Το Τείχος των δακρύων

Πριν από την καταστροφή του Ναού, και πριν από τα γεγονότα του Βαρχοχέβα το 135 μ.Χ., οι Εβραίοι είχαν διασπορά, διότι είχαν δραστηριότητες που τους είχαν φέρει να εγκατασταθούν στην αρχαία Ελλάδα. Στη Δήλο υπάρχει εβραϊκή εγκατάσταση, στην αρχαία Κόρινθο, στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν Εβραίοι που είχανε εγκατασταθεί στην αρχαιότητα, όπως και στην αρχαία Αίγυπτο. Όμως, τώρα, το 135 μ.Χ., πλέον η διασπορά τους είναι απόλυτη σε μεγάλους αριθμούς και αλλάζει τα δεδομένα. Στη διασπορά τους οι Εβραίοι χάνουν τον Ναό τους και χάνουν και τη δυνατότητα να έχουν τις τελετουργίες που έκαναν.

Έτσι, η λύση την οποία βρίσκουν είναι να δημιουργήσουν χώρους προσευχής, που τους ονόμασαν με ελληνική λέξη, από την ελληνική λέξη «συνάγω», το ονόμασαν «συναγωγή», εκεί που συγκεντρώνεται κάποιος για να προσευχηθεί. Και πλέον δεν έχουν ιερείς, έκτοτε δεν έχουν ιερείς, έχουν όμως ραβίνους (Rabbi), δηλαδή δασκάλους που ξέρουν, τα άτομα, δηλαδή, τα οποία γνωρίζουν σε βάθος την Τορά, το Ταλμούδ, τη Μισνά και μπορούν να καθοδηγούν τους πιστούς στις αναζητήσεις τους τις θρησκευτικές και να τους διδάσκουν την αρχέγονη αυτή θρησκεία των προγόνων τους.

Τώρα, η διασπορά των Εβραίων γίνεται εν πολλοίς μέσα στην ίδια τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χωρίς πρόβλημα, διότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από την ώρα που οι Εβραίοι έχασαν τις εστίες τους και διασπάρθηκαν, δεν ανησυχούν για το γεγονός ότι υπάρχουν μικρές κοινότητες Εβραίων σε διάφορα σημεία της Αυτοκρατορίας. Ανησυχούσαν για τη δράση των Εβραίων, όταν ήταν πολλοί μαζεμένοι στην κοιτίδα τους και επομένως μπορούσαν να είναι επιθετικοί και επικίνδυνοι για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Τώρα δεν ανησυχούν, τους αφήνουν δηλαδή να πράττουν τα της θρησκείας τους, στις μικρές αυτές κοινότητες που βρίσκονται μέσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Έτσι, στο 200 μ.Χ., έχει πια περισσότερους οπαδούς και στο 300 μ.Χ. οι οπαδοί του είναι πλέον αξιοπρόσεκτοι, και βρίσκονται σπαρμένοι στην Εγγύς και Μέση Ανατολή είναι τι συνέβη με τους Εβραίους στη διασπορά τους. Ο ναός του Σολομώντος καταστράφηκε ολοσχερώς —ως φαίνεται— από τα ρωμαϊκά στρατεύματα, έτσι ώστε να μην έχει μείνει τίποτα άλλο από αυτόν, παρά ο τοίχος υποστήριξής του — αυτός είναι το λεγόμενο «Τείχος των δακρύων» που βλέπουμε στις ειδήσεις, εκεί συγκεντρώνονται οι εβραίοι, αν έχετε δει στις ειδήσεις, και προσεύχονται μπροστά σ’ αυτόν τον τοίχο υποστήριξης του ναού του Σολομώντος. Αυτός ο λόφος που βρισκόταν ο ναός του Σολομώντος, είχε την εξής τύχη: ο ναός του Σολομώντος είχε κτιστεί στα Ιεροσόλυμα, σε έναν λόφο των Ιεροσολύμων, όπου σύμφωνα με τις παραδόσεις των Εβραίων είχε γίνει η θυσία του Αβραάμ. Πάνω λοιπόν σ’ αυτόν τον λόφο και σεβόμενο τη διαμόρφωση του λόφου αυτού, είχε κτισθεί ο ναός του Σολομώντος. Όταν καταστράφηκε ο ναός του Σολομώντος, ο λόφος ξαναέμεινε γυμνός, με πάντοτε τον θρύλο ότι εκεί έγινε η θυσία του Αβραάμ. Κυλούνε οι αιώνες στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, σ’ αυτό που σήμερα είναι Σαουδική Αραβία, ένας ντόπιος έμπορος, Άραβας, επικοινωνεί με τον Θεό, ο οποίος του υπαγορεύει μέσω του αγγέλου του —του αρχαγγέλου Γαβριήλ— το Κοράνι, τη θέλησή του δηλαδή, και είναι ιδρυτής νέας θρησκείας. Μιλάμε για τον Μωάμεθ, τον προφήτη Μωάμεθ, που είναι ο ιδρυτής της μουσουλμανικής θρησκείας, στον 7ο αιώνα μ.Χ.

Ο Μωάμεθ στηρίζει τη θρησκεία του πάνω στην Παλαιά Διαθήκη, την οποία τιμά πάρα πολύ. Σχετίζεται με την ιστορία των Εβραίων στο εξής σημείο: ο Μωάμεθ κήρυξε στη Μέκκα, που ήταν η πατρίδα του, εκεί δεν έγινε δεκτός ευμενώς, μετακινήθηκε στη Μεδίνα, το 622 μ.Χ. και απέκτησε πλέον ισχυρό σώμα οπαδών και αυτό ήταν η αρχή της επέκτασης του Ισλάμ. Ο Μωάμεθ διοίκησε τη Μεδίνα και σε κάποια φάση της ζωής του, πριν τον θάνατό του, θέλησε να επισκεφτεί την ιερή πόλη των Ιεροσολύμων, που είναι η πόλη των Εβραίων, των οποίων τη θρησκεία τιμούσε πάρα πολύ ο Μωάμεθ, όπως και τιμά το Ισλάμ εξαιρετικά μέχρι σήμερα. Ο Μωάμεθ επισκέφτηκε τα Ιεροσόλυμα, σύμφωνα με τις ιστορίες του Ισλάμ, και αμέσως πήγε να επισκεφτεί τον λόφο όπου έγινε η θυσία του Αβραάμ. Πήγε, λοιπόν, σ’ αυτόν τον λόφο και προσευχήθηκε με μεγάλο σεβασμό προς τον Θεό.

Αποτέλεσμα ήταν ο Θεός να του κάνει την τιμή να τον φέρει κοντά του, δηλαδή έγινε μια ανάληψη από το σημείο αυτό, προς τα πάνω, άλογα τον μετέφεραν τον Μωάμεθ προς τον Θεό — στο Ισλάμ δηλαδή υπάρχει ανάληψη. Ο Μωάμεθ συνομίλησε με τον Αλλάχ, και επανήλθε όμως σ’ αυτήν την περίπτωση πάλι σε αυτόν τον λόφο. Έτσι, πάνω σ’ αυτόν τον λόφο έγινε ένα απ’ τα μεγάλα θαύματα του Ισλάμ. Στον 7ο αιώνα μ.Χ., μετά τον θάνατο του Προφήτη, οι αραβικές στρατιές, γύρω στο 740 μ.Χ., κατέλαβαν τα Ιεροσόλυμα, γιατί κατέλαβαν όλη την περιοχή γύρω απ’ την Αραβική Χερσόνησο και εξεδίωξαν τους Βυζαντινούς και τους Πέρσες που ήταν εκεί.

Καταλαμβάνοντας τα Ιεροσόλυμα, ήρθε στα χέρια τους η ιερή πόλη των εβραίων και το ιερό σημείο στο οποίο ο Προφήτης είχε προσευχηθεί και αναληφθεί προς τους ουρανούς. Εξ αυτού, πάνω σε αυτόν τον λόφο, έκτισαν ένα καταπληκτικό τέμενος, του Ομάρ. Γιατί εκεί έγινε η θυσία του Αβραάμ. Αυτό το υπέροχο τέμενος και το τέμενος του Αλ-Άκσα, που είναι πάνω στον λόφο αυτό, τον ιερό λόφο των Ιεροσολύμων, σκεπάζονται οι θόλοι τους με χρυσό. Και γι’ αυτό όταν κανείς προσεγγίζει, έκτοτε, από τον 8ο αιώνα και μετά, την πόλη των Ιεροσολύμων, από μακριά, εκείνο το οποίο βλέπει να αντανακλάται στον ορίζοντα, είναι ο λόφος αυτός με τα υπέροχα αυτά μνημεία των μουσουλμάνων.

Πρέπει να πούμε στο σημείο αυτό ότι το Αλ-Άκσα και το τέμενος του Ομάρ είναι τα τρίτα πιο ιερά σημεία του Ισλάμ, με πρώτο τη Μέκκα, τη Μεδίνα και τα Ιεροσόλυμα με τα μνημεία αυτά, πάνω στον λόφο της θυσίας του Αβραάμ. Πλέον πάνω σ’ αυτόν τον λόφο, το Ισλάμ έχει κτίσει αυτά τα ιερά του μνημεία και επομένως, οι εβραίοι θρηνούν το γεγονός ότι δεν μπορούν να ξαναχτίσουν τον ναό τους. Μάλιστα, έχοντας αποκτήσει ξανά τη γη του Ισραήλ, και κράτος, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά το 1947, θα ήθελαν πολύ —προφανώς— να ξαναχτίσουν τον ναό του Σολομώντος, αλλά δεν μπορούν να το κάνουν, διότι πλέον οι μουσουλμάνοι έχουν κτίσει εκεί αυτά τα ιερά κτίσματα.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis «Παγκόσμια ιστορία: ο άνθρωπος απέναντι στο θείο» με διδάσκουσα τη Μαρία Ευθυμίου.
Σύνδεσμος: https://mathesis.cup.gr/assets/courseware/65f72d2528e1f3ff6c85ca58b88ea4a8/asset-v1:History+Hist3.2+2017_T2+type@asset+block/WH2_Week2.pdf

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Ροτόντα, Θεσσαλονίκη

Η Ροτόντα, ή αλλιώς ναός των Ασωμάτων Δυνάμεων και Αρχαγγέλων ή Αγίου Γεωργίου, όπως επικρατεί, βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης και αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα ρωμαϊκά πολυπολιτισμικά μνημεία στην Ελλάδα και το αρχαιότερο. Μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό στα τέλη του 4ου αιώνα από τους Ρωμαίους και συγκεκριμένα από τον Γαλέριο. Χάρη στην Ρωμαϊκή Τετραρχία, δημιουργώντας νέα μορφή πολιτικής διακυβέρνησης, οι διοικητικές ανάγκες του νέου συστήματος τον οδήγησαν στην διαταγή κατασκευής ενός εκτεταμένου ανακτορικού συγκροτήματος στην Θεσσαλονίκη.

Διακοσμήθηκε περίτεχνα με παλαιο-χριστιανικά μωσαϊκά και απεικονίσεις αγίων και μαρτύρων σε καμάρες κογχών, τοξωτά ανοίγματα φεγγιτών και τον μεγάλο θόλο, καθώς ήταν ένα από τα σπουδαιότερα διοικητικά και οικονομικά κέντρα. Πιστεύεται πως χτίστηκε ως μαυσωλείο του Γαλέριου ή ότι αρχικός σκοπός ήταν η χρήση του ως βαπτιστήριο των πιστών Χριστιανών της Θεσσαλονίκης.

Η Ροτόντα ως κατασκευή είναι μοναδική στον Ελλαδικό χώρο διότι η κυκλική μορφή της παραπέμπει και ακολουθεί ακριβώς την τεχνοτροπία του Πάνθεον στη Ρώμη. Συνδεόταν με την αψίδα του Γαλερίου (Καμάρα) μέσω μιας πομπικής οδού με κιονοστοιχίες εκατέρωθεν, που κατέληγε στο κυρίως Ανακτορικό συγκρότημα και απλώνεται στη νότια πλευρά της Ροτόντας στην οδό Δημητρίου Γούναρη προς τη θάλασσα.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ
Ροτόντα ονομάστηκε από το κυκλικό της σχήμα. Το σημερινό της όνομα είναι «ναός Αγίου Γεωργίου», που το έλαβε από το όνομα του γειτονικού ναΐσκου μετά την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912. Σ’ αυτό μεταφέρθηκαν τα ιερά σκεύη και οι φορητές εικόνες. «Με την αλλαγή αυτή ξεχάστηκε η παλιά ονομασία του μεγάλου ναού». Η σημερινή μορφή της είναι τρίκλιτη βασιλική, που ανήκει στη μονή του Αγίου Γρηγορίου του Αγίου Όρους που ολοκληρώθηκε το 1815.

Παρά το γεγονός ότι υπήρξε Χριστιανικός ναός για περισσότερα από 1200 χρόνια και μητρόπολη της Θεσσαλονίκης από το 1524 έως το 1591, μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους το 1591 μετατράπηκε σε τζαμί από τον Σεΐχη Σουλεϊμάν Χορτατζή Εφέντη κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας. Ξανάγινε εκκλησία, στέγη αρχαιολογικών γλυπτών, με κάποιους ερευνητές να τον ταυτίζουν με τον ναό των Ασωμάτων Δυνάμεων που αναφέρουν οι βυζαντινές πηγές. Τότε ήταν που έγιναν στο μνημείο ορισμένες μετασκευές, αναγκαίες για τη νέα λατρεία. Διανοίχθηκε και διευρύνθηκε η ανατολική κόγχη και κατασκευάστηκε το ιερό βήμα με ημικυκλική αψίδα στα ανατολικά. Στη δυτική κόγχη διαμορφώθηκε νέα είσοδος με νάρθηκα και προστέθηκε πρόπυλο με δύο παρεκκλήσια, που δεν σώζονται. Η αψίδα ενισχύθηκε εξωτερικά με τοίχο και διακοσμήθηκε με την τοιχογραφία της Αναλήψεως.

Με τον μεγάλο σεισμό του 1978 προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές και προβλήματα στατικότητας. Ακολούθησε ένα πολύπλευρο, πολυδάπανο και πολύχρονο πρόγραμμα στερέωσης, συντήρησης και αποκατάστασης από την ελληνική πολιτεία με φορέα το υπουργείο Πολιτισμού, που απέδωσε το μνημείο ασφαλές και λαμπρό στο ελληνικό και παγκόσμιο επιστημονικό και περιηγητικό κοινό. Μετά την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, το 1912, αφιερώθηκε στον Άγιο Γεώργιο.

Πρόκειται για ένα θολωτό κυκλικό πλινθόκτιστο κτίσμα. Η διάμετρος του είναι 24,50 μέτρα και το ύψος περίπου 30. Εσωτερικά στο πάχος των τοίχων, 6,30 μέτρων, ανοίγονται οκτώ καμαροσκέπαστες κόγχες. Πάνω από αυτές υπάρχουν μεγάλα παράθυρα με τοξωτές απολήξεις και, στα ενδιάμεσα, μια ακόμη σειρά από μικρότερα. Το οικοδόμημα είναι καλυμμένο με μεγάλο ημισφαιρικό τρούλο, στην κορυφή του οποίου υπήρχε οπαίο, για να διαχέεται στο εσωτερικό το φως της ημέρας. Τον τρούλο κρύβει εξωτερικά ο υπερυψωμένος περιμετρικός τοίχος, που κλείνει με ξύλινη κεραμοσκεπή. Η είσοδος του μνημείου -στην αρχική κατασκευή- ήταν από τα νοτιοδυτικά, όπου υπάρχει ένα πρόπυλο και όπου κατέληγε η «πομπική οδός». Στην ανατολική πλευρά αρχικά γκρεμίστηκε ο κυλινδρικός τοίχος, ώστε να χτιστεί ορθογώνιος χώρος που θα φιλοξενούσε το ιερό βήμα του ναού, το οποίο έπειτα ξαναχτίστηκε χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά εξωτερικά αντερείσματα για την στήριξή του, ενώ διανοίχτηκε είσοδος με νάρθηκα, στην δυτική πλευρά του κτιρίου όπως συνηθίζεται στους χριστιανικούς ναούς. Χτίστηκαν ακόμη δυο παρεκκλήσια στον περίβολο, ένα κυκλικό ανατολικά και ένα οκταγωνικό δυτικά. Έξω από το νότιο πρόπυλο του μνημείου έχει εντοπιστεί η βάση του μαρμάρινου μονολιθικού άμβωνα, ο οποίος σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης.

ΝΑΟΣ Ή ΜΟΥΣΕΙΟ;
Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, η τοπική Μητρόπολη επιθυμούσε διακαώς η Ροτόντα να υπαχθεί αποκλειστικά στη χριστιανική λατρεία. Μάλιστα από το 1912 ως το 1920 το μνημείο χρησιμοποιήθηκε ως χριστανικός ναός. Μετά το 1918 όμως άρχισαν αρχαιολογικές ανασκαφές στο μνημείο, πρώτα από τον Εμπράρ και αργότερα από τον Δανό αρχαιολόγο και αρχιτέκτονα Ντίγκβε. Συχνά γίνονταν κάποιες θρησκευτικές τελετές, όπως στη γιορτή των Τριών Ιεραρχών, με τη συμμετοχή και της πανεπιστημιακής κοινότητας της πόλης. Ο κόσμος που συχνάζει στα περισσότερα από αυτά είναι φοιτητές καθώς η όλη περιοχή βρίσκεται πάρα πολύ κοντά στο Α.Π.Θ. και σφύζει από ζωή.

ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΜΝΗΜΕΙΟ
Το μνημείο φέρει διττό χαρακτήρα, μουσειακό και λατρευτικό και παράλληλα αποκαθιστά ιστορικά στοιχεία, όπως ο σταυρός που υπήρχε από την απελευθέρωση της πόλης ως το σεισμό του 1978. Έτσι, προβάλλεται η διαχρονική, διαθρησκευτική και διαπολιτισμική πορεία του με τις τρεις φάσεις του, που είναι αποτυπωμένες στο διάσημο οικοδόμημα, την αρχαιότητα, τον χριστιανισμό και το μουσουλμανισμό.

ΣΗΜΕΡΑ
Η Ροτόντα λειτουργεί σήμερα ως επισκέψιμο μνημείο, Μουσείο. Ο έφορος της νέας Εφορείας Πόλης Σταμάτης Χονδρογιάννης σχεδιάζει σειρά δράσεων με σεβασμό στον διττό χαρακτήρα της. Παραδίδει το μνημείο στην πολιτιστική ζωή της πόλης, ενώ ταυτόχρονα προσθέτει μία επιπλέον λειτουργία και επανατοποθετεί τον σταυρό (με έγκριση του ΚΑΣ) στην κορυφή της στέγης που υπήρχε από την απελευθέρωση έως τη δεκαετία του ’50, για να τονίσει τη διαχρονική και διαπολιτισμική ιερότητα του μνημείου στη διάρκεια των 1.700 χρόνων της ζωής του από τον αρχαίο, τον χριστιανικό και μουσουλμανικό κόσμο.

Από το 1988 ανήκει στα μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Στις 18 Δεκεμβρίου 2015 η Ροτόντα μετά από τις εργασίες αποκατάστασης άνοιξε τις πύλες της στο κοινό και ξαναβρήκε τη θέση της στην πολιτιστική κληρονομιά της Θεσσαλονίκης. Είναι ίσως το μοναδικό μνημείο στον κόσμο που υπήρξε στην πορεία των αιώνων ναός των τριών μεγάλων θρησκειών, του αρχαίου Δωδεκάθεου, του Χριστιανισμού και του Μωαμεθανισμού, και σηματοδοτεί το μεταίχμιο ανάμεσα στον ειδωλολατρικό και το χριστιανικό κόσμο.

ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 2310 204868
Δευτέρα έως Κυριακή 8:00-20:00, Τρίτη κλειστά

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ