The Devil Wears Prada

Η ταινία The Devil Wears Prada 2 (σκην. David Frankel) επανέρχεται σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την εμβληματική The Devil Wears Prada, επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση μεταξύ μόδας, εξουσίας και εργασιακής ταυτότητας σε ένα μεταβαλλόμενο κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο. Η νέα αφήγηση, αν και διατηρεί τους βασικούς χαρακτήρες, μετατοπίζει το επίκεντρο από την ατομική επιτυχία στην κρίση των θεσμών και των επαγγελματικών δομών, ιδιαίτερα στον χώρο των media (The Guardian, 2026).

Παράλληλα, η ταινία συνομιλεί τόσο με το αρχικό μυθιστόρημα της Lauren Weisberger όσο και με τη συνέχεια του έργου της, αναδεικνύοντας τη διαχρονικότητα των θεμάτων της φιλοδοξίας, της ηθικής και της κοινωνικής ανόδου.

Από την αφήγηση της ατομικής επιτυχίας στη δομική κρίση

Η πρώτη ταινία (2006) εστίαζε στην πορεία της Andy Sachs ως αφήγηση μύησης στον κόσμο της μόδας. Η εργασία παρουσιάζεται ως μηχανισμός κοινωνικής ανόδου, αλλά και ως πεδίο ηθικών διλημμάτων.

Αντίθετα, στο The Devil Wears Prada 2 η Andy επιστρέφει σε έναν κόσμο όπου τα έντυπα μέσα καταρρέουν και η δημοσιογραφία μετασχηματίζεται ριζικά. Η κρίση του περιοδικού Runway αντανακλά τη γενικότερη μετάβαση από την έντυπη στην ψηφιακή κουλτούρα και την κυριαρχία της τεχνολογίας.

Η μετατόπιση αυτή σηματοδοτεί μια αλλαγή παραδείγματος:

  • από το άτομο → στο σύστημα
  • από την καριέρα → στην επιβίωση θεσμών

Διακειμενικότητα: Ταινία (2006), βιβλίο και sequel

Το αρχικό μυθιστόρημα The Devil Wears Prada (2003) και η κινηματογραφική του μεταφορά (2006) συγκροτούν ένα πολιτισμικό αφήγημα για τη νεοφιλελεύθερη εργασία και την κουλτούρα της υπερεπίδοσης.

Η Weisberger επανέρχεται με το sequel μυθιστόρημα Revenge Wears Prada: The Devil Returns (2013), όπου η Andy έχει ήδη κατακτήσει επαγγελματική επιτυχία αλλά παραμένει «στοιχειωμένη» από τη Miranda (Weisberger, 2013).

Ωστόσο, η ταινία του 2026 δεν αποτελεί πιστή διασκευή του δεύτερου βιβλίου, αλλά μια ελεύθερη επανανοηματοδότηση των χαρακτήρων στο σύγχρονο πλαίσο (Rotten Tomatoes, 2026).

Αυτή η απόκλιση είναι κρίσιμη:

  • το βιβλίο παραμένει στο πλαίσιο της προσωπικής αφήγησης
  • η ταινία μετατρέπεται σε κοινωνικό σχόλιο για τη μετά-ψηφιακή εποχή

Ανθρωπολογική διάσταση: Εξουσία, ταυτότητα και πολιτισμικό κεφάλαιο

Η μόδα ως σύστημα συμβόλων

Σύμφωνα με τη σημειωτική προσέγγιση (π.χ. Roland Barthes), η μόδα λειτουργεί ως σύστημα σημείων που παράγει κοινωνικές ιεραρχίες. Στην πρώτη ταινία, το διάσημο “cerulean speech” αποκαλύπτει ότι ακόμη και οι πιο «ασήμαντες» επιλογές είναι προϊόντα εξουσίας.

Στο sequel, η εξουσία αυτή αποδομείται:

  • οι influencers
  • οι αλγόριθμοι
  • η τεχνητή νοημοσύνη

αντικαθιστούν τους παραδοσιακούς «gatekeepers» της μόδας.

Η εργασία ως τελετουργία ένταξης

Η πρώτη ταινία λειτουργεί ως τελετουργία μετάβασης (Van Gennep):

  • αποχωρισμός (είσοδος στο Runway)
  • μετάβαση (δοκιμασίες)
  • ενσωμάτωση (επαγγελματική ταυτότητα)

Στο sequel, αυτή η τελετουργία αποτυγχάνει, καθώς η εργασία δεν εγγυάται πλέον σταθερή ταυτότητα, αλλά χαρακτηρίζεται από επισφάλεια και αστάθεια.

Η εξουσία και το φύλο

Η Miranda Priestly παραμένει μια εμβληματική φιγούρα γυναικείας εξουσίας, αλλά πλέον εμφανίζεται «περιορισμένη» από θεσμικούς μηχανισμούς (HR, εταιρικές πιέσεις), γεγονός που υποδηλώνει την αλλαγή των μορφών εξουσίας στον ύστερο καπιταλισμό. (The New Yorker)

Η κουλτούρα της νοσταλγίας και το legacy sequel

Η ταινία εντάσσεται στο φαινόμενο των “legacy sequels”, όπου η νοσταλγία λειτουργεί ως πολιτισμικό κεφάλαιο. Παρότι επαναφέρει τους ίδιους χαρακτήρες, τους τοποθετεί σε έναν κόσμο ριζικά διαφορετικό, επιτρέποντας μια αναστοχαστική σύγκριση μεταξύ δύο εποχών (Decider, 2026).

Το The Devil Wears Prada 2 δεν αποτελεί απλώς συνέχεια μιας επιτυχημένης ιστορίας, αλλά μια πολιτισμική ανατομία της μετάβασης:

  • από την έντυπη στη ψηφιακή εποχή
  • από την ιεραρχική στην δικτυακή εξουσία
  • από τη σταθερή στην ρευστή ταυτότητα

Σε αντίθεση με την πρώτη ταινία, όπου η επιτυχία ήταν προσωπικό επίτευγμα, εδώ παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης με ασταθείς και μεταβαλλόμενες δομές.

Συνολικά, η σχέση μεταξύ του ζωντανού και του μηχανικού στον χώρο της ΤΝ απαιτεί μια διεπιστημονική προσέγγιση που συνδυάζει την τεχνολογία, τη φιλοσοφία, την ηθική και τις κοινωνικές επιστήμες. Μόνο μέσα από έναν τέτοιο διάλογο μπορεί να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο που θα εξασφαλίζει ότι η ΤΝ θα αναπτυχθεί με σεβασμό προς τον άνθρωπο και το κοινωνικό σύνολο.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • “The Devil Wears Prada 2.” (2026). Decider. Ανακτήθηκε από https://decider.com
  • “The Devil Wears Prada 2.” (2026). Rotten Tomatoes. Ανακτήθηκε από https://www.rottentomatoes.com
  • “The Devil Wears Prada 2.” (2026). The Guardian. Ανακτήθηκε από https://www.theguardian.com
  • “The Devil Wears Prada 2.” (2026). The New Yorker. Ανακτήθηκε από https://www.newyorker.com
  • Revenge Wears Prada: The Devil Returns. Weisberger, L. (2013). Revenge wears Prada: The devil returns. New York, NY: Simon & Schuster.
  • The Devil Wears Prada 2. (2026). Directed by D. Frankel. United States: 20th Century Studios.
  • The Devil Wears Prada. (2006). Directed by D. Frankel. United States: 20th Century Fox.
  • The Devil Wears Prada. Weisberger, L. (2003). The devil wears Prada. New York, NY: Doubleday.
  • The Fashion System. Barthes, R. (1967). The fashion system. New York, NY: Hill and Wang.
  • The Rites of Passage. Van Gennep, A. (1960). The rites of passage. Chicago, IL: University of Chicago Press.



Δωρεάν online περιηγήσεις σε 5 διάσημα μουσεία του κόσμου

Ίσως λόγω της τρέχουσας κατάστασης, μια επίσκεψη σε ένα μουσείο με φυσική παρουσία να είναι αδύνατη αλλά αυτό δεν ισχύει και για μια διαδικτυακή επίσκεψη. Πλέον έχουμε την δυνατότητα, προσπαθώντας να προσαρμοστούμε στα δεδομένα της εποχής, να περιηγηθούμε online σε αξιοσημείωτα μουσεία όλου του κόσμου. Πρόκειται για μια ευκαιρία που μας προσφέρει η πλατφόρμα της Google και σιγουρά δεν πρέπει να την χάσουμε! Ας δούμε λοιπόν κάποια από αυτά.

Εθνική Πινακοθήκη Ουάσιγκτον

Αν περιηγηθούμε Online σε αυτό το μουσείο θα παρατηρήσουμε ότι έχει δυο διαδικτυακές ενότητες. Η πρώτη θεματική περιλαμβάνει τα αναρίθμητα μοντέλα ρούχων μεταξύ του 1740 και 1895. Η δεύτερη θεματική αναφέρεται στα ανεκτίμητα έργα του Ολλανδού ζωγράφου Johannes Vermeer.

Βρετανικό Μουσείο

Πρόκειται για ένα διάσημο μουσείο το οποίο φιλοξενεί αναρίθμητα ιστορικά κειμήλια όπως αιγυπτιακές μούμιες. Θα εντυπωσιαστείτε από την ποικιλία των ιστορικών  αντικειμένων  και από την ανάδειξη των λεπτομερειών τους που θα νιώσετε σα να βρίσκεστε εκεί.

Μουσείο του Λούβρου

Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε πολλά για αυτό το μουσείο αφού πρόκειται ένα από τα πιο γνωστά όλου του κόσμου. Σε αυτές τις μέρες λοιπόν δίνει την ευκαιρία σε όλους τους ανθρώπους να το επισκεφθούν εικονικά και να θαυμάσουν τα αιγυπτιακά αντικείμενα έως και την Πινακοθήκη του Απόλλωνα. Υπάρχουν πάρα πολλά να δείτε και θα παραμείνετε εντυπωσιασμένοι καθ’ όλη την διάρκεια της επίσκεψης.

Μουσείο Van Gogh

Στην εικονική επίσκεψη του μουσείου αυτού μπορούμε να απολαύσουμε την περιήγηση και στους τέσσερις ορόφους. Οι εικόνες είναι υψηλής ανάλυσης και έχουμε την δυνατότητα να διακρίνουμε κάθε λεπτομέρεια των έργων του Van Gogh. Στο τέλος της επίσκεψης μας, υπάρχουν και δυο βιβλία του που μπορούμε να ξεφυλλίσουμε.

Μουσείο Whitney  της Σύγχρονης Τέχνης

Το μουσείο αυτό είναι ιδιαίτερα γνωστό στο αμερικανικό κοινό ωστόσο αξίζει και την δική μας ματιά. Περιλαμβάνει αξιοθαύμαστα έργα σύγχρονης τέχνης του 20ου αιώνα και μια μεγάλη συλλογή έργων κάθε γνωστού Αμερικανού καλλιτέχνη.

Βιαστείτε! Ας μην χάσουμε αυτήν την ευκαιρία!

Κορίνα Κανελλοπούλου




Η «κουλτούρα» στην ένταξη

Πρόκειται για μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη και πολυσήμαντη έννοια. Με την λέξη κουλτούρα νοείται, εδώ, η πνευματική και ψυχική καλλιέργεια, ως αποτέλεσμα μακράς διαδικασίας μάθησης και εκπαίδευσης, όπως και το σύνολο γνώσεων, τεχνικών εξελίξεων, παραδόσεων, εθίμων, μορφών συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν ή συγκροτούν ένα δεδομένο κοινωνικό σύνολο· τον πολιτισμό, όπου αναφέρονται σε έναν ειδικό τομέα.

Η έννοια της πολιτισμικής ένταξης αναφέρεται στην αλλαγή πολιτισμικού περιβάλλοντος και στη συνακόλουθη προσαρμογή στους κανόνες, στις αξίες, στα έθιμα, στις νόρμες και στη γλώσσα μιας νέας κουλτούρας, ενός νέου τρόπου δυνητικής ζωής. Συνίσταται στη σταδιακή αφομοίωση από το άτομο της νέας κουλτούρας, ώστε να μπορέσει να ενσωματωθεί καλύτερα και να ταιριάξει σε αυτό το νέο περιβάλλον.

Είναι μια διαδικασία ατέρμονη για έκαστο, αφού από τη γέννησή του, μαθαίνει να εντάσσεται στο μητρικό, πρώτο κοινωνικό και πολιτισμικό του περιβάλλον και στη συνέχεια της ζωής του στις άλλες πολιτισμικές προσαρμογές, εθελοντικές και αναγκαστικές. Η προσαρμογή αυτή στο περιβάλλον του -φυσικό, τεχνολογικό, κοινωνικό, πολιτισμικό ή εκπαιδευτικό- είναι κρίσιμη.

Ωστόσο, μια κυρίαρχη παιδαγωγική προσέγγιση είναι να επιδιώκεται η αντίστροφη διαδικασία, δηλαδή να προσαρμόζεται το εκπαιδευτικό περιβάλλον στις ανάγκες και στα ενδιαφέροντα του παιδιού, κατά τη σύγχρονη «παιδοκεντρική» Παιδαγωγική, μέσω της αξιοποίησης ενός κατάλληλου διαμεσολαβητή.

Ως προς τον ορισμό της ένταξης της κουλτούρας, πρόκειται για την ερευνητική βιβλιογραφία που αφορά εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, πόρους και δομές. Επιπλέον, συναριθμούνται και τα συστήματα υποστήριξης των εκπαιδευτικών και μεθοδολογίες ανάπτυξης του δυναμικού του σχολείου.

Τα προαναφερθέντα, απαιτούν ποιοτικό μετασχηματισμό των καθιερωμένων και παραδοσιακών στοιχείων των δομών και των λειτουργιών της γενικής εκπαίδευσης και κυρίως της κουλτούρας των ίδιων των σχολικών κοινοτήτων.

Η ένταξη «προϋποθέτει πρωτίστως μία διαφορετική, οργανωσιακή κουλτούρα» που να δίνει έμφαση στην ιδέα της ποικιλότητας και να εκκινεί από την πρόθεση εις βάθος σεβασμού και διερεύνησης των αρχών της διαφορετικότητας και της ομοιότητας

Carrington (1999)

Τι ακριβώς γίνεται αντιληπτό με την έννοια της «σχολικής κουλτούρας» και πώς μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη πρωτοβουλίες που στοχεύουν στην -ενταξιακού τύπου- αλλαγή της;

Αρκετοί μελετητές στάθηκαν και αναφέρουν, κατά περίπτωση, ότι η κουλτούρα ενός οργανισμού αφορά επί της ουσίας την ιδεολογία του, η οποία περιλαμβάνει τις αντιλήψεις και τις συνήθειες του που τον διαφοροποιούν από άλλους οργανισμούς ή ακόμα και ένα «σύστημα κοινού προσανατολισμού» μια «σειρά, δηλαδή, από σύμβολα, τελετουργίες, μύθους και σιωπηρές παραδοχές» που μεταφέρουν τις θεμελιωμένες αξίες και αντιλήψεις του.

Παρομοίως, σε ένα καθοριστικό δοκίμιο, ως προς το εν λόγω ζήτημα ο Schein το 1992, ορίζει την κουλτούρα ως «ένα πρότυπο των βασικών παραδοχών», όπου με την έννοια παραδοχή νοούνται πρότυπα συμπεριφοράς, αξιών, πεποιθήσεων, αντιλήψεων των μελών του, που ανακαλύπτονται ή αναπτύσσονται από μια συγκεκριμένη ομάδα», όταν τα μέλη της μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν από κοινού προβλήματα.

Συνεπώς, το πρότυπο αυτό φέρει ως αποτελέσματα, αφενός την διδαχή στα νέα μέλη ως του σωστού τρόπου αντίληψης, σκέψης και αίσθησης, και αφετέρου προσδίδει «την κοινωνική και φαινομενολογική μοναδικότητα μιας συγκεκριμένης οργανωσιακής κοινότητας», μα και στον οργανισμό την αίσθηση της ταυτότητας και της συνοχής, ενώ παράλληλα διαμορφώνει τις στάσεις και τις συμπεριφορές των μελών του.

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ