Κοινωνικά συστήματα: λειτουργίες και χαρακτηριστικά γνωρίσματα

Τα κοινωνικά συστήματα είναι ανοικτά και η λειτουργία τους μοιάζει με αυτή των ζωντανών οργανισμών. Η θεωρία των Συστημάτων αναδύθηκε μέσα από την επιθυμία για αλλαγή και μεταβολή, η οποία επιτυγχάνεται με διεργασίες κα μετασχηματισμούς μέσα από τα ακόλουθα τέσσερα στοιχεία του μοντέλου των Getzels και Guba:

  • Εισδοχές-εισροές: στο χώρο της εκπαίδευσης οι κυριότερες εισροές είναι οι μαθητές, οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί, η γνώση, ο εξοπλισμός.
  • Το (μαύρο) κουτί των διεργασιών: πρόκειται για διεργασίες που γίνονται με ποιοτικό χαρακτήρα και αφορούν την αποτελεσματικότητα και την ευελιξία.
  • Εκροές- αποτελέσματα: Οι εισροές μετασχηματίζονται σε επιθυμητά αποτελέσματα- εκροές, χρήσιμα για το ευρύτερο περιβάλλον του εκάστοτε συστήματος.
  • Περιβάλλον: το περιβάλλον προσφέρει τις εισροές και ελέγχει τις διεργασίες στο (μαύρο) κουτί.Ο ρόλος του είναι πολυδιάστατος και σημαντικός για τη σωστή λειτουργία του συστήματος.

Όλα τα συστήματα διέπονται από τα ακόλουθα τρία χαρακτηριστικά:

  1. Ανατροφοδότηση (feedback): Πρόκειται για το μηχανισμό με τον οποίο ο οργανισμός πληροφορείται για τον τρόπο λειτουργίας του και την επίτευξη των στόχων του σε εσωτερικό και εξωτερικό επίπεδο αντίστοιχα. Πρόκειται για διορθωτική παρέμβαση σε μία αλλαγή που συντελέστηκε στα στοιχεία του συστήματος.
  2. Ισορροπία (equilibrium): Ένα σύστημα πρέπει να έχει την ικανότητα να διατηρεί την εσωτερική του αρμονία παρά τις αλλαγές στο εξωτερικό περιβάλλον διαφορετικά απειλείται η ύπαρξη και συνοχή του. Η ισορροπία μπορεί να στατική, όπου το περιβάλλον διατηρείται σταθερό για μια χρονική περίοδο ή δυναμική, δηλαδή το σύστημα φανερώνει την ικανότητά του να διατηρεί την εσωτερική του αρμονία παρά τις αλλαγές του περιβάλλοντος.
  3. Προσαρμογή (adaptation): Πρόκειται για τη διαδικασία μέσα από την οποία το σύστημα κατορθώνει να δέχεται αλλά και να αφομοιώνει τις αλλαγές που συντελούνται με μηχανισμούς ελέγχου ή αναπληροφόρησης του συστήματος.

Η αρμονία του συστήματος εξαρτάται από:

  • την προσπάθεια που θα καταβάλλουν οι υπεύθυνοι του συστήματος, για να μειώσουν τις συγκρούσεις ανάμεσα στον οργανισμό και στα άτομα.
  • τη μείωση των συγκρούσεων ανάμεσα στους ρόλους που απαιτούνται από το σύστημα και της προσωπικότητας των ατόμων που καλούνται να τους παίξουν
  • τη μείωση των συγκρούσεων μεταξύ των προσδοκιών του οργανισμού και των αναγκών των μελών του.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Ερμηνευτική προσέγγιση και ρόλος γλώσσας

Αρχικά, η γλώσσα δεν βρίσκεται ολοκληρωτικά στη διάθεση του ανθρώπου. Αντί αυτού προϋπάρχει και ενυπάρχει σε αυτόν και ως εκ τούτου είναι στοιχείο που δεν δύναται να κυριαρχήσει, ούτε, όμως, και να κυριαρχηθεί πλήρως επί του ανθρώπου.

Επιπρόσθετα, αποτελεί ατομικό εργαλείο έκφρασης, αλλά και μέσο στη διάθεση και χρήση μιας κοινότητας. Σε αυτό επακριβώς επιτρέπει την έκφραση και τη συγκρότηση υποκειμενικών και διυποκειμενικών νοημάτων, στάσεων και αξιών.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι η γλώσσα καθίσταται ως ο προνομιακός χώρος, όπου αποκρυσταλλώνεται η αλληλεπίδραση και η σχέση μεταξύ του «υποκειμενικού», του «συλλογικού ή κοινωνικού» και του «Άλλου, του Τρίτου, του Διαφορετικού».

Η διάδραση μεταξύ των τριών προαναφερθέντων, υλοποιείται εντός ενός πλαισίου διυποκειμενικών νοημάτων που οροθετούν τη συγκρότηση των συνειδητών αυτοπροσδιορισμών των ατόμων.

Όσον αναφορά την ερμηνευτική, αυτή δεν ασχολείται μόνο με τη διερεύνηση της άνωθεν διαδικασίας, αλλά αποβλέπει έτι περισσότερο στην ανάλυση του τρόπου με τον οποίο το γενικό πλαίσιο των «διυποκειμενικών νοημάτων» λαμβάνει τη συγκεκριμένη μορφή του υπό την επίδραση υποκειμενικών αυτοπροσδιορισμών στο επιφανειακό-γλωσσικό επίπεδο.

Επιπλέον, οφείλει να σημειωθεί ότι η εν λόγω προσέγγιση δεν παραβλέπει τη σημασία θεσμικού πλαισίου και δομικών παραγόντων μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι «υποκειμενικές στάσεις» και τα διυποκειμενικά νοήματα.

Συνακόλουθα, μια ερμηνευτική προσέγγιση θέτει ως στόχο τόσο την ανάλυση, όσο και την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αποκρυσταλλώνονται προθέσεις και επιδιώξεις στο Λόγο με τον οποίο αυτοπροσδιορίζεται το υποκείμενο, και επιπλέον την ανάλυση και κατανόηση σχέσης μεταξύ Λόγου και αλληλεπίδρασής του με ένα προϋπάρχον πλαίσιο «διυποκειμενικών νοημάτων».

Συμφέρη Αικατερίνη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ