«Μεγαλώνοντας ένα παιδί με αυτισμό»: Μητέρα παράδειγμα προς μίμηση δημοσιεύει όσα ζει με τον αυτιστικό γιο της

Πρόκειται για το βιβλίο, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μεγαλώνοντας ένα αυτιστικό παιδί». Το προαναφερθέν βιβλίο βασίστηκε στη σελίδα «Η ζωή μου με τον Γιάννη». Μάλιστα, θα κυκλοφορήσει εντός των ημερών που ακολουθεί. Τα τελευταία τρία χρόνια, η μητέρα του Γιάννη προσπαθεί να μιλήσει για τον αυτισμό. Όλα άρχισαν, με την πρώτη της συνέντευξη. Η απήχηση που είχε τη βοήθησε στη σελίδα της στο Facebook. Μια σελίδα που μετρά σήμερα πάνω από 90.000 ακόλουθους.

Στο ίδιο διάστημα, άρχισε να τρέχει συστηματικά Μαραθώνιο για να κοινωνήσει το πρόβλημα του αυτισμού, εντός και εκτός Ελλάδας. Γιατί Μαραθώνιος είναι κι η ζωή της Άδας με τον Γιάννη. Κάθε μέρα, κι ένα βήμα μπροστά, κάθε μέρα και μια νίκη για τον Γιάννη, για όλους μας. Και ο αθλητισμός στάθηκε και στέκεται αρωγός στον αγώνα της. Η αλήθεια είναι η δύναμη της Αδας. Η παραδοχή της πραγματικότητας και η διαχείρισή της, με ειλικρίνεια, είναι η δύναμή της.

Τίποτα δεν κρύβει από τις σελίδες του βιβλίου της: Το προσωπικό και οικογενειακό γίνεται δημόσιο γιατί μόνον έτσι μπορεί να πάρει τις διαστάσεις του μέσα στην κοινωνία. Απλά αλλά από καρδιάς, η μάνα γίνεται συγγραφέας της ζωής της. «Δεν είχα σκεφτεί καθόλου να γράψω βιβλίο. Τον περασμένο Οκτώβριο με προσέγγισαν δύο νέοι άνθρωποι που έχουν τον εκδοτικό οίκο Memento, και μου το πρότειναν. Η μεγάλη τους αγάπη για το βιβλίο, την προστασία του συγγραφέα και όχι την εμπορικότητα, με έπεισαν κι έτσι συμφώνησα. Εξαιτίας τους βγαίνει τώρα το βιβλίο. Ως τότε εγώ είχα γράψει δύο-τρία κείμενα, αλλά για μένα, σαν ψυχοθεραπεία.

Γίνεται να γράψεις κηδεία χωρίς θάνατο

Δεν είμαι συγγραφέας γι΄αυτό και η πρώτη μου αντίδραση στο άκουσμα του βιβλίου ήταν να βάλω τα γέλια. Ακόμα έχω αμφιβολίες -νοιώθω σαν να πηγαίνω πέμπτη δημοτικού και να γράφω έκθεση για το πως πέρασα το Πάσχα στο χωριό με τον παππού και την γιαγιά… Οι εκδότες μου επιμένουν ότι ακριβώς αυτός ο τρόπος είναι που τους ενδιαφέρει, ειδικά γιατί καταπιάνομαι με τα Α.με.Α και τους αυτιστικούς. Αυτή η ωμή αλήθεια. Γιατί ο κόσμος έχει ανάγκη να ακούσει την αλήθεια που συμβαίνει μέσα σε ένα σπίτι, σαν πραγματικότητα, όχι με κακομοίρικο τρόπο και διάθεση.

Ξεκίνησα να γράφω τον Δεκέμβριο του 2019 και το τέλειωσα μέσα σε τέσσερις μήνες, γιατί πολύ απλά το είχα όλο μέσα μου. Ήξερα εξαρχής πώς θα το ξεκινήσω, πού θα το πάω και πώς θα το τελειώσω. Το μοναδικό κεφάλαιο που προστέθηκε είναι αυτό του Εγκλεισμού, τώρα με τον Κορωνοϊό. Η γραφή έβγαινε μονορούφι αλλά γινόταν πολύ δύσκολο για μένα όταν έπρεπε να το ξανακοιτάξω, να ξαναδώ τα κείμενα, γιατί δεν ήθελα. Πως να γράψεις για μια κηδεία χωρίς θάνατο;

2020-04-20T09:11:36

Τα κεφάλαια που αναφέρομαι στην διάγνωση ήταν τα πιο δύσκολα. Σκέφτομαι ότι θα το διαβάσουν γονείς με το ίδιο πρόβλημα και δεν θέλω να τους φέρω σε απόγνωση. Γιατί το βιβλίο μου ξεκινάει από την διάγνωση και λέω πράγματα που δεν έχω πει ποτέ. Μιλάω πρώτη φορά για την αδελφή του Γιάννη, χωρίς να αποκαλύπτω το όνομά της. Αναφέρομαι όμως σε εκείνη για να μιλήσω για τα αδέλφια των αυτιστικών, πόσο σκληρή είναι η κατάσταση μέσα στο σπίτι και πώς τελικά τα καταφέραμε –γιατί έτσι πιστεύω. Μου έδωσε την συγκατάθεσή της, όπως και ο πατέρας του Γιάννη. Μαζί διαλέξαμε και τις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο.

Τα παζάρια του ανθρώπου είναι πρωτοφανή πάνω στην απελπισία

Κι αυτή είναι μια νίκη μου. Ξέρεις, δεν είπα ποτέ στην αδελφή του, και το γράφω αυτό μέσα στο βιβλίο, ότι “πρέπει” να αγαπάς τον Γιάννη. Δεν πρέπει. Αγαπάμε μόνον αν θέλουμε. Οπότε ναι, ήταν μια νίκη, μια νίκη αναγνώρισης ότι όντως προσπαθώ για κάτι καλό και ότι δεν εκθέτω την ζωή μας για το τίποτα. Ό,τι, το κάνω για να πάμε όλοι, ο κόσμος και συγκεκριμένα η Ελλάδα, ένα βήμα μπροστά.

Όταν έχεις ένα πρόβλημα, μόνον αν το επικοινωνήσεις έχεις πιθανότητα να το βάλεις στον δρόμο της λύσης. Εγώ δεν το επικοινώνησα μόνον, το ανέδειξα, λέγοντας ότι μπορώ να είμαι μητέρα ενός πολύ βαριά αυτιστικού, κλεισμένη μέσα στο σπίτι, αλλά συγχρόνως μπορώ και να κάνω όλα τα υπόλοιπα που κάνει μια γυναίκα στην δική μου ηλικία. Και να βγω, και να ερωτευτώ, και να λείψω ένα σαββατοκύριακο… Εννοείται ότι κάθε τι που κάνω απαιτεί μια τεράστια χορογραφία και προετοιμασία τουλάχιστον ενός 24ωρου. Δεν κλείνω την πόρτα και φεύγω.
Ναι, μου συνέβη κάτι κακό. Είμαι χάλια. Εννοείται ότι είμαι χάλια, χάλια μαύρα, αλλά το προσπαθώ, δεν κλαίγομαι. Αυτό έγινε. Όλο το άλλο όμως, είναι επιλογή σου. Κι η δική μου επιλογή είναι να προσπαθώ, όσο μπορώ, να ζήσω φυσιολογικά με το πρόβλημα που έχω μέσα στο σπίτι. Το βιβλίο μου, που σύντομα θα μεταφραστεί και στα αγγλικά, θα έλεγα ότι είναι ένα βοήθημα, ένα εγχειρίδιο επιβίωσης».

«Στη ζωή μου μ’ έχουν σημαδέψει δύο σχήματα. Η γραμμή ζικ-ζακ και ο κύκλος. Έχω βασίσει όλη μου τη ζωή σ’ αυτά τα δύο σχήματα. Τον κύκλο τον ανέφερε σε κάποια στιγμή της ζωής μου μια δασκάλα μπαλέτου. Έχω σπουδάσει κλασικό χορό, οπότε πολλά σημεία στον χαρακτήρα μου οφείλονται στην εκπαίδευσή μου σ’ αυτόν το χώρο. Μας είχε πει λοιπόν ότι για να πετύχει η παράσταση χορού θα έπρεπε όλοι μας ξεχωριστά να κοιτάμε να κάνουμε το κυκλάκι μας σωστά.

Εννοούσε ότι ο καθένας μας είχε να κάνει μια συγκεκριμένη χορογραφία. Κάποια βήματα. Αυτή ήταν η δουλειά του. Το δικό του «κυκλάκι» ήταν η δική του δουλίτσα, την οποία έπρεπε να φέρει σε πέρας. Αν τα κυκλάκια μας τα κάναμε όλοι σωστά, τότε η τελική χορογραφία και παράσταση θα έβγαινε καλή. «Κοίτα το κυκλάκι σου» φώναζε με βουλγαρική προφορά, ήταν από τη Βουλγαρία η δασκάλα μου βλέπετε. Έτσι, όλη μου τη ζωή κοίταξα να κάνω σωστά τη δουλειά που είχα, όποια κι αν ήταν αυτή σε κάθε στιγμή της ζωής μου.

Το κυκλάκι μου μόνο, ώστε μελλοντικά το σχέδιο που είχα να έρθει εκεί που το ήθελα: στον μεγαλύτερο τέλειο κύκλο. Το ζικ-ζακ μού το είπε ο πρώτος παιδοψυχίατρος που διέγνωσε τον Γιάννη, τον γιο μου, με αυτισμό. Μου ανακοίνωσε καθισμένος σ’ ένα γωνιακό ιατρείο: «Είναι αυτιστικός. Ο αυτισμός, φαντάσου, είναι σαν γραμμή ζικ-ζακ. Αν φροντίσεις τον αυτισμό του, η γραμμή θα έχει τα πάνω της και τα κάτω της, αλλά γενικά θα είναι ανοδική». Δεν κατάλαβα τίποτα, εννοείται.

«Το χαρτί δεν τελειώνει. Ούτε τα μολύβια. Ούτε η δουλίτσα μου»

Νομίζω κουφάθηκα στη φράση «είναι αυτιστικός». Από αυτό το σημείο κι έπειτα, όλα ένιωσα ότι συνέβαιναν σε άλλη στρατόσφαιρα. Πέρασα σε άλλη διάσταση. Στη διάσταση Μ. Δ. Μετά τη Διάγνωση δηλαδή. Στην έκτοτε πορεία μου, στη Μετά τη Διάγνωση, προσπάθησα να βάλω τον κύκλο στο ζικ-ζακ. Έκανα δηλαδή τη δουλίτσα μου με τον Γιάννη στο μικρό κυκλάκι μας, ώστε η γραμμή ζικ-ζακ να είναι ανοδική όπως με συμβούλεψε ο γιατρός. Κανείς δεν μου είπε ότι αυτή η γραμμή ζικ-ζακ δεν τελειώνει. Μόνη μου το κατάλαβα.

Εσύ τη ζωγραφίζεις. Ο γονέας του παιδιού με πρόβλημα. Εγώ σαν μητέρα του Γιάννη είμαι φοβερή εργάτης. Δούλευα και δουλεύω ασταμάτητα μαζί του στο κυκλάκι μας ώστε να έχουμε ανοδική πορεία ζικ-ζακ παρά τις σκοτεινές κατρακύλες μας. Αν κοιτάξω τη ζωή μου από ψηλά, θα δω την Προ Διάγνωσης πορεία μου με αραιή συννεφιά, τη βλέπω δηλαδή να υπάρχει από κάτω αλλά όχι και πολύ καθαρά… Σαν να χάθηκε.

Και την Μετά τη Διάγνωση πορεία μου όλο μολυβιές με μικρούς κύκλους σε μια οροσειρά από κορυφές βουνών σαν ζικ- ζακ που άλλες είναι ψηλές και βγαίνουν πάνω από τα σύννεφα και άλλες κορυφές είναι χαμηλές και μαύρες από τη βροχή και την κακοκαιρία… Ακόμα ζωγραφίζω. Με διαβήτη τους κύκλους και με χάρακα τις γραμμές. Το χαρτί δεν τελειώνει. Ούτε τα μολύβια. Ούτε η δουλίτσα μου».

Η διάγνωση του Γιάννη

«Θυμάμαι τον πατέρα του Γιάννη να κλαίει στο πάτωμα στην πόρτα του δωματίου του Γιάννη μόλις τον βάλαμε για ύπνο αλλά δεν θυμάμαι τι λέγαμε ακριβώς. Τον πόνο που νιώθαμε όμως τον νιώθω ακόμα. Όχι ίδιο. Αλλά υπάρχει μέσα σου ο πόνος. Για πάντα. Ριζώνει. Είναι λες και σου κάνανε ένεση με το αντίθετο του αναισθητικού. Αντί να μη νιώθεις πόνο, τον νιώθεις αλλά συνηθίζεις στην αίσθηση του πόνου και δεν σε ενοχλεί. Είναι εκεί. Πονάς συνέχεια. Δεν υπάρχουν διαλείμματα που δεν πονάς ώστε να σου δίνεται η ευκαιρία να καταλάβεις ότι πονάς.

Κάποια στιγμή μας είπαν να κάνουμε ένα ακουόγραμμα μήπως ήταν κωφός και είχε όλα αυτά τα συμπτώματα και θυμάμαι τον πατέρα του Γιάννη να μου λέει «μακάρι να είναι κωφός». Τα παζάρια που είναι διατεθειμένος ο άνθρωπος να κάνει στην απελπισία του είναι πρωτοφανή. Σκέφτεσαι πράγματα που σε άλλη στιγμή ούτε που θα τα σκεφτόσουν αλλά σ’ εκείνες τις φοβερές στιγμές δέχεσαι να κατέβεις κατηγορία στη συμφωνία με το σύμπαν.

Τον ίδιο μήνα που διαγνώστηκε ο Γιάννης με αυτισμό, διαγνώστηκε και η κόρη φίλης μου, ένα χρόνο μικρότερή του, με παιδική λευχαιμία. Θυμάμαι να παρακαλάω από μέσα μου να αλλάξουμε διαγνώσεις. Ήθελα να πάρω τον καρκίνο και να δώσω τον αυτισμό. Ήθελα μια μάχη που να έχω τη δυνατότητα να την κερδίσω. Και με τον καρκίνο είχα ελπίδες. Αντίθετα, με τον αυτισμό ένιωθα απελπιστικά αβοήθητη… Μου φαινόταν μια μάχη χωρίς νίκη. Μετά την επίσημη διάγνωση το σκηνικό που ζούσα στη ειρηνική, ευτυχισμένη λίμνη άλλαξε. Ένιωθα πλέον ότι με πέταξαν στο διάστημα και γυρίζω γύρω- γύρω αιώνια. Χωρίς τελειωμό…».

Πηγή




Time-out:«Μαμά, όταν είμαι θυμωμένη, μη με αφήνεις μόνη με τις μαύρες σκέψεις μου»

«Πήγαινε στο δωμάτιό σου! Να ξανάρθεις όταν θα έχεις ηρεμήσει και θα μπορείς να προσέχεις τι κάνεις!»

Το έχετε πει;

Ή, έχετε ακούσει άλλους γονείς να το λένε;

Έχετε ακούσει να το χρησιμοποιούν σε παιδικούς σταθμούς και νηπιαγωγεία;

Είναι το λεγόμενο time-out και δυστυχώς, συμβαίνει αρκετά συχνά.

Την στιγμή που το παιδί ακούει τη παραπάνω φράση μέσα του σκέφτεται αμέσως:

«Δεν είναι δίκαιο. Και άλλωστε, δεν ξέρω τι να κάνω στο δωμάτιό μου. Δεν είναι καλό να αισθάνομαι έτσι μέσα μου, είμαι κακός».

Παρ’ όλο που το time-out του παιδιού επιτρέπει στον ενήλικο να ηρεμήσει και να αποκτήσει αυτοέλεγχο, τα μέτρα που δημιουργούν απόσταση, και άρα αποκλεισμό, δεν είναι εκπαιδευτικά.

Το παιδί πνιγμένο στα συναισθήματά του δεν μπορεί να συγκεντρωθεί και να σκεφτεί όσα συνέβησαν. Θα ήταν περισσότερο παιδαγωγικό να αναλάβουμε την ευθύνη της ανάγκης μας, λέγοντας:

«Χρειάζομαι μερικά λεπτά στο δωμάτιό μου για να ηρεμήσω, θα μιλήσουμε αργότερα».

Η επιβολή «νεκρού χρόνου» δεν έχει αποτέλεσμα παρά στην εφηβεία, από τα δώδεκα έτη και μετά, όταν το παιδί έχει την ικανότητα να επικεντρωθεί στον εαυτό του, να αναλύσει στη συμπεριφορά του τα αίτια και τις συνέπειές της.

Αν εξακολουθείτε να θέλετε να χρησιμοποιήσετε την τεχνική αυτή, μην ξεχνάτε ότι ακόμη και οι πλέον ένθερμοι υποστηρικτές της δίνουν συγκεκριμένες οδηγίες: όχι περισσότερο από ένα λεπτό για κάθε έτος ηλικίας του παιδιού. Αντίθετα, είναι καλύτερο να χρησιμοποιείται μία λογική συνέπεια, όπως για παράδειγμα να σταματήσουμε το παιχνίδι και να αλληλεπιδράσουμε με ένα παιδί αν η συμπεριφορά του κάνει τη σχέση δυσάρεστη.

Το να κάνουμε το παιδί να σεβαστεί να όριά του, «να, εγώ δεν θέλω να παίξω άλλο», επιτρέπει στο παιδί, λίγο – λίγο, να εσωτερικεύσει τη διάσταση του άλλου.

Επιπλέον, το να στείλουμε το παιδί στο δωμάτιό του μπορεί να έχει ατυχείς δευτερεύουσες συνέπειες όπως για παράδειγμα το να μη φάει μεσημεριανό ή να μη μπορεί να κοιμηθεί το βράδυ.

Έτσι, όταν το παιδί πέσει για ύπνο, είναι πολύ πιθανό να αισθάνεται κάπως έτσι:

«Όταν είμαι θυμωμένη, μη με αφήνεις μόνη μου με τις μαύρες σκέψεις μου. Παρ’ όλο που τις αφήνω στο δωμάτιό μου, τις ξαναβρίσκω την ώρα που πέφτω να κοιμηθώ…

Είχα ανάγκη να με βοηθήσεις, μαμά, να κατανοήσω τι μου συμβαίνει. Κάθισε κοντά μου για να με βοηθήσεις να σου μιλήσω για τις ανησυχίες μου, ώστε να μην μου κάνουν πια κακό…»

Πηγή




«Μαμά έλα»: Η συγκλονιστική εξομολόγηση που εξηγεί γιατί δεν θα πάψουμε ποτέ να τη ζητάμε

Τριακόσια εξήντα πέντε χιλιόμετρα μακριά μένει η μαμά. Τρεις και μισή ώρες με γρήγορο τρένο, τέσσερις ώρες μακριά με το αργό ΚΤΕΛ.  Μένει τριάντα τρία χρόνια μακριά μου. Από τότε που με άφησε στο φοιτητικό διαμέρισμα, με τον χώρο τακτοποιημένο, με ένα λουλουδάτο πάπλωμα στο κρεβάτι, με το ψυγείο γεμάτο και μου είπε: « Τώρα μεγάλωσες, θα είσαι μόνη». Μια αγκαλιά μόνο και μετά έφυγε. Ούτε συγκινήσεις, ούτε περιττά μυξιάσματα.

Εκείνη έμενε στο πατρικό, σταθερά, και εμείς τα παιδιά πηγαινοερχόμασταν πάνω στον χάρτη, σαν πινέζες που τις βάζει και τις βγάζει το χέρι της τύχης. Πότε Θεσσαλονίκη, πότε σε χωριά, πότε σε νησιά, πότε στο εξωτερικό, πότε στην Αθήνα. Χαλαρές κλωστές μας έδεναν με το δικό της καρφί, το ακούνητο, που ήταν στυλωμένο στην πατρίδα. Περνούσαν και μήνες χωρίς να τη δούμε, δεν μας έλειπε, δεν της λείπαμε, άμα έχεις γεμίσει αγάπες όταν πρέπει δεν σου χρειάζονται επαναφορτίσεις.  Σκόρπια τηλεφωνήματα μας έκανε, «μόνο για να δω αν είστε καλά», μας έστελνε δέματα με μαγειρευτά, με σοκολατάκια αμυγδάλου, με αποξηραμένα δαμάσκηνα, με φιστίκια Αιγίνης. Και πάντα ένα σημείωμα στόλιζε τα καλούδια, λιτό- γιατί ανέκαθεν βαριόταν τις πολυλογίες, και τις προφορικές και τις γραπτές: « Σας αγαπώ, η μαμά.»

Μετά ήρθαν νέα γεγονότα, αρραβώνες, γάμοι, γέννες, εγγόνια και το ακούνητο καρφί της έγινε έλασμα, μας έφτανε όπου κι αν ήμασταν. «Μαμά, έλα, έχω επιλόχειο, μαμά, έλα, καυγαδίσαμε, μαμά, έλα, το μωρό δεν κοιμάται ποτέ.» Ερχόταν για να μας μεταγγίσει. Βλέπαμε τα άσπρα της μαλλιά από το θυροτηλέφωνο και, πριν πατήσει το πόδι της στο σπίτι, όλοι οι πόνοι μαλάκωναν και οι έχθρες γινόταν συμμαχίες. Έμενε μέχρι να ισιάσουν τα πράγματα, μέχρι να επουλωθούν οι πληγές, μέχρι να κοιμηθούν τα μωρά, μέχρι να ξεκουραστούν οι ψυχές και τα κορμιά μας. Μετά πάλι έφευγε, αφήνοντας την κουζίνα γυαλισμένη, το ψυγείο ξέχειλο από φαγητό, τις οικογένειες μονταρισμένες. Πάντα έφευγε χωρίς συγκινήσεις, είναι το στιλ της: Μια αγκαλιά και έξω από την πόρτα.

Σε γιορτές, σε διακοπές πηγαίναμε εμείς στο πατρικό, κουνούσαμε τις πινέζες στο χάρτη για να τη φτάσουμε. Και όσο μεγαλώναμε, τόσο πιο συχνά πηγαίναμε να στηριχτούμε στο καρφί της, που φαινόταν πάντα τόσο σίγουρα καρφωμένο στον τοίχο, αήττητο, και έτοιμο να σηκώσει κάθε βάρος. Φέρναμε και τα παιδιά και τους άντρες και τα μπαγκάζια μας και τις έγνοιες μας για τα ξεφορτώσουμε όλα πάνω της. Τριβόμασταν σαν γάτες γύρω της, να αρπάξουμε τη ζεστασιά της.

Τη βρίσκαμε όλο και πιο εύθραυστη, όλο και πιο μεγάλη, όλο και πιο γιαγιά αντί μαμά, και ο πανικός μας τύλιγε: « Τι θα γινόταν αν……;»  Φεύγαμε, μια αγκαλιά και έξω από την πόρτα, δεν μας έλειπε, δεν της λείπαμε στα ενδιάμεσα, οι καλοί αιμοδότες δεν αφήνουν ελλείμματα.

Πριν λίγο καιρό της τηλεφώνησα: «Μαμά, αρρώστησα» και, πριν κλείσω το ακουστικό, είδα τα μαλλιά της στην οθόνη του θυροτηλέφωνου, άσπρα, αχτένιστα, ορθωμένα από την αγωνία. Μπήκε και το σπίτι γέμισε φως και νιάτα, είχε περίεργα νεανική όψη, πάντα γεννούσε αντοχές όταν η ανάγκη το απαιτούσε. Έπιασε το χέρι μου για δύο μήνες, χωρίς συγκινήσεις και κλάματα, δεν είναι του στιλ της αυτά. Έστησε το σκηνικό της. Τρυφερό, γλυκό, χουχουλιάρικο και ταυτόχρονα συμπαγές, ένα κουκούλι απαλό με τσόφλι σκληρό απέξω- δεν ξέρω πως τα καταφέρνει…

Κρεμαστήκαμε πέντε άτομα από πάνω της, περιμέναμε την ενορχήστρωση, περιμέναμε τον λοχία να βάλει τάξη στον πληγωμένο λόχο. Τη βλέπαμε να κινείται, αργά και ταυτόχρονα γρήγορα, να προλαβαίνει τα πάντα χωρίς ποτέ να βιάζεται, να τρέχει χωρίς καν να κουνιούνται τα πόδια της. Τα εγγόνια ξελογιάστηκαν ξανά, εγώ κρατούσα την ουρά της και την ακολουθούσα, σαν ζαλισμένο παπί που πατάει μόνο στα βήματα της μάνας του. Ούτε συγκινήσεις, ούτε μυξιασμένα κλάματα. Η τηλεόραση στο φουλ, η κουζίνα στο φουλ, φαγητά που μοσχομύριζαν και υπόσχονταν πως όλα θα πάνε καλά, γλυκά που ξέπλεναν την πίκρα μου, πλύσιμο και σιδέρωμα που σήκωναν μοσχομύριστους ατμούς, τραγούδια και νανουρίσματα στα παιδιά, πριν κοιμηθούν, κι ας μην είναι πια μωρά:

«Θάλασσα πλατιά, σε αγαπώ γιατί μου μοιάζεις….».

Φορούσε δύο μήνες την ίδια πλεκτή ζακέτα, πάνω από τα κοντομάνικά της, και πότε την έσφιγγε πάνω της κοκέτικα και θηλυκά ( « Ψυχρούλα κάνει…») και πότε την έριχνε σαν κάπα στους ώμους, φτυστή ο Αστραπόγιαννος. Την κοιτούσα. Καθόταν ήρεμη και στιβαρή, έπινε με μικρές γουλιές τον τούρκικο, δεν την ένοιαζε η ώρα που περνούσε στα ρολόγια, πάντα έδειχνε εμπιστοσύνη στη ζωή, πάντα περίμενε, σαν τη Σκάρλετ, την επόμενη λαμπρή μέρα.

Με έκανε καλά και έφυγε, αυτή τη φορά ο αποχωρισμός ήταν πιο δύσκολος, γερνάμε και οι δυο και αλλάζουμε το στιλ μας. Υπήρξαν κλάματα και ατέλειωτες αγκαλιές, πολλές, βαριές συγκινήσεις.

Αλλά και πάλι είπε: « Τώρα θα είσαι μόνη σου, πρόσεχε, λοιπόν, τον εαυτό σου».

Την κατάπιε το ταξί, εξαφανίστηκε, έμεινε πίσω η ζακέτα της άδεια.

Γιώτα Στεφάνου “Η Ζακέτα”

Πηγή




Η σκοτεινή ιστορία πίσω από την γιορτή της μητέρας

Με την Ημέρα της Μητέρας να κλείνει φέτος τα 105 χρόνια από την πρώτη φορά του εορτασμού της, η γιορτή παραμένει κυρίως γνωστή ως μια αφορμή για δώρα, εκδηλώσεις αγάπης και συναισθηματικά ξεσπάσματα. Η αλήθεια όμως είναι πως η γιορτή αυτή έχει πολύ πιο μελαγχολικές ρίζες.

Ξεκίνησε σαν μέρα μνήμης και πένθους των γυναικών που είχαν χάσει τα παιδιά τους στο πόλεμο και υπενθύμιζε πως υπήρχε πολύ και σκληρή δουλειά να γίνει για την ειρήνη. Όταν η επέτειος άρχισε να παίρνει εμπορικό χαρακτήρα, η μεγαλύτερη υποστηρίκτριά της Αnna Jarvis, έκανε τα πάντα για να το πολεμήσει καταλήγοντας να πεθάνει μόνη και απένταρη σε ένα σανατόριο.

Όλα ξεκίνησαν στη δεκαετία του 1850, όταν η μητέρα της Anna ξεκίνησε μαζί με άλλες γυναίκες της δυτικής Βιρτζίνια να διοργανώνει ομάδες εθελοντισμού.  Η πρώτη «Ημέρα της Μητέρας» ήταν αφιερωμένη στη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και την προσπάθεια μείωσης της βρεφικής θνησιμότητας με την καταπολέμηση των ασθενειών και τον περιορισμό της μόλυνσης του γάλακτος. Σύμφωνα με την ιστορικό Katharine Antolini του Wesleyan College οι γυναίκες φρόντιζαν και τους τραυματισμένους στρατιώτες και από τα δύο μέτωπα του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου (1861-1865) .

Στα μεταπολεμικά χρόνια η Jarvis και οι υπόλοιπες γυναίκες οργάνωναν πικνίκ ‘Φιλίας’ και συμβολικές εκδηλώσεις με μηνύματα γύρω από την ειρήνη και τη συμφιλίωση των δύο πλευρών.  Περίπου εκείνη την εποχή η Julia Ward Howe, γνωστή για τη σύνθεση του » Ύμνου μάχης για τη Δημοκρατία » συνέταξε τη Διακήρυξη για τη Γιορτή της Μητέρας καλώντας τις γυναίκες να αναλάβουν ενεργό πολιτικό ρόλο στην προώθηση της ειρήνης.   Όμως κυρίως υπεύθυνη για αυτό που ονομάζουμε σήμερα «Ημέρα της Μητέρας» ήταν η κόρη της, Anna– η οποία θα περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μετέπειτα ζωής της αγωνιζόμενη ενάντια σε αυτό που τελικά κατέληξε να είναι.

H Anna ποτέ δεν απέκτησε δικά της παιδιά, αλλά ο θάνατος της μητέρας της το 1905 την ενέπνευσε να οργανώσει τους πρώτους εορτασμούς της Μέρας της Μητέρας το 1908. Στις 10 Μαΐου εκείνης της χρονιάς, οικογένειες συγκεντρώθηκαν σε εκδηλώσεις στη γενέτειρα της Jarvis στο Grafton της West Virginia – μια εκκλησία που τώρα έχει μετονομαστεί σε Διεθνή Βωμό της Ημέρας της Γυναίκας – καθώς και στη Φιλαδέλφεια, όπου η Jarvis ζούσε εκείνη την εποχή, και σε πολλές άλλες πόλεις.  Σε μεγάλο βαθμό κυρίως μέσω των προσπαθειών της Jarvis η Ημέρα της Μητέρας άρχισε να γιορτάζεται σε περισσότερες πόλεις, μέχρι που ο πρόεδρος των ΗΠΑ Woodrow Wilson το 1914 καθιέρωσε επίσημα την δεύτερη Κυριακή του Μαΐου.

«Για την Jarvis ήταν η μέρα που πήγαινες σπίτι για να περάσεις χρόνο με τη μητέρα σου και να την ευχαριστήσεις για όσα έκανε», έγραψε η Wesleyan Antolini από τη Δυτική Βιρτζίνια στη διδακτορική της διατριβή με τίτλο «Γιορτάζοντας τη Μητρότητα: η Anna Jarvis και η υπεράσπιση της Ημέρας της Μητέρας της».  «Δεν έγινε για να εορταστούν όλες οι μητέρες. Ήταν για να εορταστεί η καλύτερη μητέρα που έχετε γνωρίσει ποτέ – η δική σου μητέρα – ως γιος ή ως κόρη.» Γι’ αυτό η Jarvis επέμενε στον ενικό αριθμό «Mother’s Day» και όχι στον πληθυντικό «Mothers’ Day», εξηγεί η Antolini.  Όμως η επιτυχία της Jarvis σύντομα μετατράπηκε σε αποτυχία, τουλάχιστον στα δικά της μάτια.   Η αρχική ιδέα της Anna Jarvis σύντομα μετατράπηκε σε χρυσωρυχείο για το εμπόριο, με επίκεντρο την αγορά λουλουδιών, γλυκισμάτων και ευχετήριων καρτών – μια εξέλιξη που ενόχλησε την Jarvis βαθιά. Έβαλε στόχο να αφιερώσει την αρκετά μεγάλη κληρονομιά της για να επιστρέψει τη Ημέρα της Μητέρας στις αρχικές της ρίζες. Ενσωματώθηκε στην Παγκόσμια Ένωση της Ημέρας της Μητέρας και προσπάθησε να ανακτήσει κάποιο έλεγχο της γιορτής.

Οργάνωσε μποϊκοτάζ, απείλησε με μηνύσεις, επιτέθηκε ακόμα και στην Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, Eleanor Roosevelt, επειδή χρησιμοποίησε την Ημέρα της Μητέρας για να αντλήσει κεφάλαια για φιλανθρωπίες.  «Το 1923 εισέβαλε σε ένα συνέδριο εμπόρων ζαχαροπλαστικής στη Φιλαδέλφεια», είπε η Antolini. Μια παρόμοια διαμαρτυρία συνέβη δύο χρόνια αργότερα. «Οι Μητέρες του Αμερικανικού Πολέμου», μια οργάνωση που υπάρχει ακόμα, χρησιμοποίησαν την Ημέρα της Μητέρας για να συγκεντρώσουν κεφάλαιο και κάθε χρόνο πουλούσαν γαρίφαλα. Η Anna αγανακτούσε, οπότε το 1925 εισέβαλε σε ένα συνέδριο που έγινε στη Φιλαδέλφεια και τελικά συνελήφθη για διατάραξη της κοινής ησυχίας.»

Οι πυρετώδεις προσπάθειες της Jarvis συνεχίστηκαν τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 1940

Το 1948 πέθανε σε ηλικία 84 ετών σε ένα σανατόριο της Φιλαδέλφεια.  «Αυτή η γυναίκα, που πέθανε απένταρη σε ένα σανατόριο σε κατάσταση άνοιας, ήταν μια γυναίκα που θα μπορούσε να είχε ωφεληθεί από την Ημέρα της Γυναίκας, αν το ήθελε», είπε η Antolini. «Αλλά εναντιώθηκε σε όσους το έκαναν, και αυτό της κόστισε τα πάντα, οικονομικά και σωματικά.» Σήμερα, φυσικά, η Ημέρα της Μητέρας συνεχίζει να είναι μια ημέρα καταναλωτισμού. Σύμφωνα με την Εθνική Ομοσπονδία Λιανικού Εμπορίου οι Αμερικάνοι θα ξοδέψουν κατά μέσο όρο 168,94 δολάρια. Οι συνολικές δαπάνες αναμένεται να φτάσουν τα 19.9 δισεκατομμύρια δολάρια.

Πηγή




Χρόνια πολλά (με ένα συγκινητικό βίντεο) σε όλες τις μανούλες του κόσμου.

Από όλους εμάς στο CityVibes.gr, ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλες τις μανούλες του κόσμου.




«Μαμά», η ομορφότερη λέξη ολόκληρου του κόσμου!

Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά… Δεν είναι απλά η πιο γλυκιά και όμορφη λέξη του κόσμου, αλλά και η λέξη που το άκουσμά της σε γεμίζει τρυφερότητα και ασφάλεια. Η ευτυχία του να φωνάζεις ή να σε φωνάζει κάποιος «μαμά» δεν περιγράφεται με λόγια και ποτέ κανείς δεν αμφισβήτησε την υπεροχή της περιπέτειας που λέγεται «μητρότητα».

Εξάλλου, ό,τι κι αν συμβαίνει στη ζωή μας, το «μαμά» είναι η πρώτη λέξη που μας έρχεται στο μυαλό!

«Μαμά» φωνάζεις όταν τα πράγματα πάνε στραβά… Ό,τι κι αν συμβεί, όσο χρονών και να’ σαι, η πρώτη λέξη που θα σου έρθει στο μυαλό όταν αντιμετωπίσεις κατι δύσκολο είναι το μαμά. Εκείνη τρέχει δίπλα σου να βοηθήσει, να σου σταθεί, αν σε στηρίξει. Εκείνη σκουπίζει τα δάκρυα που σε λυτρώνουν κι εκείνη γιατρεύει τις πληγές που σε πονούν 

«Μαμά» φωνάζεις και όταν τα πράγματα πάνε καλά… Τις επιτυχίες σου και τις χαρές σου δεν μπορείς παρά να τις μοιραστείς με την μητέρα σου, τον άνθρωπο που έχει πασχίσει πιο πολύ απ’ όλους για να φτάσεις μέχρι εδώ. Η επιτυχίες σου τις φέρνουν δάκρυα χαράς και η αγκαλιά της είναι η μεγαλύτερη επιβράβευση απ’ όλες. 

«Μαμά» φωνάζεις όταν οι άλλοι σε πληγώνουν… Από μικρή,όταν σε πείραζαν ή όταν χτυπούσες έτρεχες κατευθείαν στη μαμά να περιποιηθεί και να φροντίσει τις πληγές σου. Ακόμα και τώρα που μεγάλωσες, όμως, παρόλο που ξέρεις να φροντίζεις και μόνη σου τον εαυτό σου, η φροντίδα της μαμάς είναι το πιο γλυκό γιατρικό. Θα σε νουθετήσει, θα σου μιλήσει και θα σε βοηθήσει να σταθείς ξανά στα πόδια σου όπως τότε που ήσουνα παιδί. 

«Μαμά» φωνάζεις στις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής σου… Το πτυχίο σου, η πρώτη σου δουλειά, ο γάμος σου, είναι στιγμές που σε ορίζουν και αλλάζουν την ρώτα της ζωής σου. Στιγμές που πρώτα και πάνω απ’ όλους, θες δίπλα σου την μητέρα σου να νιώσεις ασφαλής και δυνατή! Και πιο πολυ απ’ όλα, την θες δίπλα σου όταν γίνεσαι κι εσύ μητέρα και πλέον καταλαβαίνεις τι ακριβώς νιώθει για σένα ο πιο σημαντικός άνθρωπος της ζωής σου. 

«Μαμά» φωνάζεις όταν το μόνο που θες είναι μια αγκαλιά… Υπάρχουν κάποιες στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου που το μόνο που χρειάζεται είναι μια μεγάλη αγκαλιά από κάποιον που τον αγαπά και τον δέχεται όπως ακριβώς είναι.Κάποιον που τον καταλαβαίνει, τον συμμερίζεται και δεν του κακιώνει ποτέ. Κι αυτός ο άνθρωπος είναι και θα είναι πάντα η μαμά μας. 

Πηγή




«Η αγάπη της μάνας δεν μοιράζεται, πολλαπλασιάζεται»

Όσοι άνθρωποι κι αν σου επιβεβαιώσουν ότι το δεύτερο, το τρίτο ή το πέμπτο σου παιδί θα κερδίσει την καρδιά σου όπως ακριβώς και το πρώτο, εσύ πάντα θα ανησυχείς μήπως η αγάπη σου δεν φτάσει, μήπως αφήσεις κάποιο απ’ τα παιδιά σου παραπονεμένο. Κι όμως, κάθε αμφιβολία είναι καταδικασμένη να καμφθεί, γιατί η αγάπη της μαμάς είναι έτσι προγραμματισμένη: δεν ξέρει τι σημαίνει διαίρεση. Ξέρει μόνο τον πολλαπλασιασμό.

Κι αν ένα παιδί σου ρωτήσει «Μαμά, ποιον αγαπάς περισσότερο;» θα δείξεις τα δάχτυλα των χεριών σου και θα απαντήσεις όπως η μάνα στο παρακάτω κείμενο:

-Κόψε μου ένα, να δεις σε ποιο θα πονέσω!

«Σαράντα μέρες έλειψες και σε ξέχασα. Άνοιξες την αγκαλιά σου, μα ήταν γεμάτη και εγώ κρύφτηκα.
– Ποια είσαι; ρώτησα.
Δυόμιση χρονών παιδάκι με μνήμη χρυσόψαρου.
Και μου σύστησες τον αδελφό μου. Δεν ήμουν πια το μωρό σου!

Αχ βρε μάνα…
Που δεν χόρταινα την αγκαλιά σου γιατί την μοιραζόμουνα στα πέντε.
Και σε ρωτούσα συνέχεια ποιον αγαπάς περισσότερο; Τον γιο σου; Και μου έδειχνες τα πέντε σου δάχτυλα.
-Κόψε μου ένα, να δεις σε ποιο θα πονέσω!

Αχ βρε μάνα…
Που όταν αρρώσταινα μου αγόραζες πάστα να γλυκάνεις τον πυρετό μου. Που ξενυχτούσες στο παράθυρο όταν αργούσα. Και όταν ερχόμουν δεν έλεγες τίποτα. Και εγώ πίστευα πως δεν νοιάζεσαι.
Που με ρωτούσες για τα μυστικά μου και σώπαινα. 
Που με ρωτούσες αν σε αγαπώ και γελούσα.
Πιο παιδί από μένα γινόσουν, όταν θύμωνες, όταν φοβόσουν.

Οι πόρτες στο σπίτι πάντα ανοιχτές, έκρυβες τα κλειδιά για να μην κλειδωθούμε.
Και όταν έφυγα με αποκαλούσες “Το ξενιτεμένο μου”… 25 χιλιόμετρα μας χώρισαν.
Μα η άλλη άκρη του κόσμου φάνταζε για σένα.

Αχ βρε μάνα.
Που μού ‘λεγες, θα καταλάβεις όταν γίνεις μάνα και έγινα και κατάλαβα.
Και δεν σου παραπονέθηκα ποτέ ξανά για να μην σε πικράνω.
Γιατί έγινα μάνα και είδα τα λάθη σου. Γιατί έγινα μάνα και έκανα τα ίδια λάθη.
Γιατί μόνο όσοι δεν αγαπούν, δεν κάνουν λάθη.
Γιατί απλά δεν κάνουν τίποτα για σένα.

Αχ βρε μάνα.
Που μεγάλωσα και εσύ ξανάγινες παιδί.
Που δυσκολεύεσαι να φας.
Που δυσκολεύεσαι να περπατήσεις.
Που δυσκολεύεσαι να θυμηθείς.
Μνήμη χρυσόψαρου πια.

Και όμως…
Κρατάς το ένα χέρι σου σφιχτά και μετράς με το άλλο τα πέντε σου δάχτυλα και με δυσκολία προφέρεις.
Μαίρη, Δήμητρα, Στέλλα, Σοφία, Δημήτρης και γελάς.
Που δεν έχεις ξεχάσει,που είναι όλα εκεί.
Μέσα στα δάχτυλα σου.
Μια γροθιά που φιλάς.

Αχ βρε μάνα.
Πέντε δάχτυλα η ζωή σου.
Τα παιδιά σου.»

Πηγή




ΜΑΜΑ

Μάνα..μόνο εσύ πόνεσες για να με φέρεις στη ζωή

Μάνα. μόνο εσύ μόχθησες να με μεγαλώσεις

Μάνα. Μόνο εσύ με στήριζες από μωρό στα πρώτα πρώτα βηματάκια μου, και τώρα σε κάθε βήμα στη ζωή.

Μάνα, αχ μάνα μου..μόνο εσύ πονάς πραγματικά με τον πόνο μου.

Μάνα μόνο εσύ χαίρεσαι με την χαρά μου

Μάνα μόνο εσύ και πάντα εσύ θέλεις μονάχα το καλό μου.

Μανούλες όλου του κόσμου χρόνια σας πολλά.

Είστε οι καθημερινοί αφανείς μας ήρωες. Χωρις εσένα μάνα πιο το νόημα να ζω?

Ποιον άλλο πιο πολύ από σένα θα χαίρομαι να κάνω περήφανο?

Μάνα μου σ’ αγαπώ πολύ.

Ξέρω ότι μόχθησες. Παιδεύτηκες και ίσως κάπου κάπου έπρεπε να παλέψεις πιο πολύ.

Μανούλα! Και τρεις ζωές να είχα δεν θα έφταναν για να σου ανταποδώσω όσα έκανες και κάνεις.

Μανούλα, ένα μεγάλο ευχαριστώ που με αντέχεις. Και για όσα κάνεις για εμένα καθημερινά.

Κάνε στη μανούλα σου μια έκπληξη. Ίσως μία απλή αγκαλιά είναι αρκετή. Χρόνια πολλά μανούλες  του κόσμου. Χωρίς εσάς δεν θα μπορούσαμε να νοιώθουμε περήφανοι για όσα είμαστε σήμερα.

Αχ μάνα μου, χωρίς εσένα δεν θα ήμουνα αυτό που είμαι σήμερα. Σε αγαπώ πολύ και σου αξίζουν όχι μόνο ευχές αλλά και ένα σωρό λουλούδια. Το δικό σου λουλουδάκι άνθισε. Το πότιζες και φρόντιζες καλά. Και τώρα μόνο του ομορφαίνει την μητέρα φύση. Το μπόλιασες με αγάπη, με στοργή και με θυσίες. Και τώρα μάνα μου μπορείς γεμάτη υπερηφάνεια να χαίρεσαι που έβγαλε ο καρπός σου άνθος μυρωδάτο….

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΜΑΝΟΥΛΕΣ

Ερμιόνη Ταυλαρίδου




Τα έφηβα παιδιά χρειάζονται τις μαμάδες τους στο πλευρό τους (κι ας μην το παραδέχονται), σύμφωνα με έρευνα

Παρατηρήσατε μήπως, τους δύο τελευταίους μήνες της καραντίνας, ότι τα έφηβα παιδιά σας ήταν κάπως πιο ήρεμα; Έδειχναν πιο ασφαλή; Υπάρχει λόγος που συμβαίνει αυτό και μόλις τον καταλάβετε, θα συνειδητοποιήσετε γιατί πρέπει να είστε διαρκώς στο πλευρό τους, ακόμα κι αν εκείνα δείχνουν να επιθυμούν το αντίθετο…

Γράφει η Μαίρη Μαρκογιαννάκη, Φιλόλογος, Ειδική Παιδαγωγός, MSc, Σύμβουλος Εφηβικής Υγείας, ΜSc

Η εφηβεία είναι μια ιδιαίτερη περίοδος του ανθρώπου κατά την οποία σημειώνονται έντονες σωματικές και ψυχοκοινωνικές αλλαγές. Ενδεχομένως όταν αναπολούμε τα δικά μας εφηβικά χρόνια να νιώθουμε νοσταλγία, ωστόσο για τους γονείς εφήβων η καθημερινότητα δεν είναι πάντα τόσο ξέγνοιαστη… Αυξημένη συναισθηματική αστάθεια, αδυναμία ελέγχου της συμπεριφοράς και υιοθέτηση ριψοκίνδυνων συμπεριφορών είναι κάποια από τα νέα δεδομένα που αναφέρουν οι γονείς και επιβεβαιώνουν οι έρευνες.

Γιατί κατά την εφηβεία; Τέτοιου είδους συμπεριφορές έχουν συσχετισθεί από τους νευροεπιστήμονες με την εξέλιξη του εγκεφάλου κατά την εφηβεία. Συγκεκριμένα, ενώ η αμυγδαλή, το τμήμα του εγκεφάλου υπεύθυνο για το συναίσθημα, έχει πλέον ωριμάσει, ο προμετωπιαίος φλοιός, το τμήμα που είναι υπεύθυνο για τις λογικές διεργασίες, βρίσκεται σημαντικά πιο πίσω στη διαδικασία της ωρίμανσης. Στον εγκέφαλο λοιπόν του εφήβου παρουσιάζεται ανισορροπία μεταξύ του “λογικού” προμετωπιαίου φλοιού και της “παρορμητικής” αμυγδαλής. Επιπρόσθετα, οι ορμόνες βρίσκονται σε μία έκσταση, με βασίλισσα την ντοπαμίνη, να “τσιγκλάει” τον έφηβο για την αναζήτηση νέων συγκινήσεων…

Είμαστε λοιπόν στο έλεος της εφηβείας; Ασφαλώς και όχι. Από έρευνα που διεξήχθη σε εφήβους από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις των ΗΠΑ, προέκυψε πως οι έφηβοι επιδεικνύουν πιο συνετή συμπεριφορά όταν η μαμά τους είναι παρούσα. Οι έφηβοι υποβλήθηκαν σε δοκιμασία προσομοίωσης οδήγησης κατά την οποία είχαν την επιλογή να λάβουν ασφαλείς ή επικίνδυνες αποφάσεις. Η δοκιμασία περιελάμβανε δύο φάσεις. Στην πρώτη, οι έφηβοι ήταν μόνοι τους, ενώ στη δεύτερη με την παρουσία της μητέρας τους. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι έφηβοι έλαβαν στατιστικώς σημαντικά περισσότερες ασφαλείς αποφάσεις με τη μητρική παρουσία. Μάλιστα, από τις μαγνητικές απεικονίσεις του εγκεφάλου στη δεύτερη περίπτωση, αποκαλύφθηκε ότι οι νέοι αντλούσαν περισσότερη ικανοποίηση από τη λήψη των ασφαλών έναντι των μη ασφαλών αποφάσεων. Η ευχαρίστηση αυτή (σύστημα ανταμοιβής), βρισκόταν σε «διάλογο» με τον προμετωπιαίο φλοιό, το κέντρο του ελέγχου, των κανόνων και των αποφάσεων. Τι σημαίνει αυτό; Πως και μόνο με τη μαμά παρούσα, ο εγκέφαλος του εφήβου φαίνεται να αυτορρυθμίζεται σε πιο «safe mode» και μάλιστα όχι εξ’ ανάγκης, αλλά νιώθοντας ευχαρίστηση γι’ αυτό.

Η παραπάνω έρευνα έρχεται ως απάντηση σε εκείνους που θεωρούν ότι η γονεϊκή παρουσία κατά την εφηβεία δεν είναι και τόσο σημαντική. Αντιθέτως, όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί, ακριβώς επειδή οι έφηβοι στο πλαίσιο της ανεξαρτητοποίησης, έχουν την τάση να δοκιμάζουν τα όρια τους, να αμφισβητούν και να πειραματίζονται, είναι σημαντικό οι γονείς να διατηρούν την εποπτεία των παιδιών τους με έναν σαφώς διακριτικό τρόπο, ο οποίος αρμόζει στην ιδιαίτερη φάση της ζωής τους. Εξάλλου, ο ακρογωνιαίος λίθος της υγιούς εφηβείας είναι οι καλές σχέσεις των γονέων με τους εφήβους.

Πηγή




«Μαμά δεν με θέλουν!»: Τι απαντάς στο παιδί σου όταν νιώθει απόρριψη;

Πώς θα αντιδρούσατε αν το παιδί σας ερχόταν στο σπίτι κλαίγοντας και σας εκμυστηρευόταν ότι οι φίλοι του δεν θέλουν να παίζουν πια μαζί του; Πιθανότατα θα προσπαθούσατε να το παρηγορήσετε λέγοντας ότι εκείνοι χάνουν, θα βρεθούν άλλοι φίλοι ή ακόμα και ότι αυτά τα ζητήματα δεν είναι άξια για κλάματα.

Μία μαμά, η οποία έζησε πολύ πρόσφατα μια παρόμοια κατάσταση με το γιο της, περιγράφει πώς αντιμετώπισε αυτή την κατάσταση, ξεπερνώντας τις αυθόρμητες αντιδράσεις της που την ήθελαν να τον παίρνει αγκαλιά και να τονίσει ότι δεν κλαίμε για κανένα…«Η καρδιά μου έγινε χίλια κομμάτια όταν ο γιος μου ήρθε από το πάρκο που είχε πάει με τους φίλους του για παιχνίδι και μέσα από τα αναφιλητά του μου αποκάλυψε ότι πλέον δεν τον ήθελαν για παρέα.

Το παιδί μου πονούσε και μαζί του και εγώ. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι έπρεπε να τον πάρω αγκαλιά και να τον παρηγορήσω, να εξαφανίσω τον πόνο που ένιωθε, αλλά δεν το έκανα. Αντίθετα, στάθηκα ψύχραιμη απέναντί του, γιατί δουλειά μου ως γονέας δεν είναι να διορθώσω τα συναισθήματά του, αλλά να διευκολύνω τη διαδικασία επεξεργασίας τους.

Βλέπετε, τον μεγαλώνω για να ζήσει κάποια στιγμή μόνος του μακριά από εμένα.

Θα έρθει στιγμή που δεν θα είμαι δίπλα του. Δεν θα είμαι εκεί για να τον νανουρίσω, να τον αγκαλιάσω, να τον χαϊδέψω. Θα έρθει η στιγμή που θα πρέπει να κάνει τα πράγματα μόνος του.

Κάθισα δίπλα του στην καρέκλα, πήρα μια βαθιά ανάσα, έκανα την καρδιά μου πέτρα και του είπα: “Ήθελες να παίξεις μαζί τους, το καταλαβαίνω. Πονάει πολύ.” Έμεινα απλώς εκεί και τον άφησα να βιώσει την απόρριψη.  Κάθε κύτταρό μου ήθελε να διορθώσει όσα ένιωθε, αλλά κρατήθηκα. “Είναι εντάξει”, ξεστόμισα, του χάιδεψα τα μαλλιά και τον αγκάλιασα.

Μετά από λίγο ηρέμησε και ανάσανε βαθιά. “Είμαι καλά. Θα παίξω με κάποιον άλλο”, μου είπε ψύχραιμα. Ένιωσα μια μικρή έκπληξη και μια περηφάνια. Όσο δύσκολο και αν ήταν ο στόχος μου φαινόταν να πετυχαίνει. Μια μέρα θα είναι μόνος του και θα τα πάει καλά, αν συνεχίσει έτσι. Αν πήγαινα να μιλήσω στους φίλους του, αν προσπαθούσα να τον προστατεύσω δεν θα τα κατάφερνα. Αν τον κανάκευα δεν θα έβρισκε την λύση και αυτό θα συνέχιζε επ’ άπειρον, ακόμα και όταν δεν θα ήμουν κοντά του. Πάντα θα έψαχνε σε κάποιον άλλον βοήθεια.

Εγώ θα είμαι πάντα δίπλα του για να τον ακούσω. Με χρειάζεται για να μπορέσει να λύσει τα προβλήματά του, όχι για να του τα λύσω εγώ. Όταν αγαπάς το παιδί σου θέλεις το καλύτερο για εκείνο, ακόμα κι αν κάτι είναι δύσκολο για σένα να το χειριστείς.

Προσωπικά, ακολουθώ τρία βήματα σε παρόμοιες περιπτώσεις και μέχρι στιγμής λειτουργούν πολύ σωστά:

  • Λέω όσα βλέπω χωρίς να κρίνω, να συμβουλεύω ή να διορθώνω κάτι
  • Τονίζω τα θετικά και δεν εθελοτυφλώ στα αρνητικά
  • Δείχνω εμπιστοσύνη

Το καλύτερο πράγμα που μπορεί ένας γονιός να κάνει για τα παιδιά του είναι να είναι δίπλα τους στις πιο δύσκολες στιγμές, να ξέρει ότι μπορούν να λύσουν τα προβλήματα και είναι δυνατοί συναισθηματικά για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις μόνοι τους».

Πηγή