπτό της Mater dolorosa, για το οποίο λένε πως αφιέρωσε δύο ολόκληρα χρόνια από τη ζωή του. Ο καρδινάλιος του ζήτησε να βάλει όλη την τέχνη του για να γίνει «το ωραιότερο μαρμάρινο γλυπτό που θα μπορούσε να δει κανείς στη Ρώμη, τόσο τέλειο που κανείς άλλος μεγάλος καλλιτέχνης δεν θα μπορούσε να το ξεπεράσει».
Έτσι και έγινε, μόνο που ο καρδινάλιος δεν αξιώθηκε να δει το έργο γιατί πέθανε το 1499! Σε αντίθεση με το μεσαιωνικό πρόσωπο της Παναγίας, κυριολεκτικά σκαμμένο από τον πόνο, ο αναγεννησιακός καλλιτέχνης επιλέγει να αποδώσει ένα πρόσωπο νεανικό στο οποίο διαφαίνεται η ελπίδα της Ανάστασης. Για το παράδοξο του νεαρού της ηλικίας υπάρχουν διάφορες ερμηνείες. Μια απ’ αυτές είναι πως η νιότη της συμβολίζει την αγνότητά της, καθώς ο ίδιος ο καλλιτέχνης φέρεται να είπε στον βιογράφο του Ασκάνιο Κοντίβι (Ascanio Condivi, Vita di Michelagnolo Buonarroti):
Δεν ξέρεις ότι οι αγνές γυναίκες μένουν φρέσκες για πολύ περισσότερο χρόνο από αυτές που δεν είναι αγνές; Πόσο μάλλον στην περίπτωση της Παρθένου, που ποτέ δεν είχε βιώσει το παραμικρό λάγνο πάθος που μπορεί να άλλαζε τοσώματης;
Φιλοτεχνημένη, όπως είπαμε, τον 15ο αιώνα, θεωρείται από τους ειδήμονες το πρώτο μεγάλο γλυπτό μπαρόκ αισθητικής πριν η καλλιτεχνική αυτή έκφραση φτάσει στο απόγειό της έναν αιώνα αργότερα.
Μια άλλη Pietà που αποδίδεται στον μεγάλο αυτόν καλλιτέχνη είναι η περίφημη Pietà di Palestrina (Πιετά Παλεστρίνα) που βρίσκεται σήμερα στη Φλωρεντία (Galleria dell’Accademia) δίπλα από τον Δαβίδ του. Εδώ τα πρόσωπα του δράματος είναι τρία, γιατί μεταξύ μητέρας και γιου παρεμβάλλεται και ο Ιωάννης, στην αγκαλιά του οποίου βρίσκεται το νεκρό σώμα του δασκάλου του, γεγονός που προσδίδει κάτι το «αιρετικό» στο μαρμάρινο αυτό σύμπλεγμα. Πολλοί ισχυρίζονται ότι το έργο είναι μάλλον από χέρι ανώνυμου μαθητή του γλύπτη καθώς προδίδεται από κάποιες ατέλειες στα πόδια του Ιησού. Οι μορφές όμως, έστω και αν είναι από μαθητή, φέρουν τη σφραγίδα του γίγαντα της τέχνης.
Από τη Φλωρεντία στο Μιλάνο
Μια από τις πολλές περιγραφές της άλλης φλωρεντινής Pietà (σύγχρονης περίπου της προηγούμενης), που πολλοί δικαίως άλλωστε ισχυρίζονται πως θα έπρεπε να λέγεται Αποκαθήλωση, μας λέει: Το σώμα υποβαστάζουν η Μαρία Μαγδαληνή από αριστερά και η Παρθένος Μαρία από δεξιά, ενώ πίσω προβάλλει η φιγούρα του Νικόδημου (ή του Ιωσήφ τού από Αριμαθαίας) μυστηριώδης, υπερφυσική και θλιμμένη. Η όλη σύνθεση ξαφνιάζει τον παρατηρητή, με την ελευθερία που δείχνει να έχει πάρει ο καλλιτέχνης στη διαπραγμάτευση των θεμάτων της προοπτικής.
Ο Νικόδημος, στον οποίο ο Μιχαήλ Άγγελος έχει δώσει τα δικά του χαρακτηριστικά, επιβάλλεται με τις διαστάσεις του πάνω στις άλλες φιγούρες του έργου, ενώ η Μαρία Μαγδαληνή χάνεται σχεδόν κάτω από το χέρι του Χριστού. Πρόκειται για την περίφημη Pietà Bandini με τις τέσσερις μορφές που ο Μιχαήλ Άγγελος άρχισε στα εβδομήντα πέντε χρόνια του και απ’ ό,τι φαίνεται την προόριζε για δικό του ταφικό μνημείο. Όπως και να έχει το πράγμα, η μέθεξη αυτή του καλλιτέχνη στη σκηνή του θρήνου καθιστά το έργο όχι μόνο πιο μυστηριώδες αλλά και πιο ανθρώπινο συνάμα καθότι πλανάται η ιδέα του θανάτου, η θλίψη μπροστά στο αναπότρεπτο και η σύνδεσή τους με την ίδια τη θυσία του Χριστού.
Το έργο βρίσκεται σήμερα στο Museo dell’Opera del Duomo ενώ το κύκνειο άσμα του καλλιτέχνη, η Pietà Rondanini (Πιετά Ροντανίνι, από τη συλλογή του μαρκήσιου Ροντανίνι), βρίσκεται στο Μιλάνο, στο Castello Sforzesco (Κάστρο των Σφόρτσα). Στο μαρμάρινο έργο, που περιορίζεται όπως και εκείνο της νεότητας (Πιετά του Βατικανού) στις δύο μορφές, βρήκε ο θάνατος τον Μιχαήλ Άγγελο! Ξέρουμε με βεβαιότητα από ένα γράμμα του γλύπτη και ζωγράφου Daniele da Voltera στον Leonardo Buonarroti, ανεψιό του Μιχαήλ Αγγέλου, ότι έξι μέρες πριν από τον θάνατό του, στις 18 Φεβρουαρίου 1564, ο τελευταίος εργαζόταν ακόμη με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει για τον ύστατο αυτόν θρήνο. Βαθύτατα μυστικιστικό, το τελευταίο αυτό έργο φέρνει ακόμη πιο κοντά τον καλλιτέχνη, όπως και τον σημερινό θεατή, με το θείο Πάθος και μαρτυρεί για έναν δημιουργό που έχει πλέον «αρνηθεί τα εγκόσμια και η σκέψη του επικεντρώνεται στο θείο», όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο ιστορικός της τέχνης Antony Blunt. Με την Pietà Rondanini και την εμφανή στροφή του στο γοτθικό ύφος, ο Μιχαήλ Άγγελος αποτυπώνει στο μάρμαρο τον ωραιότερο ίσως θρήνο της Παναγίας.
* Εικάζεται ότι η μορφή του αιγυπτιακού γλυπτού (τερακότα) είναι η Ίσις που θρηνεί τον θάνατο του Όσιρι.
** Το μαρμάρινο γλυπτό του Hippolyte Lefèbvre (1897) μαρτυρεί για τις ομοιότητες του θρήνου της μητέρας στην τέχνη τόσο στη θρησκευτική όσο και στη μυθολογική έμπνευση.