Η οικειότητα σε μια σχέση: Πώς χτίζεται, πώς χάνεται και πώς μπορεί να επιστρέψει
Στις σύγχρονες σχέσεις, η λέξη «οικειότητα» ακούγεται συχνά, αλλά σπάνια κατανοείται σε βάθος. Πολλοί τη συγχέουν αποκλειστικά με το σεξ, όμως στην πραγματικότητα η οικειότητα είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο. Είναι το συναίσθημα ασφάλειας, σύνδεσης και αποδοχής που κάνει δύο ανθρώπους να νιώθουν πραγματικά κοντά — σωματικά, συναισθηματικά και ψυχικά.
Κι όμως, ακόμη και οι πιο δυνατές σχέσεις περνούν φάσεις όπου η οικειότητα μοιάζει να ξεθωριάζει.
Τι είναι πραγματικά η οικειότητα
Η οικειότητα δεν γεννιέται μόνο στο κρεβάτι. Χτίζεται στις μικρές στιγμές: σε μια ειλικρινή συζήτηση στο τέλος της ημέρας, σε ένα άγγιγμα χωρίς σκοπό, σε ένα βλέμμα που λέει «σε καταλαβαίνω».
Υπάρχουν διαφορετικά είδη οικειότητας:
Συναισθηματική, όταν μοιραζόμαστε φόβους, σκέψεις και ανασφάλειες
Σωματική, που περιλαμβάνει το σεξ αλλά και κάθε μορφή τρυφερότητας
Πνευματική, όταν νιώθουμε ότι ο άλλος μας «πιάνει» σε βάθος
Καθημερινή, μέσα από τη συντροφικότητα και τη ρουτίνα
Όταν αυτά συνυπάρχουν, η σχέση αποκτά διάρκεια και ουσία.
Γιατί η οικειότητα χάνεται με τον καιρό
Η απώλεια οικειότητας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η αγάπη έχει χαθεί. Συχνά είναι αποτέλεσμα της καθημερινότητας. Υποχρεώσεις, άγχος, δουλειά, παιδιά, οικονομικές πιέσεις — όλα αυτά μπορούν να απομακρύνουν δύο ανθρώπους χωρίς να το καταλάβουν.
Ένας από τους βασικότερους λόγους είναι η έλλειψη επικοινωνίας. Όταν σταματάμε να μιλάμε ουσιαστικά και περιοριζόμαστε σε πρακτικά θέματα, η συναισθηματική σύνδεση αδυνατίζει.
Επίσης, ο φόβος της απόρριψης παίζει σημαντικό ρόλο. Πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν να εκφράσουν τις ανάγκες ή τις επιθυμίες τους — ακόμα και τις σεξουαλικές — από φόβο μήπως πληγώσουν ή απομακρύνουν τον σύντροφό τους.
Το σεξ ως καθρέφτης της σχέσης
Το σεξ δεν είναι ξεκομμένο από τη συναισθηματική κατάσταση της σχέσης. Αντίθετα, λειτουργεί συχνά ως καθρέφτης της. Όταν υπάρχει ένταση, αποστασιοποίηση ή θυμός, αυτά αντανακλώνται και στη σεξουαλική ζωή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε περίοδος μειωμένης επιθυμίας είναι πρόβλημα. Υπάρχουν φάσεις ζωής όπου η λίμπιντο αλλάζει φυσιολογικά. Το ζήτημα είναι αν υπάρχει διάθεση κατανόησης και όχι σιωπή.
Πώς μπορεί να επιστρέψει η οικειότητα
Η επανασύνδεση δεν απαιτεί μεγάλες κινήσεις, αλλά συνειδητή προσπάθεια.
1. Ειλικρινής επικοινωνία Το να μιλήσεις ανοιχτά για το πώς νιώθεις — χωρίς κατηγορίες — είναι το πρώτο βήμα. Αντί για «δεν μου δίνεις σημασία», το «μου λείπει η επαφή μας» αλλάζει εντελώς τον τόνο.
2. Χρόνος χωρίς περισπασμούς Ένα γεύμα χωρίς κινητά, μια βόλτα, μια απλή συζήτηση πριν τον ύπνο. Ο ποιοτικός χρόνος δεν χρειάζεται να είναι πολύς, αλλά πρέπει να είναι ουσιαστικός.
3. Επαφή χωρίς προσδοκία Η τρυφερότητα χωρίς στόχο — ένα χάδι, μια αγκαλιά — βοηθά να ξαναχτιστεί η ασφάλεια και η σύνδεση.
4. Αποδοχή της αλλαγής Οι σχέσεις εξελίσσονται. Το σεξ στα 20 δεν είναι ίδιο με το σεξ στα 40, και αυτό δεν είναι αρνητικό. Η αποδοχή αυτής της αλλαγής ανοίγει τον δρόμο για νέες μορφές οικειότητας.
Όταν η απόσταση γίνεται σιωπή
Ένα από τα πιο επικίνδυνα σημάδια σε μια σχέση δεν είναι οι καβγάδες, αλλά η αδιαφορία. Όταν οι σύντροφοι σταματούν να προσπαθούν, να συζητούν ή να αγγίζονται, η απόσταση παγιώνεται.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αναζήτηση βοήθειας — είτε μέσα από συζήτηση είτε με τη βοήθεια ειδικού — δεν είναι αδυναμία. Είναι ένδειξη ότι η σχέση αξίζει την προσπάθεια.
Η οικειότητα ξεκινά από τον εαυτό μας
Δεν μπορούμε να είμαστε πραγματικά κοντά σε κάποιον άλλον αν δεν είμαστε σε επαφή με τον εαυτό μας. Η κατανόηση των δικών μας αναγκών, ορίων και επιθυμιών είναι βασική προϋπόθεση για υγιείς σχέσεις.
Όσο καλύτερα γνωρίζουμε τον εαυτό μας, τόσο πιο αυθεντικά μπορούμε να συνδεθούμε με τον άλλον — χωρίς ρόλους, χωρίς μάσκες.
Συμπέρασμα
Η οικειότητα δεν είναι δεδομένη. Είναι μια ζωντανή διαδικασία που χρειάζεται φροντίδα, χρόνο και ειλικρίνεια. Δεν χάνεται από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε επιστρέφει με μαγικό τρόπο.
Όμως όταν δύο άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά να είναι παρόντες ο ένας για τον άλλον, η σύνδεση μπορεί όχι μόνο να επανέλθει, αλλά να γίνει βαθύτερη από πριν.
Η σημασία του «ποιοτικού χρόνου» στις σύγχρονες σχέσεις
Στην εποχή της ταχύτητας, της εργασιακής πίεσης και της συνεχούς ενασχόλησης με τις οθόνες, οι ανθρώπινες σχέσεις – και ειδικά οι ερωτικές – συχνά δοκιμάζονται. Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις είναι να διατηρηθεί η ποιότητα στη σχέση και να καλλιεργηθεί η εγγύτητα ανάμεσα στους συντρόφους. Και εδώ έρχεται ο ρόλος του «ποιοτικού χρόνου» (quality time).
Τι είναι ο ποιοτικός χρόνος;
Ο ποιοτικός χρόνος δεν είναι απλώς το να βρίσκεσαι δίπλα στο ταίρι σου. Είναι η συνειδητή επιλογή να αφιερώνεις χρόνο με ουσία, όπου και οι δύο είστε παρόντες ψυχικά και συναισθηματικά. Μπορεί να σημαίνει μια βραδιά χωρίς κινητά, ένα γεύμα με ουσιαστική συζήτηση ή ακόμη και μία κοινή δραστηριότητα όπως το περπάτημα ή η μαγειρική.
Πώς επηρεάζει τη σχέση;
Μελέτες έχουν δείξει πως τα ζευγάρια που αφιερώνουν ποιοτικό χρόνο μεταξύ τους βιώνουν μεγαλύτερη ικανοποίηση, εμπιστοσύνη και σταθερότητα στη σχέση τους. Η συναισθηματική σύνδεση ενισχύεται, ενώ μειώνονται οι πιθανότητες παρεξηγήσεων και συναισθηματικής απομάκρυνσης.
Τι μπορούμε να κάνουμε στην πράξη;
1. Ορίστε συγκεκριμένες στιγμές
Π.χ., κάθε Κυριακή απόγευμα αφιερωμένη σε «εμάς». Χωρίς social media, χωρίς δουλειά, μόνο με επίκεντρο τη σχέση.
2. Κάντε πράγματα μαζί
Μάθημα χορού, μαγείρεμα, επιτραπέζια ή μια μίνι εκδρομή. Οι κοινές εμπειρίες ενισχύουν τη σύνδεση.
3. Επικοινωνία χωρίς περισπασμούς
Μία ειλικρινής συζήτηση χωρίς τηλεόραση ή κινητά είναι ανεκτίμητη. Ρωτήστε ο ένας τον άλλον: «Πώς νιώθεις πραγματικά;»
4. Εκφράστε την εκτίμηση
Μερικά λόγια αναγνώρισης και ενθάρρυνσης μπορούν να κάνουν θαύματα. Ο ποιοτικός χρόνος περιλαμβάνει και το να εκτιμάς και να δείχνεις αγάπη.
Παγίδες που πρέπει να αποφύγεις:
Να θεωρείς δεδομένο τον άλλον.
Να πιστεύεις πως η καθημερινή ρουτίνα αρκεί.
Να αντικαθιστάς την πραγματική επαφή με διαδικτυακή επικοινωνία.
Ο ποιοτικός χρόνος είναι μια επένδυση που πάντα αποδίδει. Δεν απαιτεί χρήματα ή εντυπωσιακές κινήσεις — μόνο προσοχή, παρουσία και πρόθεση. Σε έναν κόσμο που μας τραβάει παντού, η επιλογή να μείνεις συνειδητά δίπλα στον άνθρωπό σου, είναι πράξη αγάπης.
«Όταν οι δρόμοι χωρίζουν: Το ψυχολογικό αποτύπωμα του διαζυγίου»
Το διαζύγιο αποτελεί μία από τις πιο στρεσογόνες και συναισθηματικά φορτισμένες εμπειρίες στη ζωή ενός ανθρώπου. Πέρα από τη νομική και πρακτική του διάσταση, αγγίζει βαθιά την ψυχολογία τόσο των πρώην συντρόφων όσο και των παιδιών ή του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος. Στη σημερινή μας συνέντευξη φιλοξενούμε την ψυχολόγο Ιωάννα Κόπτση, με σκοπό να φωτίσουμε τις ψυχικές προκλήσεις που συνοδεύουν το διαζύγιο, αλλά και να αναζητήσουμε τρόπους αντιμετώπισης του τραύματος που μπορεί να αφήσει πίσω του. Μέσα από την επιστημονική της ματιά θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα πώς μπορούμε να στηρίξουμε τον εαυτό μας ή τους κοντινούς μας ανθρώπους σε αυτή τη δύσκολη μετάβαση.
Ποιοι είναι οι πιο συχνοί ψυχολογικοί παράγοντες που οδηγούν ένα ζευγάρι στο διαζύγιο;
Τα αίτια διαζυγίων είναι τόσα όσες κι οι προσωπικές ιστορίες του καθενός. Είναι αντίστοιχα με τους λόγους που επιλέξαμε να δημιουργήσουμε μια σχέση, ευθύς εξ αρχής. Επομένως, τόσο η δημιουργία όσο και η ρήξη μιας σχέσης είναι υποκειμενική υπόθεση, ακριβώς επειδή δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε «αθώα» η συγκεκριμένη επιλογή. Ωστόσο, «όσο κι αν κανείς προσέχει, όσο κι αν το κυνηγά», που λέει και το τραγούδι, δεν ελέγχονται ούτε αποφεύγονται έστω και μερικά ρήγματα. Χωρίς βέβαια αυτά απαραίτητα να οδηγούν σε ολική ρήξη. Αντιθέτως, μπορούν να λειτουργήσουν ως ευκαιρίες προσωπικής και κοινής αναβάθμισης κι ωρίμανσης. Είναι επίσης σημαντικό να θυμόμαστε πως η διατήρηση ενός γάμου δεν δηλώνει απαραίτητα επιτυχία, όταν το αλισβερίσι παραμένει σαθρό. Στην παρούσα φάση, αν συνοψίζαμε και γενικεύαμε μερικούς παράγοντες που οδηγούν στο διαζύγιο, θα παρατηρούσαμε την αδυναμία διαχείρισης των προσωπικών θεμάτων του καθενός και την αποφυγή ανάληψης ευθύνης να οδηγούν σε απομάκρυνση, κακή επικοινωνία, απουσία μοιράσματος σκέψεων και συναισθημάτων, σεξουαλική αποσύνδεση, εξωσυζυγικές σχέσεις, παρεμβατικότητα τρίτων προσώπων (συγγενείς, φίλοι). Επίσης, σημαντικές αιτίες είναι η αμφίδρομη αδυναμία διαχείρισης των προγενέστερων κι αναπόφευκτων μικρότερων ρήξεων στη σχέση που συχνά προκύπτουν από διαφορετικές προτεραιότητες, στόχους και τρόπο ζωής, από ασυμβατότητα, από παρορμητική επιλογή συντρόφου, από αποξένωση που προέκυψε στην πορεία της σχέσης για παράδειγμα λόγω διαφορετικής προσωπικής εξέλιξης. Οι συγκρούσεις γύρω από το οικονομικό αλισβερίσι, οι διαφωνίες στην οικονομική διαχείριση και η οικονομική πίεση παρατηρούνται ως κοινές αιτίες φθοράς. Συχνός επίσης παράγοντας καθημερινών συγκρούσεων και ρήξεων εμπιστοσύνης είναι οι εθισμοί, οι οποίοι συνυπάρχουν με ανειλικρίνεια και ανευθυνότητα. Σταθερά και πλέον ανοιχτά επικοινωνείται η κακοποίηση σε οποιαδήποτε μορφή της (συναισθηματική, σωματική, σεξουαλική, παραμέληση) που ανέκαθεν οδηγούσε τα ζευγάρια σε αγεφύρωτες ρήξεις. Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση γύρω από την κακοποίηση και το ψυχικό τραύμα έχει ανοίξει τον δρόμο της απεμπλοκής πιο εύκολα.
Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να διαχειριστεί τα συναισθήματα θλίψης, θυμού ή ενοχής μετά από ένα διαζύγιο;
Το διαζύγιο δεν είναι μια στιγμή, δηλαδή η στιγμή της υλοποίησής του. Είναι μια αλληλουχία γεγονότων, συναισθημάτων, σκέψεων, βιωμάτων, προσδοκιών που συμβαίνουν τόσο πριν όσο μετά το γεγονός αυτό καθαυτό. Είναι μια διαδικασία που αλλάζει σταδιακά και ριζικά. Είναι μια απώλεια που είτε μέσα είτε έξω από τον γάμο, αργά ή γρήγορα, βιώνεται ως πένθος. Συνεπώς, τα συναισθήματα θλίψης, θυμού και ενοχής είναι μέρος αυτής της διαδικασίας. Η πραγματική εξέλιξη θα προκαλέσει θλίψη ως απάντηση στα όνειρα και στις προσδοκίες του καθενός και στην ιδέα ενός «επιτυχημένου» γάμου. Άλλο στάδιο αυτής της διαδικασίας είναι η άρνηση της παραδοχής του τέλους της σχέσης, ο θυμός για αυτά που έχουν συμβεί παρόλες τις πιθανές ευκαιρίες αποκατάστασης και τις διαπραγματεύσεις. Σε αυτό το συναισθηματικό καρδιογράφημα συνυπάρχουν κι η ανακούφιση της αποδέσμευσης με τον ενθουσιασμό για το μέλλον. Όλα τα συναισθηματικά στάδια του πένθους της απώλειας της σχέσης συνδέονται άρρηκτα με τις προσωπικότητες των εμπλεκόμενων. Διότι, το διαζύγιο θεωρείται ψυχοπιεστικό γεγονός, επομένως τόσο η βίωσή του όσο και η διαχείρισή του φέρνουν στην επιφάνεια τους συνήθεις τρόπους αντιμετώπισης των κρίσεων. Συνεπώς, η αναγνώριση και έπειτα η διαχείριση όλων αυτών των συναισθηματικών σταδίων είναι θεμελιώδη και ουσιαστικά, προϋποθέτοντας ωστόσο ότι υπάρχει εξοικείωση με αυτήν τη διαδικασία. Η ψυχοθεραπεία σε αυτό το στάδιο μπορεί να βοηθήσει αρκετά. Γενικότερα, η λεκτικοποίηση των συναισθημάτων και των σκέψεων βοηθά. Ανοίγει ταυτόχρονα χώρος για εποικοδομητικό εσωτερικό διάλογο, για αυτοφροντίδα, ενδυνάμωση, εξατομίκευση και νέες εμπειρίες ζωής.
Τι συμβουλές θα δίνατε σε κάποιον που δυσκολεύεται να προχωρήσει μετά από έναν χωρισμό;
Η διαδικασία της αποεπένδυσης κάποιες φορές ξεκινάει πριν την οριστική λήξη του γάμου, άλλες πάλι μετά. Ως αποεπένδυση ορίζεται η απομάκρυνση της ψυχικής ενέργειας από ένα άτομο ή μία συνθήκη, δηλαδή η διακοπή της επένδυσης. Επομένως, ένα αρχικό και βασικό στάδιο στη διαχείριση της δυσκολίας είναι η μείωση της συναισθηματικής εμπλοκής του από τη σχέση. Πιο συγκεκριμένα, θα μπορούσε ο εμπλεκόμενος να ξεκινήσει μια ψυχική «αποτοξίνωση» απομακρύνοντας φωτογραφίες, αντικείμενα, μηνύματα και αλλάζοντας κοινές συνήθειες, χωρίς ωστόσο πίεση για άμεση ίαση από το πένθος και εξιδανίκευση της νέας ζωής ή της προηγούμενης σχέσης. Αρκετά σημαντικό στάδιο επίσης είναι η ρεαλιστική ανάληψη ευθύνης που εξ ορισμού μοιράζεται και στους δυο, καθώς επίσης φοβίες μοναξιάς. Όλα αυτά τα στάδια χρειάζονται χρόνο για να μεταβολιστούν, αλλά όπως κι όλα τα πένθη είναι σημαντικό να κάνουν τον κύκλο τους γιατί διαφορετικά προκαλούν σοβαρές επιπλοκές στη μετέπειτα ζωή.
Υπάρχουν θετικές πτυχές στο διαζύγιο;
Αλίμονο αν η ζωή μας προσδιορίζονταν μόνο από τις απώλειές μας. Η ίδια η φύση καθημερινά μας μυεί στο φυσιολογικό τέμπο της αρχής και του τέλους, της αρχής και του τέλους ατέρμονα. Όσο κι αν το τέλος συχνά συνοδεύεται με πόνο, η ροή των πραγμάτων φέρνει αναπόφευκτα την αρχή που συχνά συνοδεύεται από την αναγέννηση και την εξέλιξη. Αφού κλείσει η πληγή του πένθους, σταδιακά επέρχεται η ανακούφιση και η ψυχική ηρεμία. Το διαζύγιο μπορεί να αποβεί μια καλή ευκαιρία επαναπροσδιορισμού, προσωπικής εξέλιξης, ωρίμανσης, ενδυνάμωσης, εξατομίκευσης και νέων εμπειριών. Αρκεί να υπάρχει πρόθεση.
Μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία για προσωπική ανάπτυξη;
Αδιαμφισβήτητα μπορεί να αποτελέσει ουσιαστική ευκαιρία. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναγνωριστούν οι γνήσιες και ουσιαστικές προσπάθειες που κάνουν πλέον πολλά ζευγάρια, τόσο ατομικά όσο και κοινά, προκειμένου να βρουν ισορροπία και γαλήνη στη σχέση τους, είτε προχωρήσουν μαζί είτε χωριστά. Είναι σημαντικές πρωτοβουλίες που αλυσιδωτά επηρεάζουν και τις επόμενες γενιές, από το ατομικό στο συλλογικό. Υπάρχουν πλέον αρκετοί άνθρωποι που «αναβαθμίζουν» τα προικιά που έλαβαν, τα απομεινάρια δυσλειτουργικών γάμων των προηγούμενων γενεών που επηρεάζουν τους τωρινούς ενήλικες έμμεσα και άμεσα. Αν φυσικά το ζητούμενο είναι η εξέλιξη, τόσο ατομικά όσο και κοινά. Μέσα από τα ερείπια μιας σχέσης μπορεί να ενισχυθεί η αυτοπαρατήρηση και να προκληθεί αυτογνωσία. Οι δυο τους μπορούν να οδηγήσουν στην ψυχική ωρίμανση, στην οριοθέτηση, στην εξατομίκευση και στον επαναπροσδιορισμό. Όλα αυτά μαζί θα φέρουν στην επιφάνεια δυσλειτουργικά μοτίβα, περιοριστικές πεποιθήσεις, υποσυνείδητα βιώματα και θα φωτίσουν την προσωπική ιστορία του καθενός. Κατ΄επέκταση θα δώσουν απαντήσεις και περισσότερες πιθανότητες αναζήτησης ενός συντρόφου-συνοδοιπόρου παρά ενός συντρόφου-προσδοκία κάλυψης των προσωπικών ελλειμμάτων ή αλλιώς συντρόφου-γονέα.
Πώς επηρεάζει το διαζύγιο τα παιδιά, και ποιοι είναι οι καλύτεροι τρόποι για να τα στηρίξουν οι γονείς;
Ας τολμήσουμε να παραδεχτούμε ότι τα παιδιά συνήθως τοποθετούνται ως ασπίδες από τους γονείς προκειμένου οι δεύτεροι να αποφύγουν προσωπικά τους θέματα. Όλοι οι προαναφερθέντες ψυχολογικοί παράγοντες που οδηγούν ένα ζευγάρι στο διαζύγιο προϋπάρχουν στο ζευγάρι. Αδιαμφισβήτητα ο ερχομός ενός παιδιού και η γονεϊκότητα τους ενισχύει, φέρνοντάς τους στην επιφάνεια. Ωστόσο, η ίδια η γονεϊκότητα φέρνει στην επιφάνεια και φαντάσματα του παρελθόντος του καθενός, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τις σχέσεις. Τα παιδιά δεν επηρεάζονται τόσο από το διαζύγιο αυτό καθ’ αυτό όσο από τον εμφύλιο που ξεκινά μετά το τέλος του γάμου. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τι θα μας επικοινωνούσαν, αν τους δίναμε τον λόγο:
Ο εμφύλιος ωστόσο δεν συμβαίνει μόνο όταν το ζευγάρι χωρίζει. Υπάρχουν πολλοί γονείς που συντηρούν δυσλειτουργικές σχέσεις και δεν τους περνά καν από το μυαλό η πιθανότητα διαζυγίου.
Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τους καβγάδες:
Επομένως, η διαχείριση της σχέσης ή/και του διαζυγίου είναι το ζητούμενο και η συναισθηματική ασφάλεια, ο σεβασμός, η συνέχεια, η σταθερότητα κι η ειλικρίνεια αναλογικά με την ηλικία είναι δομικά στοιχεία.
Παρακάτω ακολουθεί ένας οδηγός διαχείρισης διαζυγίου με παιδιά:
Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως στα πλαίσια ενός «καλού» διαζυγίου η ειλικρίνεια ανάλογα με την ηλικία παίζει σημαντικό ρόλο, η λήξη του εμφυλίου είναι σημαντική προϋπόθεση, όπως και η αδιαμφισβήτητη αγάπη, η παρουσία, η προβλεψιμότητα και η σταθερότητα στη συνέχεια της ζωής του παιδιού. Επιτρέπουμε τη συναισθηματική έκφραση, ενισχύουμε την ενσυναίσθηση, την ηρεμία και τον αυτοσεβασμό, έχοντας στο νου μας για πτώση των επιδόσεων, απομόνωση, παθητικοεπιθετικότητα, παρορμητισμό, υπερβολική προσκόλληση, αύξηση της έκθεσης στις οθόνες, ανασφάλεια στις σχέσεις, φόβο εγκατάλειψης ή δέσμευσης, αυξημένο άγχος, δυσκολία διατήρησης σταθερών σχέσεων, αυτό- ενοχοποίησης, φόβο αγνώστου και έντονη θλίψη. Σε αυτές τις περιπτώσεις η βοήθεια ενός ειδικού ψυχικής υγείας είναι αρκετά σημαντική.
Ψυχολογικές επιπτώσεις του Διαζυγίου: Τι πρέπει να γνωρίζουμε
Το διαζύγιο ανάμεσα σε ενήλικες αποτελεί μια δύσκολη και συχνά επώδυνη διαδικασία, καθώς σηματοδοτεί το τέλος μιας σχέσης. Μπορεί να συνοδεύεται από συναισθηματική φόρτιση, άγχος και θλίψη, ενώ επηρεάζει όχι μόνο τους δύο συζύγους, αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον τους, όπως τα παιδιά, την οικογένεια και τους φίλους.
Στο Cityvibes.gr φιλοξενήθηκε η MSc Κλινική Ψυχολόγος, Εύη Γιαννίκου, η οποία αναφέρθηκε σε αυτό το όλο και πιο συχνό φαινόμενο στην εποχή μας, επιχειρώντας να δώσει λύσεις και οδηγίες διαχείρισης της εν λόγω κατάστασης.
Ποιοι είναι οι συνηθέστεροι παράγοντες που οδηγούν σε ένα διαζύγιο και πώς μπορεί ένα ζευγάρι να τους αναγνωρίσει νωρίς;
«Το διαζύγιο είναι αποτέλεσμα συναισθηματικής αποξένωσης, η οποία έρχεται και εξελίσσεται προοδευτικά. Η αιτία προέρχεται εσωτερικά από τους ίδιους τους συντρόφους, οι οποίοι δεν έχουν δυστυχώς την ψυχική ωριμότητα να διαχειριστούν τη διαφορετικότητα, τα όρια, την επικοινωνία, αλλά πολλές φορές και την ίδια την ουσιαστική σύνδεση που χρειάζεται μια υγιής σχέση. Στην πράξη αυτό μπορεί να μεταφράζεται σε καταστάσεις όπου οι πατρικές οικογένειες έχουν χώρο να «εισβάλουν» στη συντροφική ζωή, η απόκτηση παιδιού προκαλεί συγκρούσεις, η επικοινωνία γίνεται με υπονοούμενα – υποθέσεις – μούτρα και ο ανταγωνισμός και η καχυποψία εδραιώνονται. Υπάρχουν και πολλά ακόμα, τα οποία όμως είναι αφορμές, όχι αιτίες! Επομένως, ένας προστατευτικός παράγοντας απέναντι στο διαζύγιο, αλλά και σε κάθε αποσύνδεση, είναι η υπεύθυνη αναγνώριση των προσωπικών μας δυσκολιών, στην επικοινωνία, την έκφραση, την εγγύτητα και η βελτίωση τους.»
Ποιες είναι οι πιο συνηθισμένες ψυχολογικές επιπτώσεις ενός διαζυγίου στους ενήλικες;
«Συνηθίζουμε να περιγράφουμε το διαζύγιο σαν ένα μικρό θάνατο. Δεν αφορά βέβαια την απώλεια του προσώπου, αλλά περισσότερο προσωπικές προσδοκίες, όνειρα, ελπίδα για παντοτινή συναισθηματική ασφάλεια και ζεστασιά. Η απώλεια του ρόλου του / της συζύγου, επίσης, έχει συχνά και κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις. Τα συναισθήματα που συνοδεύουν ένα τέτοιο πένθος είναι το άγχος, η θλίψη, ο θυμός, ο φόβος, η απόγνωση και φυσικά σταδιακά η προσαρμογή στα νέα δεδομένα. Ακόμα και τα άτομα που επιλέγουν συνειδητά την οδό του διαζυγίου θα βιώσουν κάποια από αυτά τα συναισθήματα, λιγότερο ή περισσότερο. Όσο, όμως, επώδυνη και αν είναι η περίοδος αυτή, κάθε άνθρωπος καταφέρνει να συνεχίσει ομαλά, ακόμα και αν χρειαστεί την υποστήριξη ψυχολόγου.»
Πώς μπορεί κάποιος να διαχειριστεί τα συναισθήματα θλίψης και απώλειας μετά από ένα διαζύγιο;
«Είναι σημαντικό να περάσουμε το μήνυμα ότι τα δύσκολα συναισθήματα είναι χρήσιμα και αναγκαία! Κανείς δε θέλει να πονά, όμως χωρίς αυτά τα συναισθήματα δεν θα είχε το περιθώριο ο ψυχισμός να κατανοήσει, να εκφράσει, να μεταφέρει μηνύματα κρίσιμα για τη ζωή του ανθρώπου. Η περίοδος του διαζυγίου είναι μια περίοδος σοβαρής εσωτερικής και υπαρξιακής κρίσης. Είναι ένα μεταβατικό στάδιο που αποκαλύπτει πολύ ουσιαστικά ζητήματα που αφορούν τον εαυτό μας, τις επιλογές μας, αλλά θα έλεγα και τον τρόπο που έχουμε ανατραφεί, πάντα σε ψυχοσυναισθηματικό επίπεδο. Ο τρόπος για να ”χρησιμοποιήσουμε” εποικοδομητικά για την ψυχικής μας ισορροπία τη φάση αυτή είναι, είναι αρχικά να αποδεχτούμε ότι αυτή η επίπονη διαδικασία είναι φυσιολογική και αναγκαία. Παρατηρούμε συναισθήματα και σκέψεις και μας γνωρίζουμε! Χρειάζεται χρόνος με τον εαυτό μας, αλλά και με ανθρώπους που μας προσφέρουν κάποια ανακούφιση. Αυτό που οπωσδήποτε θα πρέπει να αποφεύγουμε είναι πρακτικές που αποσπούν την προσοχή από την εσωτερική μας κατάσταση, όπως είναι η αγωνιώδης αναζήτηση επόμενου συντρόφου και η χρήση ουσιών. Φυσικά υπάρχει πάντα η επιλογή της ψυχοθεραπευτικής στήριξης, ένα ασφαλές πλαίσιο για μια τόσο κρίσιμη στιγμή, όπου μπορούμε να επεξεργαστούμε, να εκφράσουμε, να μάθουμε πράγματα μέσα από την εμπειρία του διαζυγίου.»
Πώς μπορεί να βοηθήσει η θεραπεία ζεύγους στην αποφυγή ενός διαζυγίου ή στην πιο ομαλή μετάβαση μετά από αυτό;
«Η θεραπεία ζεύγους μπορεί να βοηθήσει όταν και οι δύο σύντροφοι έχουν αποφασίσει υπεύθυνα ότι θέλουν να μείνουν μαζί. Όταν ένας από τους δύο έχει έντονα δεύτερες σκέψεις, έρχεται αναγκαστικά ή υπάρχει ήδη ένα άλλο πρόσωπο στη ζωή του, τότε είναι λιγότερο πιθανό να φανεί χρήσιμη. Στη θεραπεία ζεύγους έχουν το περιθώριο να εκφραστούν όλες οι σκέψεις και τα συναισθήματα, χωρίς το φόβο της έντασης ή της λεκτικής επίθεσης. Με τη βοήθεια του ειδικού, αναδύονται ζητήματα που αποφεύγονται, μαθαίνονται τρόποι επικοινωνίας, ενώ κάθε σύντροφος μπορεί να αναγνωρίσει το προσωπικό του μερίδιο συμμετοχής στην αποξένωση. Η συμβουλευτική στήριξη στη διαχείριση διαζυγίου είναι μια άλλη διαδικασία που ξεκινά όταν το ίδιο υπεύθυνα οι δύο σύντροφοι έχουν αποφασίσει ότι δε θέλουν να παραμείνουν μαζί, αλλά δυσκολεύονται να το διαχειριστούν. Βέβαια, θα έλεγα, ότι στη διαδικασία αυτή συνήθως μπαίνει ο ένας από τους δύο συζύγους, που έχει πάρει την απόφαση να χωρίσει ή μπαίνουν και οι δύο καλούμενοι να διαχειριστούν συμπεριφορικά και συναισθηματικά τα παιδιά που έχουν αποκτήσει μαζί. Δεν είναι φυσικά σπάνιες οι φορές που η θεραπεία ζεύγους καταλήγει στη συνειδητοποίηση ή την απόφαση του χωρισμού. Καλό είναι, τέλος, να διευκρινιστεί ότι ο ψυχολόγος δεν αποφασίζει ή δεν ”οδηγεί” σε αποφάσεις για τη συνέχιση ή μη μιας σχέσης!»
Ποιο είναι το καλύτερο πλάνο για την υποστήριξη των παιδιών που βιώνουν το διαζύγιο των γονέων τους;
«Σε ό,τι αφορά τη στήριξη των παιδιών, είναι σημαντικό να λαμβάνουμε υπόψη παραμέτρους όπως η ηλικία του παιδιού, η σχέση με τον κάθε γονέα ξεχωριστά, αν υπάρχουν ταυτόχρονα άλλα ζητήματα που επιβαρύνουν το παιδί (ασθένεια, σχολικός εκφοβισμός, μετακόμιση) και αν υπάρχουν στο περιβάλλον του παιδιού άλλα πρόσωπα αναφοράς και πηγή στήριξης. Καλό είναι να μην ανακοινώνεται μια απόφαση στο παιδί, αν δεν έχουν καταλήξει σίγουρα σε αυτή οι ενήλικες. Επίσης, ακόμα και αν ένα παιδί ή έφηβος φαίνεται ”αρκετά ώριμο για την ηλικία του” δεν είναι βοηθητικό να μοιράζονται μαζί του οι γονείς πληροφορίες που αφορούν τη συντροφική τους σχέση. Ακόμα και όταν υπάρχουν ερωτήσεις από την πλευρά του ανηλίκου, θα πρέπει να αποφεύγονται λεπτομέρειες, αλλά να δίνονται απαντήσεις που ενισχύουν την ασφάλεια και δείχνουν ότι οι γονείς δεν έχουν αποδιοργανωθεί! Η διαχείριση των παιδιών είναι ίσως το σημείο εκείνο που χρειάζεται περισσότερο η συνδρομή του ειδικού και θα έλεγα ότι οι περισσότεροι γονείς φροντίζουν για αυτό. Άλλωστε, ισχύει το ότι δύο ενήλικες χωρίζουν ως σύντροφοι, αλλά χρειάζεται να παραμείνουν μια ενωμένη ομάδα ως γονείς.»