Ενσυναίσθηση στη διδασκαλία: Χτίζοντας σχέσεις εμπιστοσύνης

Η ενσυναίσθηση αποτελεί θεμελιώδη δεξιότητα στην εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς προωθεί την κατανόηση των συναισθημάτων, των αναγκών και των απόψεων των μαθητών (Rogers, 1969). Στο πλαίσιο της διδασκαλίας, η ικανότητα του εκπαιδευτικού να δείχνει ενσυναίσθηση ενισχύει το κλίμα εμπιστοσύνης, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού και παραγωγικού μαθησιακού περιβάλλοντος (Noddings, 2005).

Η ενσυναίσθηση συμβάλλει στην αναγνώριση και διαχείριση των συναισθημάτων των μαθητών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις άγχους, απογοήτευσης ή δυσκολίας στην κατανόηση του μαθήματος (Decety & Jackson, 2004). Μέσω της ενεργητικής ακρόασης και της θετικής επικοινωνίας, ο δάσκαλος διαμορφώνει σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού και αποδοχής, που διευκολύνουν την ανοιχτή έκφραση προβληματισμών και αναγκών από τους μαθητές (Schonert-Reichl, 2017).

Η ενσυναίσθηση στην τάξη δεν περιορίζεται στην ατομική σχέση δασκάλου-μαθητή, αλλά επεκτείνεται και στη δημιουργία μιας συλλογικής κουλτούρας, όπου η αποδοχή της διαφορετικότητας και η αλληλοϋποστήριξη προάγουν την κοινωνική συνοχή (Zins et al., 2007). Η καλλιέργεια τέτοιων σχέσεων μειώνει την πιθανότητα εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς και ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας και ευημερίας (Jennings & Greenberg, 2009).

Επιπλέον, η ενσυναίσθηση σχετίζεται άμεσα με την κοινωνική και συναισθηματική μάθηση (SEL), η οποία έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει τις ακαδημαϊκές επιδόσεις και την ψυχική υγεία των μαθητών (Durlak et al., 2011). Εκπαιδευτικοί που ενσωματώνουν πρακτικές ενσυναίσθησης στην τάξη βοηθούν τους μαθητές να αναπτύξουν την αυτορρύθμιση, την επίλυση συγκρούσεων και τις δεξιότητες συνεργασίας.

Συνεπώς, η ενσυναίσθηση αποτελεί κρίσιμο εργαλείο στη διδασκαλία, καθώς συμβάλλει στη δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης και σε ένα υποστηρικτικό μαθησιακό περιβάλλον, όπου οι μαθητές αισθάνονται αποδεκτοί και ενθαρρύνονται να αναπτύξουν πλήρως τις δυνατότητές τους.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Decety, J., & Jackson, P. L. (2004). The functional architecture of human empathy. Behavioral and Cognitive Neuroscience Reviews, 3(2), 71-100. https://doi.org/10.1177/1534582304267187
  • Durlak, J. A., Weissberg, R. P., Dymnicki, A. B., Taylor, R. D., & Schellinger, K. B. (2011). The impact of enhancing students’ social and emotional learning: A meta‐analysis of school‐based universal interventions. Child Development, 82(1), 405-432. https://doi.org/10.1111/j.1467-8624.2010.01564.x
  • Jennings, P. A., & Greenberg, M. T. (2009). The prosocial classroom: Teacher social and emotional competence in relation to student and classroom outcomes. Review of Educational Research, 79(1), 491-525. https://doi.org/10.3102/0034654308325693
  • Noddings, N. (2005). The challenge to care in schools: An alternative approach to education. Teachers College Press.
  • Rogers, C. R. (1969). Freedom to learn. Charles Merrill.



Η Χρήση της Πολυτροπικότητας στη Διδασκαλία Ξένων Γλωσσών

Η πολυτροπικότητα, ως έννοια στην επικοινωνία, αναφέρεται στην ενσωμάτωση πολλών διαφορετικών τύπων εκφραστικών μέσων, όπως κείμενα, εικόνες, ήχους και βίντεο, στην εκπαιδευτική διαδικασία. Στη διδασκαλία ξένων γλωσσών, η πολυτροπικότητα προσφέρει τη δυνατότητα να συνδυαστούν διάφοροι τύποι επικοινωνίας για να ενισχυθεί η κατανόηση και η εμπλοκή των μαθητών (Cope & Kalantzis, 2009). Η συνύπαρξη εικόνας, ήχου και κειμένου δημιουργεί μια πιο δυναμική και πολυδιάστατη μάθηση, προσεγγίζοντας τους μαθητές από διαφορετικές οπτικές και ενισχύοντας τη διαδικασία αφομοίωσης της ξένης γλώσσας.

Η Πολυτροπικότητα στην Εκπαίδευση

Η πολυτροπικότητα συνιστά μια στρατηγική που αναγνωρίζει την επικοινωνία ως μια διαδικασία που εμπλέκει πολλές μορφές έκφρασης. Στην εκπαιδευτική πρακτική, αυτή η προσέγγιση υπογραμμίζει τη σημασία της ενσωμάτωσης ποικιλίας μέσων και εργαλείων για την ενίσχυση της κατανόησης και της μάθησης (Jewitt, 2008). Στη διδασκαλία ξένων γλωσσών, αυτός ο συνδυασμός μέσων επιτρέπει στους μαθητές να αλληλοεπιδρούν με τη γλώσσα σε διάφορους διαύλους, προσφέροντας πιο εμπλουτισμένες και διαδραστικές μαθησιακές εμπειρίες.

Η Χρησιμότητα της Πολυτροπικότητας στη Διδασκαλία Ξένων Γλωσσών

  1. Ανάπτυξη Πολυδιάστατης Κατανόησης
    Η συνδυασμένη χρήση ήχου, εικόνας και κειμένου βοηθά στην ανάπτυξη της διαπολιτισμικής συνείδησης και της κριτικής σκέψης. Οι μαθητές, ερχόμενοι σε επαφή με διαφορετικά μέσα, μπορούν να κατανοήσουν τις σημασίες πίσω από τα μηνύματα, ακόμη και αν δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν πλήρως τη γλώσσα (Kress, 2003). Ειδικότερα, η εικόνα μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο για την ενίσχυση του νοήματος, ενώ ο ήχος μπορεί να ενισχύσει την κατανόηση της προφοράς και του ρυθμού της γλώσσας.
  2. Αυξημένο Κίνητρο και Εμπλοκή των Μαθητών
    Η χρήση πολυτροπικών υλικών, όπως ταινίες, μουσικά βίντεο ή διαδραστικά παιχνίδια, ενισχύει τη συμμετοχή των μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η εμπλοκή με τον ήχο και την εικόνα καθιστά τη μάθηση πιο ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική, ενθαρρύνοντας τους μαθητές να αλληλεπιδράσουν με τη γλώσσα με ενεργό τρόπο (Lankshear & Knobel, 2006).
  3. Ενίσχυση της Γλωσσικής Δεξιότητας μέσω Ποικιλίας Μέσων
    Η πολυτροπικότητα δίνει στους μαθητές την ευκαιρία να ενισχύσουν και τις τέσσερις γλωσσικές δεξιότητες (ανάγνωση, γραφή, ακρόαση και ομιλία). Η παρακολούθηση ενός βίντεο σε ξένη γλώσσα, η ανάγνωση κειμένου που συνοδεύεται από εικόνες ή η ακρόαση ενός ηχογραφημένου διαλόγου, επιτρέπει στους μαθητές να εξασκήσουν τις δεξιότητές τους με πολλούς τρόπους ταυτόχρονα, ενισχύοντας την κατανόηση και την αποδοχή της γλώσσας (Burns & Richards, 2012).

Πρακτικές Εφαρμογές Πολυτροπικότητας στη Διδασκαλία Ξένων Γλωσσών

  1. Δημιουργία Διαδραστικών Εκπαιδευτικών Υλικών
    Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να χρησιμοποιούν πολυτροπικά εργαλεία, όπως εκπαιδευτικά βίντεο, διαδικτυακές πλατφόρμες με ήχο και εικόνα, και εφαρμογές κινητών που ενσωματώνουν πολλαπλά μέσα (Memrise, Duolingo). Αυτά τα εργαλεία ενισχύουν την αλληλεπίδραση και επιτρέπουν στους μαθητές να ασχοληθούν με τη γλώσσα σε πραγματικό χρόνο και σε διάφορα επίπεδα.
  2. Χρήση Πολυτροπικών Κειμένων
    Τα πολυτροπικά κείμενα που περιλαμβάνουν εικόνες, χάρτες, διαγράμματα και συνοδευτικό ήχο προσφέρουν στους μαθητές περισσότερους τρόπους κατανόησης του περιεχομένου. Αυτά τα κείμενα μπορεί να χρησιμοποιούνται σε διάφορες εκπαιδευτικές δραστηριότητες, όπως αναλύσεις, παρουσιάσεις ή συζητήσεις, ενισχύοντας την κατανόηση μέσω των διαφορετικών μορφών επικοινωνίας.
  3. Δημιουργία Σεναρίων Εικονικής Πραγματικότητας
    Η χρήση τεχνολογιών όπως η εικονική πραγματικότητα (VR) και η επαυξημένη πραγματικότητα (AR) επιτρέπει στους μαθητές να ζήσουν τη γλώσσα σε ένα πραγματικό περιβάλλον, όπως σε ένα εικονικό ταξίδι σε μια ξένη χώρα ή σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον, με εικόνα, ήχο και κείμενο συνδυασμένα. Αυτή η προσέγγιση βοηθά τους μαθητές να εξασκήσουν τη γλώσσα σε πραγματικές καταστάσεις, βελτιώνοντας την κατανόησή τους και την εφαρμογή των γλωσσικών τους δεξιοτήτων.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Burns, A., & Richards, J. C. (2012). The Cambridge guide to pedagogy and practice in second language teaching. Cambridge University Press.
  • Cope, B., & Kalantzis, M. (2009). Multiliteracies: Literacy learning and the design of social futures. Routledge.
  • Jewitt, C. (2008). The visual in learning and teaching. The Curriculum Journal, 19(3), 243-255.
  • Kress, G. (2003). Literacy in the new media age. Routledge.
  • Lankshear, C., & Knobel, M. (2006). New literacies: Changing knowledge and classroom learning. Open University Press.



Πραγματολογία και σύνδεση γραμματικής με το Περιβάλλον

Η πραγματολογία αποτελεί έναν σημαντικό τομέα μελέτης στη γλωσσολογία και αφορά την εξέταση του πώς η γλώσσα αντανακλά την πραγματικότητα και το περιβάλλον στο οποίο χρησιμοποιείται. Η γραμματική, από την άλλη πλευρά, αναφέρεται στους κανόνες και τις δομές που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των φράσεων και των προτάσεων σε μια γλώσσα. Σε αυτό το άρθρο, θα εξετάσουμε τη σύνδεση ανάμεσα στην πραγματολογία και τη γραμματική, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει το περιβάλλον τη χρήση της γλώσσας.

Η γραμματική αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα

Η γραμματική μιας γλώσσας δεν είναι απλώς ένα σύνολο αφηρημένων κανόνων, αλλά αντανακλά επίσης την πραγματικότητα και το περιβάλλον στο οποίο χρησιμοποιείται η γλώσσα. Για παράδειγμα, στις γλώσσες που χρησιμοποιούν διαφορετικά ρήματα για διάφορες καταστάσεις χρόνου και πρόσωπα, η γραμματική αντανακλά την έννοια του χρόνου και της προσώπου. Επίσης, η δομή της πρότασης σε μια γλώσσα επηρεάζεται από το περιβάλλον και τις κοινωνικές συνθήκες όπου χρησιμοποιείται.

Η πραγματολογία και η επικοινωνία

Η χρήση της γραμματικής σε μια γλώσσα επηρεάζεται από το περιβάλλον και τον σκοπό της επικοινωνίας. Η πραγματολογία εξετάζει πώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη γλώσσα για να εκφράσουν ιδέες και αντιλήψεις σχετικά με τον κόσμο γύρω τους. Έτσι, η γραμματική είναι συχνά συνδεδεμένη με την επικοινωνία και την εκφραστική λειτουργία της γλώσσας.

Περιβαλλοντικές επιδράσεις στη γραμματική

Το περιβάλλον και οι κοινωνικές συνθήκες επηρεάζουν επίσης την ανάπτυξη και τη χρήση της γραμματικής. Για παράδειγμα, στις γλώσσες που χρησιμοποιούνται σε κοινότητες με διαφορετικούς κοινωνικούς ή πολιτιστικούς κανόνες, η γραμματική μπορεί να εξελιχθεί διαφορετικά ανάλογα με τις ανάγκες των ομιλητών.

Συμπερασματικά, η πραγματολογία και η γραμματική συνδέονται στενά και αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον και τις κοινωνικές συνθήκες. Η κατανόηση αυτής της σύνδεσης μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη πιο αποτελεσματικών διδακτικών μεθόδων και εργαλείων για την εκμάθηση της γλώσσας και την επικοινωνία σε διαφορετικά περιβάλλοντα και πολιτισμούς.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Η Κλειδαρότητα για Αποτελεσματική Επικοινωνία

Η επικοινωνία αποτελεί ένα θεμελιώδες στοιχείο της ανθρώπινης διασύνδεσης και αλληλεπίδρασης. Καθημερινά, επικοινωνούμε με τους γύρω μας μέσω προφορικής ή γραπτής επικοινωνίας, εκφράζοντας σκέψεις, συναισθήματα και ιδέες. Η επικοινωνιακή γραμματική αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο που βοηθά στην κατανόηση και την αποτελεσματική μετάδοση των μηνυμάτων μας.

Η επικοινωνιακή γραμματική αναφέρεται στον τρόπο που χρησιμοποιούμε τη γλώσσα για να επικοινωνήσουμε με άλλους. Αντί να εστιάζει αποκλειστικά στους κανόνες και τις δομές της γραμματικής, η επικοινωνιακή γραμματική εστιάζει στην αποτελεσματική και κατανοητή επικοινωνία.

Κύρια Χαρακτηριστικά της Επικοινωνιακής Γραμματικής

  • Εστίαση στην Κατανόηση: Η επικοινωνιακή γραμματική θέτει την κατανόηση του μηνύματος στο επίκεντρο. Το σημαντικότερο δεν είναι να ακολουθούμε αυστηρούς γραμματικούς κανόνες, αλλά να εξασφαλίζουμε ότι το μήνυμά μας είναι κατανοητό από τον παραλήπτη.
  • Προσαρμοστικότητα: Η επικοινωνιακή γραμματική δέχεται την ποικιλομορφία στον τρόπο που εκφραζόμαστε, λαμβάνοντας υπόψη το περιβάλλον, τον παραλήπτη και τον σκοπό της επικοινωνίας.
  • Εμπλοκή του Περιβάλλοντος: Η επικοινωνιακή γραμματική αναγνωρίζει τη σημασία του περιβάλλοντος στην επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών σχέσεων, του πολιτισμού και των κοινωνικών συμβάσεων.

Προϋποθέσεις Εφαρμογής της Επικοινωνιακής Γραμματικής

  • Κατανόηση του Κοινού Στόχου: Οι επικοινωνούντες πρέπει να συμφωνήσουν στον κοινό τους σκοπό και στόχο της επικοινωνίας.
  • Αλληλοσεβασμός: Οι συμμετέχοντες πρέπει να σέβονται τις απόψεις και τα δικαιώματα του άλλου.
  • Ανοιχτή Και Ειλικρινής Επικοινωνία: Οι συμμετέχοντες πρέπει να είναι ανοιχτοί και ειλικρινείς στην έκφραση των σκέψεών τους.
  • Συνεργατική Στάση: Η επικοινωνία πρέπει να βασίζεται στη συνεργασία και την ανταλλαγή ιδεών.

Σε κάθε περίπτωση, η επικοινωνιακή γραμματική αποτελεί έναν απαραίτητο παράγοντα για τη διαμόρφωση και τη διατήρηση υγιών και αποτελεσματικών ανθρώπινων σχέσεων. Καθώς εκφραζόμαστε με σεβασμό, κατανόηση και ανοιχτότητα, διαμορφώνουμε ένα περιβάλλον επικοινωνίας που είναι επωφελές για όλους τους εμπλεκόμενους.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Σημειωτική – Ένα Αρχαίο Μέσο Επικοινωνίας που Εξακολουθεί να Επιτυγχάνει Σημαντικούς Σκοπούς

Η σημειωτική αποτελεί ένα από τα παλαιότερα μέσα επικοινωνίας που έχουν χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο. Αν και οι ακριβείς χρονολογίες της εμφάνισής της δεν είναι γνωστές, η σημειωτική είναι ένα μέσο που υπήρχε σε διάφορες μορφές και σε πολλές κουλτούρες ανά τους αιώνες.

Η ιστορία της σημειωτικής μπορεί να ανιχνευθεί από τη χρήση πρωτόγονων μορφών γραφής όπως οι γλυπτές εικόνες σε πέτρες ή τα απλά σύμβολα που χρησίμευαν για να αναπαρασταθεί μια ιδέα ή ένα γεγονός. Αργότερα, με την εξέλιξη της γλώσσας και της γραφής, η σημειωτική απέκτησε μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και ποικιλία, με τη χρήση των πινάκων, των κειμένων και των καταγραφών.

Στη σύγχρονη εποχή, η σημειωτική έχει εξελιχθεί σε πολλές μορφές, περιλαμβανομένων των σημειώσεων, των δελτίων, των αναφορών και των συνόψεων. Χρησιμοποιείται σε διάφορους τομείς της ζωής, από την εκπαίδευση και την επιστήμη έως την επιχειρηματικότητα και την προσωπική οργάνωση.

Ένα από τα πιο σημαντικά πλεονεκτήματα της σημειωτικής είναι η δυνατότητα να καταγραφούν και να διατηρηθούν πληροφορίες και ιδέες για μελλοντική αναφορά και ανάλυση. Επιπλέον, η σημειωτική μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την οργάνωση των σκέψεων και των καθηκόντων, βοηθώντας τους ανθρώπους να παραμένουν οργανωμένοι και παραγωγικοί.

Παρόλο που η τεχνολογία έχει φέρει νέες μορφές επικοινωνίας και αποθήκευσης πληροφοριών, η σημειωτική συνεχίζει να αποτελεί ένα αξιόπιστο και αποτελεσματικό μέσο για την καταγραφή και τη διάδοση των ιδεών και της γνώσης. Με τη σωστή χρήση και τη συνεχή εξέλιξή της, η σημειωτική μπορεί να συνεχίσει να εξυπηρετεί σημαντικούς σκοπούς στον τομέα της επικοινωνίας και της αποθήκευσης πληροφοριών.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Παιδαγωγικές αρχές διαφοροποιημένης διδασκαλίας

1. ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Όλοι οι μαθητές θέλουν να συνεισφέρουν και να γίνουν αποδεκτοί από το περιβάλλον τους. Η διαφοροποιημένη τάξη προσφέρει ευκαιρίες στους μαθητές να συνειδητοποιήσουν την αξία της διαφορετικότητας και εμβαθύνει σε θέματα δικαιοσύνης και συνεργασίας.

2. ΕΠΙΛΟΓΗ
Οι μαθητές σε μια διαφοροποιημένη τάξη έχουν τη δυνατότητα της επιλογής στο τι μαθαίνουν, στο πώς θα το μάθουν και στον τρόπο που θα εκφράσουν αυτό που έμαθαν. Το μαθησιακό περιβάλλον είναι ανάγκη να δώσει ποικιλία επιλογών στο τι και το πώς της μάθησης προκειμένου να ικανοποιήσει τις ατομικές ικανότητες και τα διαφορετικά ταλέντα των μαθητών.

3. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί συμφωνούν ότι οι μαθητές μαθαίνουν καλύτερα μέσα από συνεργατικές διαδικασίες με τους συμμαθητές τους και με το δάσκαλό τους. Η συνεργασία κάνει τις μαθησιακές δραστηριότητες πιο ελκυστικές και ευχάριστες, αναπτύσσει την αυτοεκτίμηση των μαθητών, ιδιαίτερα εκείνων με δυσκολίες μάθησης και τους βοηθά να αποκτήσουν μία δεξιότητα την οποία θα αξιοποιήσουν αργότερα στη ζωή τους.

4. ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ
Η νέα γνώση αποθηκεύεται στη μακροπρόθεσμη μνήμη όταν συνδεθεί με τις προηγούμενες εμπειρίες, γνώσεις και ενδιαφέροντα του μαθητή. Στην περίπτωση της Γ2 η νέα γνώση πρέπει να συνδεθεί με τη μητρική γλώσσα, με τις προϋπάρχουσες γνώσεις τους και με τον πραγματικό κόσμο στον οποίο ζουν. Οποιαδήποτε σύνδεση έχει θετική επίδραση και αποτελεί σημαντικό στόχο σε κάθε μάθημα διαφοροποιημένης διδασκαλίας.

5. ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΜΑΘΗΣΗΣ
Η έρευνα του εγκεφάλου και της Νευροεπιστήμης αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος μαθαίνει μέσα από διαφορετικές μεθόδους: διερεύνηση, απομνημόνευση, τεχνολογία, κοινωνικοποίηση και πολλά άλλα. Στη διαφοροποιημένη τάξη εφαρμόζονται νέες μέθοδοι μάθησης και διδασκαλίας. Η μάθηση δε αποτελεί πλέον ένα μονόδρομο αλλά μια πράξη αλληλεπίδρασης και αξιοποίησης ποικίλων εργαλείων. Η διαφοροποίηση δε ζητά από τον εκπαιδευτικό να αλλάξει τον τρόπο που διδάσκει αλλά να επεκτείνει το ρεπερτόριό του σε μια προσπάθεια να προσεγγίσει μερικούς ακόμα μαθητές.

6. ΑΝΟΙΧΤΟΤΗΤΑ
Η μάθηση γύρω από ένα θέμα μπορεί να πάρει τη μορφή διερεύνησης επεκτείνοντάς το σε νέες διαστάσεις. Μπορούμε να ενθαρρύνουμε τους μαθητές να θέτουν περισσότερες ερωτήσεις (η περιέργεια είναι σημαντική για τη μάθηση) από το να δίνουν μία απάντηση. Στρατηγικές όπως η Σωκρατική μέθοδος και δραστηριότητες με στόχο τα επίπεδα ανώτερης μάθησης της ταξινομίας Bloom ή του μοντέλου DOK είναι στρατηγικές που δίνουν ανοικτές προδιαγραφές διδασκαλίας απαραίτητες σε μία διαφοροποιημένη τάξη.

7. ΡΟΥΤΙΝΑ
Η κατάλληλη διαχείριση της τάξης φαίνεται να κυριαρχεί όλων των στοιχείων του Αναλυτικού Προγράμματος. Η διδασκαλία διαδικασιών/ρουτινών ενισχύει τη κατάλληλη διαχείριση της τάξης και περιλαμβάνει την επεξήγηση, τη δοκιμή και την υποστήριξη/ενθάρρυνση. Λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της τάξης ο εκπαιδευτικός διδάσκει ρουτίνες συμπεριφοράς στους μαθητές ενισχύοντάς τους το αίσθημα ασφάλειας και προσδοκίας, εξασφαλίζοντας τον έλεγχο του περιβάλλοντος και ταυτόχρονα ενεργοποιώντας τη μνήμη στα όσα διδάχθηκαν. Η δομή είναι σημαντική. Χωρίς σαφείς προσδοκίες για τη διαχείριση της τάξης και τη γνωστοποίησή τους στους μαθητές η διαφοροποίηση θα είναι δύσκολο.

8. ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΜΕΘΟΔΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ
Όσο μεγαλύτερη ποικιλία περιλαμβάνει ο εκπαιδευτικός στις μεθόδους αξιολόγησης των μαθητών (διαμορφωτική, γραπτή ή προφορική, προγραμματισμένη ή έκτακτη) τόσο μεγαλύτερη ανατροφοδότηση θα έχει για τη διαδικασία και τα αποτελέσματα της μάθησης. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να γνωρίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει κάθε μαθητής του. Αυτή η ουσιαστική γνώση των δεξιοτήτων του κάθε μαθητή απαιτεί περισσότερο ανάλυση της πορείας του και λιγότερο αξιολόγηση της τελικής του επίδοσης. Ακόμα, είναι σημαντική η συνολική εικόνα της πορείας του μαθητή ώστε να του δοθεί η υποστήριξη και η ενθάρρυνση που θα βελτιώσει την αυτοπεποίθησή του.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός