Χατζηdiaries #2

Οι Αμετάβλητοι

…και δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο και συνάμα πιο αναζωογονητικό απ’ την αστάθεια. Ξημερώνει νύχτα και βραδιάζει φως, γι’ αυτους-για μας, που δε μας δόθηκε ποτέ τίποτα με σιγουριά και βεβαιότητα. Κι αν μας δόθηκε, σα σκοινί, έπρεπε με το ζόρι να το τραβήξουμε, γιατί δε θέλανε να μας το δώσουνε με τίποτα.
 Και πώς νιώθεις όταν ζεις κάτι τέτοιο ; Εξουθενωμένος και περήφανος.Κάθε μέρα υποχρεούσαι να αποδεικνύεσαι σε εσένα τον ίδιο, να μένεις αμετάβλητος σε όποιο χτύπημα κι αν δεχθείς, όχι γιατί είσαι βράχος αλύγιστος ή εκλεκτός ανάμεσα σε θνητούς, αλλά γιατί δεν έχεις την πολυτέλεια να χρονοτριβείς με λύπες και δάκρυα κι ας σου προσάπτεται ο τίτλος του ιταμού.

Έτσι, αν ανοίξεις την οθόνη του τηλεφώνου σου, θα δεις ένα μήνυμα, ένα mail, κάτι, ανατρεπτικό ως προς εκείνο που ίσχυε την τελευταία φορά που το άνοιξες.Και θα χαμογελάσεις σιωπηλά.Όλα αλλάζουν. Όλα, εκτός από εσένα.Η λέξη κλειδί είναι το “εκεί”.Εκεί. Εκεί…εκεί. Συνέχεια εκεί. Πάντα εκεί.Ψυχή αγέρωχη κι αγέραστη.Ο αμετάβλητος.Και σ’ έναν κόσμο που μεταβάλλεται και αλλοτριώνεται διαρκώς, πόσο τιμητικός αυτός ο τίτλος…!

Και “δεν πειράζει”.Πολλά, άπειρα “δεν πειράζει”.Πόσο σε γαλούχησαν τούτα τα δεν πειράζει και πόσο τα έθρεψες κι εσύ με την καρδιά σου.Μα, αλήθεια: δεν πειράζει.Τι να σου φταίει, τι να μας φταίει,στον κόσμο που όλο αλλάζει ; Μονάχα εμείς, που δεν αλλάξαμε ποτέ.Κι ας μας φταίμε για την ειλικρίνειά μας κι ας μας τρομάζει η αλήθεια μας.

Όταν θα πέσει η νύχτα, πριν κλείσουνε τα μάτια κουρασμένα, αφότου όλη τη μέρα είδαν περιστροφές-περίστροφα να βλέπουν κατά πάνω τους, στο τέλος κοιμήθηκαν γλυκά.



Χατζηdiaries #1

Μερικές φορές οι γλώσσες το έχουν αυτό: με την πάροδο των χρόνων, με την καθημερινή χρήση και τριβή, συχνά συγχέουν τις έννοιες. Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό ή απαραίτητα καλό, απλώς είναι ντε φάκτο, ισχύει. 
Μερικές φορές. 
Και μερικές φορές το κάνουν δικαιωματικά, μερικές φορές το κάνουν γραμματολογικά και κανείς δεν μπορεί να τους πει το αντίθετο, καθότι η συγχώνευση/σύγχυση αυτή είναι φυσικό επόμενο.
Εγώ έχω ανακαλύψει μία τέτοια συγχώνευση , που είναι ολόσωστη γλωσσικά και ενώνει τις δύο λέξεις-έννοιες, ταυτίζοντάς τες μεταξύ τους, χωρίς όμως να υφίσταται αυτή η ταύτιση καθολικά. Δε με πιάνετε. Δεν πειράζει. 

Είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι οικογένεια=συγγενείς. 
Και είναι κλισέ το να πούμε ότι “την οικογένεια δεν τη διαλέγεις, τους φίλους όμως ναι”.
Και επαλαμβάνω ότι η ταύτιση αυτή, γλωσσολογικά, είναι απόλυτα αποδεκτή.
Όμως δεν είναι νοηματικά. 
Όχι πάντα. Όχι παντού. 
Και είναι μπόλικες οι φορές που το αίμα που κυλά μέσα στις φλέβες μας μεταγγίζεται και αναμειγνύεται με αίμα ξενικό, μέσω της ψυχής.
Και στην ψυχή δεν καίγεται καρφάκι για ίδιο αίμα, ίδιο επώνυμο, γενεαλογικά δέντρα και τα συναφή.

Και γιατί να της καίγεται άλλωστε ;
Γιατί να δοξάζει και να σέβεται αυτομάτως έναν κατά τύχη δοσμένο τίτλο, ο οποίος δεν έχει απαραίτητα κερδηθεί, ο οποίος απλούστατα παραδόθηκε και η σχέση πάτησε αυτομάτως πάνω του ; 
Τους κατέκτησα όμως όλους εκείνους που μπορώ πια αναμφίβολα να τους αποκαλώ “οικογένειά” μου και δεν έχουμε ούτε στάλα ίδιου αίματος στις φλέβες μας. Τους κατέκτησα και με κατέκτησαν.

Είδα και γνώρισα ανθρώπους δίχως συγγενείς, γεμάτους από οικογένεια. Και γι’ αυτούς τους ανθρώπους σε πληροφορώ, εαυτέ μου, πως η έννοια τούτη ηχεί χίλιες φορές πιο δυνατά στην καρδιά τους απ’ το μεγαλύτερο σόι. 
Είναι που αυτή η έννοια είναι αέναη, είναι άπειρη, όπως η έννοια της αγάπης και του έρωτα και του Θεού κι εμείς επιλέξαμε να την ορίσουμε μονάχα λεξιλογικά, μα είναι αδύνατον. Είναι αδύνατον στον κόσμο να καταφέρεις να χωρέσεις όλα αυτά που θα χωρέσει μια οικογένεια. 
Και όχι, σε καμία περίπτωση όλα αυτά δε θα χωρέσουν στην έννοια “συγγενείς” ή στην έννοια “σόι”.

Ίσως οικογένεια να είναι ένα σύμπλεγμα ανθρώπων με συγχρονισμένο τον παλμό της ψυχής τους. Ίσως να είναι εκείνοι που όταν η ψυχή του ενός βροντοφωνάζει από το άλγος, από ευτυχία, από σθένος, από οργή, τότε οι άλλες-ακόμη κι άθελά τους-ειδοποιούνται και ακολουθούν.
Ίσως οικογένεια να είναι κάτι ακόμη πιο μονολεκτικό: τρέξιμο.
Ίσως οικογένεια να είναι μια φράση:
δεν έχω επιλογή. 
Δεν έχω επιλογή να μην τρέξω.

Όπως ένα παιδί. 
Άφαντο. Χαμένο απ’ το φως, κινούμενο στα ζοφερά σοκάκια της καρδιάς του-σπάνια βγαίνει έξω. 
Κι όμως, όταν το φως πέφτει επάνω μου και ξεγυμνώνομαι, τρέχει να με σκεπάσει. 

Ίσως οικογένεια να έπρεπε να είμαστε όλοι μαζί. 
Ίσως οικογένεια να είναι η πιο λιτή και συνάμα η πιο φουσκωμένη από νόημα και χρόνια και ζωή περιγραφή ενός ατόμου.
Κι όλοι έχουμε κάποιον που όταν έρθει η ώρα να τον περιγράψουμε θα πούμε απλώς: οικογένεια.

Εξαιρετικά αφιερωμένο.