Από την επικοινωνία στην εξάρτηση: Πώς τα Social Media επηρεάζουν το μυαλό μας

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν αναδειχθεί ως αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, επηρεάζοντας βαθιά την ψυχολογία και τη συναισθηματική μας κατάσταση. Από τη μία πλευρά, προσφέρουν δυνατότητες επικοινωνίας, ενημέρωσης και αυτοέκφρασης, ενώ από την άλλη, η υπερβολική χρήση τους μπορεί να συνδεθεί με αυξημένο άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση και φαινόμενα όπως η κοινωνική σύγκριση και η εξάρτηση. Η κατανόηση της επίδρασής τους είναι ουσιαστική για την υιοθέτηση μιας πιο υγιούς και ισορροπημένης σχέσης με τον ψηφιακό κόσμο.

Στο Cityvibes.gr μίλησε για το εν λόγω θέμα ο Μιχάλης Κότικας, πιστοποιημένος Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής και εκπαιδευμένος Υπνοθεραπευτής.

Ποιο ρόλο παίζουν τα κοινωνικά μέσα στη διαμόρφωση της αντίληψης των ανθρώπων για
την κοινωνία και την πολιτική;

«Τα κοινωνικά μέσα διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αντίληψης των
ανθρώπων για την κοινωνία και την πολιτική, επηρεάζοντας τη σκέψη, τα συναισθήματα και τη
συμπεριφορά τους μέσα από διάφορους ψυχολογικούς μηχανισμούς. Ο τρόπος με τον οποίο
φιλτράρεται η πληροφορία μέσω των αλγορίθμων οδηγεί συχνά στο φαινόμενο της ηχούς
(echo chamber), όπου οι χρήστες εκτίθενται κυρίως σε απόψεις που συμφωνούν με τις ήδη
υπάρχουσες πεποιθήσεις τους. Αυτό περιορίζει την κριτική σκέψη και ενισχύει τις απόψεις
τους, μειώνοντας την ικανότητά τους να δουν εναλλακτικές προοπτικές.
Παράλληλα, τα κοινωνικά μέσα τείνουν να ενισχύουν τα συναισθήματα, ιδιαίτερα τον θυμό
και τον φόβο, μέσα από δραματοποιημένες ειδήσεις και προκλητικές αναρτήσεις. Αυτή η
συναισθηματική εμπλοκή συχνά συμβάλλει στην κοινωνική πόλωση, οδηγώντας σε
διαχωρισμούς μεταξύ διαφορετικών πολιτικών ή κοινωνικών ομάδων. Επιπλέον, επηρεάζουν
την αυτοεικόνα και την ταυτότητα των χρηστών, καθώς πολλοί διαμορφώνουν και
προβάλλουν μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού τους. Αυτή η διαδικασία μπορεί να
ενισχύσει τη συμμόρφωση με συγκεκριμένες κοινωνικές νόρμες ή την αποφυγή απόψεων που
αποκλίνουν από την κυρίαρχη αντίληψη της ομάδας στην οποία ανήκουν.
Ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο είναι η εξάπλωση της παραπληροφόρησης, η οποία διευκολύνεται
από την ταχύτητα διάδοσης των ειδήσεων. Οι ψευδείς πληροφορίες συχνά ενισχύουν
προϋπάρχουσες προκαταλήψεις αντί να προάγουν την αντικειμενική σκέψη, επηρεάζοντας την
αντίληψη των ανθρώπων για την πραγματικότητα. Παρόλα αυτά, τα κοινωνικά μέσα δεν έχουν
μόνο αρνητική επίδραση. Μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία κοινωνικής ενδυνάμωσης,
επιτρέποντας σε ομάδες και άτομα να εκφραστούν, να οργανωθούν και να προωθήσουν
κοινωνικές αλλαγές που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να επιτευχθούν.
Επομένως, η ψυχολογική επίδραση των κοινωνικών μέσων είναι πολύπλοκη και αμφίδρομη.
Από τη μία πλευρά, ενισχύουν τις γνωστικές προκαταλήψεις και τη συναισθηματική φόρτιση,
ενώ από την άλλη, παρέχουν τη δυνατότητα για ενημέρωση, κοινωνική δικτύωση και
κινητοποίηση. Η κριτική σκέψη, η συναισθηματική αυτορρύθμιση και η συνειδητή
κατανάλωση πληροφοριών είναι κρίσιμες δεξιότητες που μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα να
διαχειριστούν τις επιρροές των κοινωνικών μέσων και να τα αξιοποιήσουν προς όφελός τους.»

Ποιοι είναι οι πιθανοί ψυχολογικοί κίνδυνοι που σχετίζονται με την υπέρμετρη χρήση
κοινωνικών μέσων και την εθιστική συμπεριφορά;

«Η υπέρμετρη χρήση των κοινωνικών μέσων και η εθιστική συμπεριφορά σχετίζονται με
σοβαρούς ψυχολογικούς κινδύνους, επηρεάζοντας τη συναισθηματική υγεία, τις
διαπροσωπικές σχέσεις και τη γνωστική λειτουργία. Η συνεχής έκθεση σε εξιδανικευμένες
εικόνες ζωής άλλων μπορεί να οδηγήσει σε άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση και κατάθλιψη, ενώ η
αλληλεπίδραση με προκλητικό περιεχόμενο εντείνει τη συναισθηματική φόρτιση. Ο εθιστικός
μηχανισμός των κοινωνικών μέσων, που βασίζεται σε άμεσες ανταμοιβές (likes, σχόλια),
μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ελέγχου και παραμέληση σημαντικών δραστηριοτήτων, όπως
ο ύπνος και οι κοινωνικές επαφές. Επιπλέον, η υπερβολική χρήση επηρεάζει την ποιότητα του
ύπνου, προκαλεί διαταραχές στη συγκέντρωση και μειώνει την ικανότητα λήψης αποφάσεων.
Παράλληλα, η κοινωνική απομόνωση εντείνεται όταν οι διαδικτυακές αλληλεπιδράσεις
αντικαθιστούν τις δια ζώσης σχέσεις, ενώ η έκθεση σε κυβερνοεκφοβισμό μπορεί να οδηγήσει
σε ψυχολογικό τραύμα. Ένας ακόμη κίνδυνος είναι η διαστρεβλωμένη αυτοεικόνα, καθώς τα
κοινωνικά μέσα προβάλλουν μη ρεαλιστικά πρότυπα, αυξάνοντας τον κίνδυνο διατροφικών
διαταραχών. Η διαχείριση αυτών των κινδύνων απαιτεί αυτορρύθμιση, περιορισμό της
χρήσης, ενίσχυση των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων και καλλιέργεια κριτικής σκέψης
απέναντι στο διαδικτυακό περιεχόμενο. Σε σοβαρές περιπτώσεις, η ψυχοθεραπεία μπορεί να
βοηθήσει στην ανάπτυξη υγιών στρατηγικών διαχείρισης.»

Πως μπορούν τα social media να επηρεάσουν την ψυχική υγεία και να προκαλέσουν
συμπτώματα όπως η κατάθλιψη και το κοινωνικό άγχος;

«Τα social media μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την ψυχική υγεία, συμβάλλοντας στην
ανάπτυξη συμπτωμάτων όπως η κατάθλιψη και το κοινωνικό άγχος, κυρίως μέσω της
σύγκρισης, της απομόνωσης και της υπερδιέγερσης. Η συνεχής έκθεση σε επιμελημένες και
εξιδανικευμένες εικόνες της ζωής άλλων μπορεί να δημιουργήσει συναισθήματα ανεπάρκειας
και χαμηλή αυτοεκτίμηση, ενισχύοντας την αίσθηση ότι κάποιος δεν είναι αρκετά επιτυχημένος
ή ευτυχισμένος. Αυτό το φαινόμενο της ”κοινωνικής σύγκρισης” συνδέεται με αυξημένα
επίπεδα άγχους και καταθλιπτικής διάθεσης, ιδιαίτερα σε άτομα που ήδη νιώθουν ανασφάλεια.
Επιπλέον, η υπερβολική χρήση των social media μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική απομόνωση,
καθώς οι διαδικτυακές αλληλεπιδράσεις συχνά αντικαθιστούν τις πραγματικές κοινωνικές
σχέσεις. Η έλλειψη ουσιαστικής επαφής με τους άλλους ενισχύει τη μοναξιά και το κοινωνικό
άγχος, κάνοντας τα άτομα να αισθάνονται πιο αποκομμένα από τον πραγματικό κόσμο.
Παράλληλα, η συνεχής αναζήτηση επιβεβαίωσης μέσω likes και σχολίων μπορεί να κάνει την
αυτοεκτίμηση εξαρτημένη από την εξωτερική αποδοχή, αυξάνοντας το άγχος και την
ανασφάλεια. Άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η υπερδιέγερση του εγκεφάλου λόγω της αδιάκοπης ροής πληροφοριών και ειδοποιήσεων, η οποία μπορεί να προκαλέσει γνωστική εξάντληση, διαταραχές
ύπνου και συναισθηματική αστάθεια. Παράλληλα, η έκθεση σε αρνητικό περιεχόμενο, όπως ο
κυβερνοεκφοβισμός, η παραπληροφόρηση και οι τοξικές διαδικτυακές συζητήσεις, μπορεί να
εντείνει το άγχος και να οδηγήσει σε αυξημένο αίσθημα ανασφάλειας και απελπισίας. Συνολικά, η επίδραση των social media στην ψυχική υγεία εξαρτάται από τον τρόπο χρήσης
τους. Η μέτρια και συνειδητή χρήση, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των πραγματικών
κοινωνικών σχέσεων και την αποφυγή της σύγκρισης, μπορεί να βοηθήσει στη μείωση των
αρνητικών επιπτώσεων. Αντίθετα, η αλόγιστη χρήση και η εξάρτηση από την ψηφιακή
επιβεβαίωση μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας.»

Πως μπορούμε να αναπτύξουμε αμυντικούς μηχανισμούς για τη διαχείριση της άγχους ή της
αρνητικής επίδρασης των κοινωνικών μέσων στην ψυχολογική μας κατάσταση;

«Η ανάπτυξη αμυντικών μηχανισμών απέναντι στο άγχος και την αρνητική επίδραση των
κοινωνικών μέσων απαιτεί συνειδητή διαχείριση της διαδικτυακής μας συμπεριφοράς και
ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας. Ένα πρώτο βήμα είναι ο περιορισμός του χρόνου
χρήσης, θέτοντας σαφή όρια στην καθημερινή ενασχόληση με τις πλατφόρμες, ώστε να
αποφεύγεται η υπερβολική έκθεση και η εξάρτηση από αυτές. Παράλληλα, είναι σημαντικό να
αναπτύξουμε κριτική σκέψη απέναντι στο περιεχόμενο που καταναλώνουμε, αναγνωρίζοντας
ότι οι εικόνες και οι ζωές που προβάλλονται στα social media είναι συχνά επιμελημένες και
δεν αντανακλούν την πραγματικότητα.
Ένας άλλος βασικός μηχανισμός προστασίας είναι η καλλιέργεια της αυτογνωσίας και της
αυτοεκτίμησης ανεξάρτητα από την εξωτερική επιβεβαίωση. Η συνειδητή αποφυγή της
σύγκρισης με άλλους και η εστίαση στις δικές μας αξίες, στόχους και πραγματικές εμπειρίες
μπορούν να μειώσουν την αρνητική ψυχολογική επίδραση. Επιπλέον, η ενίσχυση των
διαπροσωπικών σχέσεων μέσω της δια ζώσης επικοινωνίας συμβάλλει στη συναισθηματική
ισορροπία και λειτουργεί ως αντίβαρο στη διαδικτυακή απομόνωση.
Η πρακτική τεχνικών χαλάρωσης, όπως ο διαλογισμός, η βαθιά αναπνοή και η φυσική άσκηση,
βοηθά στη μείωση του στρες που προκαλείται από τη συνεχή ψηφιακή διέγερση. Επίσης, η
συνειδητή επιλογή θετικού και εμπνευσμένου περιεχομένου μπορεί να ενισχύσει τη διάθεση
και να λειτουργήσει ως μέσο ψυχολογικής ενδυνάμωσης. Σε περιπτώσεις όπου το άγχος ή η
αρνητική επίδραση των social media γίνεται έντονη, η αναζήτηση επαγγελματικής υποστήριξης
από ειδικούς ψυχικής υγείας μπορεί να προσφέρει επιπλέον στρατηγικές διαχείρισης και
ενίσχυσης της ψυχολογικής ευεξίας.»

Κομνηνών 26, Ωραιόκαστρο (Θεσσαλονίκη)

www.mindfluence.gr

mindfluencegreece@gmail.com

Instagram

Facebook




Καταπολεμώντας το Άγχος: Στρατηγικές και Μύθοι – Συζήτηση με Ψυχολόγο

Η διαχείριση του στρες και του άγχους αποτελεί έναν κρίσιμο τομέα για την ψυχική και σωματική υγεία. Περιλαμβάνει τεχνικές και στρατηγικές που βοηθούν τα άτομα να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις της καθημερινότητας και να μειώσουν τις αρνητικές επιπτώσεις που μπορεί να έχουν στο σώμα και το μυαλό. Μέθοδοι όπως η βαθιά αναπνοή, η σωματική άσκηση, η διαλογιστική πρακτική και η διατήρηση μιας υγιεινής διατροφής, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στη μείωση των επιπέδων στρες. Επιπλέον, η ψυχοθεραπεία και η συζήτηση με ειδικούς μπορούν να παρέχουν πολύτιμη υποστήριξη και να βοηθήσουν τα άτομα να αναπτύξουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης.

Στο Cityvibes.gr «φιλοξενείται» ο Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής, Γκαντίνας Θεόδωρος, ο οποίος μας έδωσε τις δικές του απαντήσεις αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα.

Ποιες είναι οι κοινές αιτίες του άγχους και πώς μπορεί να επηρεάσει καθημερινά τη ζωή ενός ατόμου;

«Οι γνωστικές θεωρίες της ψυχολογίας υποστηρίζουν ότι οι αγχώδεις
διαταραχές είναι το αποτέλεσμα προηγούμενων τραυματικών εμπειριών που αφορούν
απρόσμενο και ανεξέλεγκτο κίνδυνο, όπως για παράδειγμα η γονεϊκή κακοποίηση, η
κοινωνική απομόνωση, ο σχολικός εκφοβισμός, κλπ (Mineka & Kelly, 1989). Οι
σκέψεις των ατόμων που υποφέρουν από γενικευμένο άγχος εστιάζουν στον κίνδυνο
σε συνειδητό και ασυνείδητο επίπεδο. Σύμφωνα με τον Ellis (1997) οι άνθρωποι με
δυσλειτουργικό άγχος έχουν άκαμπτες πεποιθήσεις, όπως το ότι πρέπει να είναι
πάντα σε εγρήγορση απέναντι σε διάφορους κινδύνους, κάτι που προκαλεί αυτόματες
αρνητικές σκέψεις καταστροφολογίας οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε μία
μόνιμη ανησυχία.»

Το Κοινωνικό Άγχος

«Πειράματα έχουν δείξει ότι άνθρωποι που υποφέρουν από άγχος τείνουν να
δίνουν έμφαση σε ερεθίσματα που θεωρούν απειλητικά (Hakamata et al., 2010).
Όπως και στην γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, έτσι και στο κοινωνικό άγχος, το
άτομο ανησυχεί, αυτήν τη φορά όμως για κοινωνικά θέματα (κύρος, εικόνα προς τους
άλλους, κλπ). Σε πειράματα όπου άτομα με δυσλειτουργικό άγχος έπρεπε να
εντοπίζουν λέξεις σε μία οθόνη έχει φανεί πως τα άτομα με κοινωνικό άγχος δίνουν
έμφαση στον εντοπισμό «απειλητικών» λέξεων που σχετίζονται με τον κοινωνικό
κίνδυνο, όπως «ντροπιάζομαι» η «ρεζίλι» ενώ άτομα που ανησυχούν περισσότερο για
την σωματική απειλή δίνουν έμφαση σε λέξεις, όπως «τραύμα» ή «ασθένεια»
(Mathews & MacLeod, 1985, Mogg, Mathews & Eysenck, 1992).»

Ποιες ψυχολογικές τεχνικές θεωρείτε αποτελεσματικές για τη διαχείριση του άγχους και πώς μπορούν να ενσωματωθούν στην καθημερινή ζωή;

«Μπορεί να φαίνεται παράδοξο, όμως μία τεχνική που χρησιμοποιείται στην
θεραπεία κατά του άγχους αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην καθημερινότητά
μας, είναι το να μην αποφεύγουμε τις αγχώδεις σκέψεις. Στην πραγματικότητα οι
αγχώδεις σκέψεις μας οδηγούν συνήθως σε μονοπάτια σκέψεων που καταλήγουν
στην καταστροφή, πχ. Αν δεν γράψω καλά στο μάθημα θα κοπώ στη βαθμολογία, που
σημαίνει ότι δεν θα αποφοιτήσω, που σημαίνει ότι όλοι θα με θεωρούν αποτυχημένο/η
και θα γελούν μαζί μου πίσω από την πλάτη μου και άρα θα γίνω ρεζίλι.
Αυτές οι σκέψεις μπορούν να οδηγήσουν ένα άτομο σε αποφευκτικές συμπεριφορές, όπως το να μην διαβάζει ή το να ασχολείται υπερβολικά με τον
υπολογιστή ώστε να μην αγχώνεται για το αν θα γράψει καλά ή όχι, κάτι που είναι
γνωστό και ως αναβλητικότητα. Αυτή η αποφυγή δεν επιτρέπει στο άτομο να
ανακαλύψει λειτουργικές συμπεριφορές που θα μπορούσαν να το βοηθήσουν να
λύσει το πρόβλημα ή να διαχειριστεί τα αρνητικά συναισθήματα που προκύπτουν από
αυτό (Borkovec & Hu 1990).»

Πώς μπορεί η συναισθηματική υποστήριξη από έναν ψυχολόγο να βοηθήσει κάποιον να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει το άγχος;

«Βασικός τρόπος αντιμετώπισης του άγχους είναι να βρούμε από που πηγάζει
και ποιες συνέπειες έχει, κάτι που ονομάζεται «έλεγχος πραγματικότητας». Στην
θεραπεία διερευνούμε αρχικά τέτοια σενάρια, όπως: Αν δεν περάσω στο μάθημα αυτό
σημαίνει ότι όντως οι φίλοι μου θα με θεωρούν αποτυχημένο; Σε άλλες περιπτώσεις
που δεν κατάφερα κάτι, οι φίλοι μου με κορόιδεψαν ή μου στάθηκαν και με βοήθησαν;
Μία ακόμα τεχνική είναι οι ασκήσεις αναπνοών και μυικής χαλάρωσης. Αν
για παράδειγμα ένα άτομο βιώνει κοινωνικό άγχος, η μέθοδος χαλάρωσης
περιλαμβάνει την δημιουργία μίας λίστας καταστάσεων που το άτομο πιστεύει ότι θα
ενεργοποιούσαν την κοινωνική φοβία του. Σε φαντασιακό επίπεδο, ο θεραπευτής θα
καθοδηγήσει το άτομο να βιώσει τις πιο εύκολες και μετά τις πιο δύσκολες
καταστάσεις τις λίστας χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα μεθόδους χαλάρωσης έτσι ώστε
να ξεπεράσει τις όποιες καταστάσεις. Στην συνέχεια και όταν το άτομο θα νιώθει
έτοιμο, θα γίνουν συμπεριφορικά πειράματα κατά τα οποία θα δοκιμάσει να βιώσει
στην πραγματικότητα τις απλές καταστάσεις τις λίστας (π.χ. μία βόλτα σε ένα μέρος
με πολύ κόσμο, το να πει καλημέρα σε κάποιον άγνωστο κλπ) και στη συνέχεια τις
πιο δύσκολες (π.χ. το να πάει σε ένα πάρτι).»

Ποια είναι η σημασία της αυτογνωσίας στη διαχείριση του άγχους και πώς μπορεί κάποιος να αναπτύξει αυτήν την ικανότητα;

«Η γνωστική ψυχολογία υποστηρίζει ότι συναισθήματα όπως το άγχος
πηγάζουν από σκέψεις, επομένως αν ελέγξουμε τις σκέψεις θα μπορέσουμε να
ελέγξουμε και το συναίσθημα (Beck & Emery 1985). Οι σκέψεις όμως που
προκαλούν άγχος μπορεί να είναι αυτόματες, δηλαδή να έρχονται χωρίς να το
αντιλαμβανόμαστε. Επομένως, είναι σημαντικό το άτομο να μάθει να αντιλαμβάνεται
αυτές τις αυτόματες αρνητικές σκέψεις οι οποίες είναι συνήθως ανελαστικές, π.χ.
Όλοι θα με δουν να ιδρώνω και να κοκκινίζω και άρα θα με κοροϊδέψουν» ή «αν δεν
φερθώ άψογα οι γύρω μου θα με απορρίψουν. Το άτομο πρέπει να μάθει να παρατηρεί τον εαυτό του και να αντιλαμβάνεται τις συμπεριφορές, τις σκέψεις και όλα τα
ερεθίσματα που το οδηγούν στο άγχος και την κοινωνική φοβία. Επιπλέον θα πρέπει
να αντιληφθεί ότι όταν βιώνει άγχος εμπλέκεται σε προστατευτικές συμπεριφορές
αποφυγής, οι οποίες το προφυλάσσουν μεν από το να βιώσει το φοβικό ερέθισμα
αλλά ενισχύουν το άγχος του προς αυτό, κάτι που μακροπρόθεσμα ενισχύει την
επιρροή του άγχους και της κοινωνικής φοβίας επάνω του.
(Leahy, 2003).»

Περισσότερα άρθρα καθώς και πληροφορίες για τον Ψυχολόγο-Ψυχοθεραπευτή, Γκαντίνα Θεόδωρο, μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα του: gantinas.gr

Email: info@gantinas.gr

Τηλέφωνα Επικοινωνίας: 2311 269 114 – 6944 841005

Οδός: Τσιμισκή 27, Θεσσαλονίκη, (στη στάση πλατεία Αριστοτέλους)

Πηγές

Beck, A. T., & Emery, G. (1985). Anxiety disorders and phobias: A cognitive
perspective. New York: Basic Books.

Borkovec, T. D., & Hu, S. (1990). The effect of worry on cardiovascular response to
phobic imagery. Behaviour Research & Therapy, 28, 69-73.

Ellis, A. (1997). The evolution of Albert Ellis and emotive behavior therapy. In J. K.
Zeig (Ed.), The rational evolution of psycotherapy: The third conference. New York:
Brunner/Mazel.

Hakamata, Y., Lissek, S., Bar-Haim, Y., Britton, J. C., Fox, N. A., Leibenluft, E.,
Ernst M, Pine, D. S. (2010). Attention bias modification treatment: A meta-analysis
toward the establishment of novel treatment for anxiety. Biological Psychiatry, 68,
982-990.

Mathews, A., & MacLeod, C. (1985). Selective processing of threat cues in anxiety
states. Behaviour Research & Therapy, 23, 563-569.

Mineka, S., & Kelly, K. A. (1989). The relationship between anxiety, lack of control
and loss of control. In A. Steptoe (Ed.), Stress, personal control and health (pp. 163-
191). Chichester, England: Wiley.

Mogg, K., Mathews, A., & Eysenck, M. (1992). Attentional bias in clinical anxiety
states. Cognition and Emotion, 6, 149–159.