Ζούμε στη καλύτερη ηλικία στην χειρότερη εποχή;

Αναρωτιέται ο 18άρης, ο 30άρης, ο 45άρης, ο 60άρης και ο άνθρωπος κάθε ηλικίας σκεπτόμενος όλα όσα δεν μπορεί να κάνει. Η διαφορά είναι πως κάθε ηλικία έχει τα δικά της. Άλλες τις ξέφρενες εξόδους, τις γνωριμίες, άλλες την παραγωγικότητα, την κατεύθυνση για την δημιουργία ενός στίγματος (όπως μιας επιχείρησης), ενώ άλλες με αρκετή εμπειρία οραματίζονται να σβήσουν τα απωθημένα τους.

Αναρωτιούνται και χάνονται στο λαβύρινθο των σκέψεων και των αναμνήσεων. «Ζούνε κυρίως με την ελπίδα, επειδή η ελπίδα αφορά το μέλλον ενώ η ανάμνηση είναι παρελθόν. Και για τους νέους το μέλλον είναι μεγάλο ενώ το παρελθόν μικρόΡητορική, Αριστοτέλης.

Για τους νέους, υπάρχει έντονη ανησυχία, αμφισβήτηση, ανάγκη για την συνέχεια μίας ατέρμονης ακόμη επανάστασης. Να αντισταθούν ξανά, κόντρα στις επιλογές του συστήματος, ενάντια στη διαφθορά του ρεαλισμού επάνω στην αθώα τους συνείδηση, που σαν φλοίδα τεντώνεται αργά, τόσο που σχίζεται, αφήνοντας την πληγή εκτεθειμένη στον ιμπεριαλισμό της πραγματικότητας. Προσπαθούν με κάθε τρόπο να βρουν καλοσύνη σε κάθε εμπόδιο, να αντλήσουν κουράγιο από το αγιασμένο νερό της νεότητος. Να πειστούν στο τέλος, πως παραμένουν άτρωτοι, αλώβητοι στα συντρίμμια της παγκόσμιας κρίσης.

Για τους αποκαλούμενους «μεγάλους»; Για αυτούς που είναι αέναο το παρελθόν και στιγμή το μέλλον;

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πως το εγέλα·
και πως την εμπιστεύονταν πάντα –τι τρέλλα!–
την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό».

Κ.Π. Καβάφης

Η λογική και η εμπειρία δεν είναι σοφό να αμφισβητούνται, να παραβλέπονται και να παραμελούνται. Οφείλει οποιαδήποτε ανθρώπινη ύπαρξη να τις συμπεριλάβει στις παραμέτρους μιας εκλογικευμένης πράξης. Υποχρεούται να ακούσει την γνώμη τους, διαφορετικά θα της επαναφέρουν στην μνήμη, όλα τα λάθη και τη γνώση του περπατημένου δρόμου του παρελθόντος.

Κάπου εκεί ο γέρος στο ποίημα του Καβάφη αποκοιμιέται επάνω στο τραπέζι του καφενείου. Τον κούρασε η φρόνηση, βαρέθηκε την τρέλα της. Σημασία είχε πως όσο ατελείωτο φάνταζε το παρελθόν, τόσο αυξάνονταν οι παλμοί του, τόσο γέμιζε το μυαλό του με στιγμές, στιγμές που ήταν απλά ένας δυνατός νέος.

Τελικά ζούμε στην καλύτερη ηλικία στην χειρότερη εποχή; Η απάντηση για εμένα είναι όχι. Κάθε ηλικία έχει αναρίθμητες αφορμές και δικαιολογίες να πιστεύει πως όλα είναι εις βάρος της. Οι νέοι λένε εσείς ζήσατε την ζωή σας, ενώ οι μεγάλοι ισχυρίζονται πως στερούνται πολύτιμο χρόνο. Κανείς όμως δεν βλέπει πως ο χρόνος είναι πολύ υποκειμενικό στοιχείο σύγκρισης.

Εφόσον νιώθουμε νέοι, δεν μπορεί κανείς να μας αμφισβητήσει. Εφόσον πιστεύουμε πως υπάρχει αρκετός χρόνος για να ικανοποιήσουμε όλες τις επιθυμίες μας, η ηλικία κλείνει την πόρτα και εξαφανίζεται από το δωμάτιο. Οι νέοι έχουν απλώς το προνόμιο να επικοινωνούν καλύτερα με το παιδί μέσα τους αλλά δεν κατέχουν το μονοπώλιο. Όλοι έχουν το δικαίωμα να γνωρίσουν και να γίνουν φίλοι με αυτό το παιδί. Και αν οι ανάγκες τους μεγαλώνουν, οι επιθυμίες τους αναβάλλονται και τα όνειρα τους παραμένουν μονάχα στον κόσμο της φαντασίας, με λίγα λόγια ακόμα και αν όλα πηγαίνουν στραβά, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από την ανάγκη για μία νέα ερμηνεία του χρόνου.

O Νταλί είχε πιάσει το νόημα του χρόνου βλέποντας ένα τυρί καμαμπέρ να λιώνει στον ήλιο. Ο χρόνος είναι πανταχού παρόν και το μόνο που μένει ανέγγιχτο στο πέρασμα του είναι η μνήμη.

Για αυτό θυμηθείτε ποιοι ήσασταν, σκεφτείτε ποιοι θέλετε να γίνετε και τα υπόλοιπα απλά θα λιώσουν, εσείς όμως θα παραμείνετε!

Αλίκη Αϊδίνη




Η ζωή μας ξαναρχίζει μετά τα 46 μας χρόνια!

Το σηµείο καµπής στη ζωή του ανθρώπου είναι τα 46 χρόνια. Σε αυτή την ηλικία βιώνει ο άνθρωπος την πιο βαθιά µελαγχολία. Αµέσως µετά αρχίζει το ταξίδι προς την ευτυχία.

Το περιοδικό «Economist» αφιέρωσε το εξώφυλλό του σε αυτό το θέµα. ∆εν παραλείπει όµως να υπενθυµίσει την ατάκα του γάλλου ηθοποιού Μορίς Σεβαλιέ: «Τα γηρατειά δεν είναι και τόσο άσχηµα αν λάβουµε υπόψη µας την εναλλακτική λύση».

Οι κακόπιστοι θα µπορούσαν να υποθέσουν ότι το έγκυρο βρετανικό περιοδικό ήθελε απλώς να παρηγορήσει τους αναγνώστες του, ο µέσος όρος ηλικίας των οποίων είναι ακριβώς τα 46 χρόνια. Εάν κάποιοι από αυτούς δεν αισθάνονται και πολύ καλά, τώρα ξέρουν ότι τα πράγµατα στο µέλλον θα γίνουν καλύτερα. Ο λόγος όµως δεν είναι αυτός. Στην πραγµατικότητα, ο «Economist» επιβεβαιώνει την τάση που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στη Δύση: Χωρίς τη μέτρηση της Ακαθάριστης Εθνικής Ευτυχίας το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν δεν έχει κανένα νόηµα.

Ο«Economist» επικαλείται µεταξύ άλλων τη µελέτη του αµερικανού καθηγητή Οικονοµικών Ντέιβιντ Μπλέιντσφλαουερ, ο οποίος εξέτασε τα δεδοµένα από 72 χώρες, οι κάτοικοι των οποίων κλήθηκαν να απαντήσουν στην ερώτηση πόσο ικανοποιηµένοι είναι από τη ζωή τους. Ενα από τα συµπεράσµατα είναι ότι ο µέσος όρος ηλικίας αλλάζει από χώρα σε χώρα.

Για τους Ελβετούς το ναδίρ της ικανοποίησης από τη ζωή εντοπίζεται στα 35 χρόνια, οι Ουκρανοί βουτάνε σε βαθιά µελαγχολία στα 62 τους. Ο µέσος όρος, ωστόσο, και στις 72 χώρες είναι τα 46 χρόνια.

Χρειαζόταν µια αµερικανική έρευνα για να µάθουµε ότι κάπου ανάµεσα στα 40 και τα 50 πολλοί άνθρωποι περνούν αυτό που γνωρίζουµε όλοι ως κρίση της µέσης ηλικίας; Ασφαλώς όχι. Αλλά, όπως επισηµαίνει ο «Economist», η έκπληξη βρίσκεται µετά:

Παρά το γεγονός ότι όσο πλησιάζουν προς την τρίτη ηλικία οι άνθρωποι χάνουν πράγµατα που εκτιµούν, όπως είναι η ζωντάνια,η ευστροφία και η εµφάνιση, κερδίζουν αυτό που ξοδεύουν µια ζωή για να βρουν: την ευτυχία.

Το βρετανικό περιοδικό υπενθυµίζει επίσης ότι, αντίθετα µε τους συµβατικούς οικονοµολόγους που µετρούν µόνο τον πλούτο, ένας νέος κλάδος της επιστήµης της Οικονοµίας θεωρεί την ευτυχία ένα µετρήσιµο οικονοµικό µέγεθος.

Το 2008, ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί ζήτησε από δύο νοµπελίστες οικονοµολόγους, τον Αµάρτια Σεν και τον Τζόζεφ Στίγκλιτς, να δηµιουργήσουν έναν δείκτη µέτρησης της εθνικής ευµάρειας πέρα από το ΑΕΠ. Και µόλις τον περασµένο µήνα στη Βρετανία ο πρωθυπουργός της χώρας Ντέιβιντ Κάµερον ανακοίνωσε ότι η κυβέρνησή του θα αρχίσει να συγκεντρώνει στοιχεία σχετικά για τη συλλογική ευεξία.

Σε κάθε περίπτωση, οι ειδικοί επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους στο αιώνιο ερώτηµα: τι µας κάνει ευτυχισµένους; Αποφασιστικό ρόλο παίζουν τέσσερις παράγοντες:

  • το φύλο,
  • ο χαρακτήρας,
  • οι εξωτερικές συνθήκες
  • και η ηλικία.

Οι γυναίκες είναι ελαφρώς πιο ευτυχείς από τους άντρες, αν και πιο επιρρεπείς στην κατάθλιψη. Πιο ευτυχείς είναι και οι εξωστρεφείς σε σχέση µε τους εσωστρεφείς.

Μερίδιο στην ευτυχία έχουν επίσης το εισόδηµα, η υγεία, η εκπαίδευση, οι σχέσεις.

Για την ηλικία, τέλος, µια σειρά από πρόσφατες µελέτες καταλήγουν στο συµπέρασµα ότι η ψυχολογική ευµάρεια είναι µια καµπύλη που έχει το σχήµα του λατινικού γράµµατος U. Ετσι, ο άνθρωπος στα 20 του χρόνια αισθάνεται ψυχολογικά ακµαίος και πιάνει… πάτο στα 46. Υστερα όµως έρχεται η ευτυχία…

Πηγή




Έρευνα: Η ηλικία που ανακαλύπτουμε την αγαπημένη μας μπάντα

H TickPick διενήργησε μια νέα έρευνα θέλοντας να ανακαλύψει τον τρόπο με τον οποίο οι γονείς επηρεάζουν το μουσικό γούστο των παιδιών τους.

Περισσότεροι από 490 γονείς συμμετείχαν και περισσότεροι από 500 ακροατές εξέφρασαν τις μουσικές εμπειρίες της νιότης τους.

Εν τέλει, στο top-10 των… influencers της παιδικής ηλικίας συμπεριλήφθησαν οι φίλοι, το ραδιόφωνο, οι ταινίες, ο πατέρας, η μητέρα, η τηλεόραση, οι συναυλίες, τα αδέρφια, τα social media κλπ.

Τα αποτελέσματα έδειξαν πως οι περισσότεροι άνθρωποι ανακαλύπτουν τον αγαπημένο τους μουσικό σε ηλικία 13 ετών και ξεκινούν να εκτίθενται, εν γνώσει τους, σε μουσικά ακούσματα από τα 12 και μισό.

Το hard rock, το classic rock και το heavy metal βρίσκονται στην κορυφή των επιλογών από τους γονείς…

Δείτε εδώ τα αναλυτικά αποτελέσματα της έρευνας.

Πηγή




Γιατί όσο μεγαλώνεις δεν ακούς καινούργια μουσική; – Κι όμως υπάρχει λόγος

Όταν ήσασταν έφηβοι και ανακαλύπτατε συνεχώς νέα μουσική, παρατηρήσατε σίγουρα ότι οι γονείς σας δεν ενθουσιάζονταν και πολύ από τις επιλογές σας. Έβρισκαν την μουσική που ακούτε είτε «πολύ θορυβώδη», είτε «λίγο άγρια». Αλλά κι εσείς, όσο μεγαλώνατε δεν είχατε το ίδιο αυτί για τις νέες μουσικές. Μήπως έχετε αναρωτηθεί «γιατί παλιότερα έβγαζαν μουσικάρες και τώρα τίποτα»;

Όλα όμως εξηγούνται. Όσο μεγαλώνουμε η σχέση μας με την μουσική αλλάζει. Όχι για όλους, αλλά σίγουρα για τους περισσότερους. Πιάνουμε τους εαυτούς μας πολλές φορές εντελώς κλειστούς στις νέες μουσικές, και προτιμάμε να ακούμε παλαιότερα κομμάτια.

Η ηλικία δεν είναι σταθερή, αλλά αυτό γίνεται σταδιακά. Βέβαια, σε μια έρευνά του, το deezer ανακάλυψε πως κατά μέσο όρο σταματούμε να ανακαλύπτουμε καινούργιες μουσικές στα 30,5 μας χρόνια. Η πλατφόρμα μουσικής διεξήγαγε την έρευνα ανάμεσα σε 1.000 Βρετανούς. Το 60% των ερωτηθέντων απάντησαν πως ακούν τα ίδια τραγούδια ξανά και ξανά και πως «κολλούν» σε μια μουσική ρουτίνα, ενώ το 25% απάντησε πως δεν θέλει να ανακαλύψει καμία μουσική έξω από τα είδη που προτιμά.

Το κορυφαίο ποσοστό των ερωτηθέντων για την ανακάλυψη καινούργιας μουσικής σημειώθηκε στην ηλικία των 24 ετών (75%). Από εκεί και πέρα ακολουθεί φθίνουσα πορεία.

Το 2015 η ιστοσελίδα skynetandebert.com, μάζεψε δεδομένα από το Spotify και το Echo Nest. Στην εφηβική μουσική επικρατεί κατά κράτος η pop, ποσοστό που πέφτει σταδιακά και φτάνει σε μια «ωρίμανση» λίγο μετά τα 30. Στα 33 σχεδόν κανείς δεν άκουγε καινούργια μουσική.

Οι λόγοι είναι πολλοί. Οι πολλές επιλογές που μπερδεύουν, ο λιγότερος χρόνος, παιδιά στο σπίτι κ.α. Αλλά ο κυριότερος είναι η νοσταλγία. Όπως αναφέρεται και σε έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Memory & Cognition», η μουσική μπορεί να έχει τεράστια επίδραση στον εγκέφαλο, φέρνοντας στον νου αναμνήσεις του παρελθόντος, νεαρότερης ηλικίας, κυρίως από το σχολείο και το πανεπιστήμιο.

Σε μια διαφορετική έρευνα, αποκαλύπτεται γιατί συμβαίνει αυτό. Γιατί τα αγαπημένα μας γνωστά τραγούδια, προκαλούν μια απόλαυση στον εγκέφαλο, απελευθερώνοντας ουσίες όπως η ντοπαμίνη, η σεροτονίνη, η οξυτοκίνη κ.α. Όσο περισσότερο μας αρέσει ένα τραγούδι, τόσο περισσότερες ουσίες σαν κι αυτές απελευθερώνονται στο σώμα.

Αυτό συμβαίνει σε όλους, κυρίως στην εφηβεία. Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι για να ακούς παλαιότερα τραγούδια. Όπως είναι η «φάση προσμονής» σε κάποιο τραγούδι, όταν π.χ. συγκεκριμένα σημεία σου προκαλούν ανατριχίλα. Ή οπως όταν ακούς ένα τραγούδι μετά από πολλά χρόνια και μια εφορία σε κυριεύει όταν το ξανακούσεις. Κάτι που δεν θα συμβεί εύκολα με ένα νέο τραγούδι.

Όχι ότι δεν θα ξανακούσεις ποτέ καμία νέα μουσική, αλλά οι περιπτώσεις θα μειώνονται όσο μεγαλώνεις. Και οι λόγοι που συμβαίνει αυτό, είναι καλά κρυμμένοι στον ψυχισμό σου. Μην ανησυχείς όμως, συμβαίνει σχεδόν σε όλους.

Πηγή