Ενσυναίσθηση στη διδασκαλία: Χτίζοντας σχέσεις εμπιστοσύνης

Η ενσυναίσθηση αποτελεί θεμελιώδη δεξιότητα στην εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς προωθεί την κατανόηση των συναισθημάτων, των αναγκών και των απόψεων των μαθητών (Rogers, 1969). Στο πλαίσιο της διδασκαλίας, η ικανότητα του εκπαιδευτικού να δείχνει ενσυναίσθηση ενισχύει το κλίμα εμπιστοσύνης, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού και παραγωγικού μαθησιακού περιβάλλοντος (Noddings, 2005).

Η ενσυναίσθηση συμβάλλει στην αναγνώριση και διαχείριση των συναισθημάτων των μαθητών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις άγχους, απογοήτευσης ή δυσκολίας στην κατανόηση του μαθήματος (Decety & Jackson, 2004). Μέσω της ενεργητικής ακρόασης και της θετικής επικοινωνίας, ο δάσκαλος διαμορφώνει σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού και αποδοχής, που διευκολύνουν την ανοιχτή έκφραση προβληματισμών και αναγκών από τους μαθητές (Schonert-Reichl, 2017).

Η ενσυναίσθηση στην τάξη δεν περιορίζεται στην ατομική σχέση δασκάλου-μαθητή, αλλά επεκτείνεται και στη δημιουργία μιας συλλογικής κουλτούρας, όπου η αποδοχή της διαφορετικότητας και η αλληλοϋποστήριξη προάγουν την κοινωνική συνοχή (Zins et al., 2007). Η καλλιέργεια τέτοιων σχέσεων μειώνει την πιθανότητα εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς και ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας και ευημερίας (Jennings & Greenberg, 2009).

Επιπλέον, η ενσυναίσθηση σχετίζεται άμεσα με την κοινωνική και συναισθηματική μάθηση (SEL), η οποία έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει τις ακαδημαϊκές επιδόσεις και την ψυχική υγεία των μαθητών (Durlak et al., 2011). Εκπαιδευτικοί που ενσωματώνουν πρακτικές ενσυναίσθησης στην τάξη βοηθούν τους μαθητές να αναπτύξουν την αυτορρύθμιση, την επίλυση συγκρούσεων και τις δεξιότητες συνεργασίας.

Συνεπώς, η ενσυναίσθηση αποτελεί κρίσιμο εργαλείο στη διδασκαλία, καθώς συμβάλλει στη δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης και σε ένα υποστηρικτικό μαθησιακό περιβάλλον, όπου οι μαθητές αισθάνονται αποδεκτοί και ενθαρρύνονται να αναπτύξουν πλήρως τις δυνατότητές τους.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Decety, J., & Jackson, P. L. (2004). The functional architecture of human empathy. Behavioral and Cognitive Neuroscience Reviews, 3(2), 71-100. https://doi.org/10.1177/1534582304267187
  • Durlak, J. A., Weissberg, R. P., Dymnicki, A. B., Taylor, R. D., & Schellinger, K. B. (2011). The impact of enhancing students’ social and emotional learning: A meta‐analysis of school‐based universal interventions. Child Development, 82(1), 405-432. https://doi.org/10.1111/j.1467-8624.2010.01564.x
  • Jennings, P. A., & Greenberg, M. T. (2009). The prosocial classroom: Teacher social and emotional competence in relation to student and classroom outcomes. Review of Educational Research, 79(1), 491-525. https://doi.org/10.3102/0034654308325693
  • Noddings, N. (2005). The challenge to care in schools: An alternative approach to education. Teachers College Press.
  • Rogers, C. R. (1969). Freedom to learn. Charles Merrill.



H έξυπνη καρδιά στο χώρο εργασίας

Στο τέλος του 20ου αιώνα παρατηρήθηκε μια απαράμιλλη έξαρση μελετών για τα συναισθήματα, το έως τότε ανεξερεύνητο πεδίο, επειδή ο ρόλος των συναισθημάτων στο νοητικό επίπεδο είχε υποτιμηθεί από την αναγωγική προσέγγιση της επιστήμης. Υπήρχε μια εποχή που το IQ θεωρούνταν ως ο βασικός συντελεστής επιτυχίας στη ζωή, αλλά κατά την τελευταία δεκαετία ο ψυχολόγος Daniel Goleman υποστήριζε ότι η συναισθηματική νοημοσύνη (EI), ή συναισθηματικό πηλίκο είναι πιο σημαντική.

Σε μια εποχή χωρίς εγγυήσεις για εργασιακή σιγουριά, όπου η έννοια της δουλειάς αντικαθίσταται ταχύτατα από δεξιότητες της συναισθηματικής νοημοσύνης, αυτές οι δεξιότητες ανάγονται σε πρωτίστης σημασίας εφόδια που μας εξασφαλίζουν επαγγελματική απασχόληση στο παρόν αλλά και στο μέλλον. Πέραν αυτών, καθώς μεταβάλλεται η μορφή των επιχειρήσεων αλλάζουν και τα χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για τη διάκριση. Ικανότητες που τη δεκαετία του 1970 είχαν σχετικά μικρή αξία για την επιτυχία στην αγορά εργασίας της Αμερικής, έγιναν αποφασιστικής σημασίας στη δεκαετία του 1990, ενώ άρχισαν να εμφανίζονται και εντελώς νέες ικανότητες ως συνέπεια των νέων προκλήσεων στο θέμα της επαγγελματικής διάκρισης. Απ’ την άλλη μεριά, έρευνες δείχνουν ότι όλο και περισσότεροι εργοδότες παραπονούνται για την έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων όχι μόνο στους νεοπροσληφθέντες υπαλλήλους, αλλά και σε κάποια πεπειραμένα στελέχη τους και αναζητούν ως τις πλέον επιθυμητές ικανότητες για την πρόσληψη κάποιου, τις δεξιότητες επικοινωνίας, τη συνεργασία, την πρωτοβουλία και τη σωστή διαχείριση του εαυτού του.

Οι σχέσεις στον εργασιακό χώρο είναι το ίδιο σημαντικές με τις προσωπικές μας σχέσεις διότι περνάμε ίσως περισσότερο χρόνο εκεί, παρά στο σπίτι με τους δικούς μας ανθρώπους. Σε κάθε θέση εργασίας υπάρχουν σημεία τριβής και δυσκολίες είτε είναι κάποιος στη θέση του εργοδότη, είτε στη θέση του υπαλλήλου. Αυτό που όλοι μας ξεχνάμε στον εργασιακό χώρο είναι ότι ναι μεν υπάρχει ιεραρχία και οι υφιστάμενοι αναφέρονται στους προϊστάμενους, όμως δε παύουμε όλοι να είμαστε ενήλικες που έχουμε ως κοινό στόχο την επιτυχία και ανάπτυξη της εκάστοτε επιχείρησης. Αυτό σημαίνει ότι και η εργασιακή σχέση χρειάζεται εξίσου δουλειά και καλά θεμέλια όπως η προσωπική.

Βασικό στοιχείο και σε αυτή τη σχέση είναι η επικοινωνία και η ενημέρωση μεταξύ των συναδέλφων/συνεργατών/προϊσταμένων. Η έκφραση της δυσκολίας, της απορίας και της ενόχλησης είναι σημαντική και καλό είναι να συζητιέται, ώστε να μη μένουν αναπάντητες αντιδράσεις, με αποκορύφωμα κάποιο ξέσπασμα από τη μία ή και τις δύο πλευρές. Μπορεί να διαθέτουμε έναν ικανοποιητικό βαθμό συναισθηματικής νοημοσύνης τον οποίο όμως δε μπορούμε να αξιοποιήσουμε στη ζωή μας, προσωπική ή επαγγελματική καθώς οι δυνατότητες με τις οποίες μας οπλίζει η συναισθηματική νοημοσύνη, δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε εργασιακές ικανότητες. Για παράδειγμα μπορεί κανείς να διαθέτει ενσυναίσθηση (δυνατότητα την οποία διαθέτει κανείς χάρη στη συναισθηματική του νοημοσύνη), όμως να μην μπορεί να την αξιοποιήσει για την καλή εξυπηρέτηση των πελατών του (συναισθηματική ικανότητα), διότι απλούστατα είτε δεν έχει καλλιεργήσει την ικανότητα αυτή είτε δεν έχει μάθει τις δεξιότητες που βασίζονται στην ενσυναίσθηση. Ευτυχώς όμως η αξιοποίηση μιας δυνατότητας ώστε να καταστεί ικανότητα είναι μια διαδικασία εφικτή.

Η συναισθηματική επίγνωση και κατανόηση δεν διδάσκονται στα σχολεία. Μπαίνουμε στον επαγγελματικό στίβο γνωρίζοντας να γράφουμε, να διαβάζουμε και να εκθέτουμε ένα σύνολο γνώσεων, αλλά πολύ συχνά, όταν βρεθούμε στην καρδιά των προβλημάτων που θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε, δεν διαθέτουμε τις κατάλληλες δεξιότητες για να χειριστούμε τα συναισθήματά μας. Το άγχος και οι διαπροσωπικές συγκρούσεις αποτελούν την περίτρανη απόδειξη ότι πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να κατανοήσουν και να ελέγξουν τα συναισθήματά τους. Όταν καταπιέζουμε τα συναισθήματά μας, εκείνα μετατρέπονται γρήγορα στη δυσάρεστη αίσθηση της έντασης, του άγχους και της νευρικότητας. Τα συναισθήματα που δεν έχουν «διευθετηθεί» καταπονούν το σώμα και το νου. Οι δεξιότητες συναισθηματικής νοημοσύνης μας βοηθούν να αξιοποιήσουμε εποικοδομητικά τα αρνητικά αυτά συναισθήματα και μας δίνουν έτσι τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε τις δύσκολες καταστάσεις πριν γίνουν άλυτα προβλήματα.

Η συναισθηματική νοημοσύνη έχει τρομακτική επίδραση στην ανθρώπινη ευτυχία και ικανοποίηση. Συνδέεται άμεσα με την αίσθηση ευεξίας. Όταν οι άνθρωποι οικοδομούν τη συναισθηματική τους νοημοσύνη, αποδίδουν καλύτερα, φέρονται ο ένας στον άλλον καλύτερα και αποκομίζουν πολλά περισσότερα από την εργασία τους. Έτσι, δημιουργείται ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο όλοι κερδίζουν. Η συναισθηματική νοημοσύνη μπορεί να αναπτύσσεται, να διδάσκεται και να εξελίσσεται αδιάκοπα. Εν κατακλείδι, η συναισθηματική νοημοσύνη μπορεί να βελτιωθεί με μεθόδευση, υπομονή και εξάσκηση καθώς και επιθυμία από το ίδιο το άτομο να αλλάζει. Η αναγκαιότητα της συναισθηματικής νοημοσύνης, προβάλλει τώρα περισσότερο από ποτέ, καθιστώντας την ως απαραίτητη και επιβεβλημένη. Όχι μόνο γιατί το επιβάλλουν οι νέες συνθήκες λόγω της πανδημίας, αλλά και επειδή το επιτάσσει η σύγχρονη εποχή στην οποία ζούμε.




Ούτε καρεκλάκια σκέψης, ούτε τιμωρίες. Ενσυναίσθηση μόνο!

Όταν ο γιος μου ήταν τεσσάρων ετών, πήγαμε μία ημερήσια εκδρομή για να παίξουμε στο χιόνι. Ήταν μια όμορφη, κρύα αν και ηλιόλουστη ημέρα. Σ’ένα βουνό, με φόντο τις Άλπεις, ανεβήκαμε ένα λόφο και τον κατεβήκαμε με το έλκηθρο περίπου 25 συνεχόμενες φορές. Όταν ένιωσα να κρυώνω και να κουράζομαι, είπα στο γιο μου ότι θα έκανα ένα διάλειμμα.

Μέσα σε δευτερόλεπτα ένιωσα ένα αιχμηρό, παγωμένο χτύπημα στο πρόσωπό μου. Το μάτι μου πονούσε τρομερά. Ήταν ένα παράξενο μείγμα καυτού και κρύου πόνου και ήμουν εντελώς ζαλισμένη.

Καθώς επεξεργαζόμουν τι συνέβη, κατάλαβα ότι ο γιος μου, μου είχε ρίξει στο πρόσωπο ένα μεγάλο κομμάτι πάγου.

Δεν είχε ιδέα ότι ήταν ένα μεγάλο κομμάτι πάγου.
Είχε κάνει ένα λάθος.
Δεν είχε ιδέα ότι θα με πλήγωνε.
Απλά ήθελε να συνεχίσουμε να παίζουμε.
Αλλά δεν ήταν πια ευχάριστο. Καθόλου. Είχα πέσει κάτω από τον πόνο.
Καθώς πόνεσα, ο μικρός μου γιος φοβήθηκε.

Έμαθα πολλά απ’αυτή την οδυνηρή στιγμή, που με βοήθησε μέσα στα χρόνια να γίνω καλύτερη, πιο ήρεμη μητέρα:

– Τα παιδιά κάνουν λάθη.
– Τα παιδιά συμπεριφέρονται άσχημα.
– Η κακή συμπεριφορά δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται.
– Οι γονείς και τα παιδιά έχουν διαφωνίες και αποσυνδέσεις.

Η διαφορά βρίσκεται στο πώς επιλέγουμε να αντιμετωπίσουμε την αποσύνδεση, την ανάρμοστη συμπεριφορά και τα λάθη. Όταν εμφανιστεί η ανάρμοστη συμπεριφορά μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί να αισθανθεί ικανό να γίνει καλύτερο. Κι αυτό σημαίνει πως το παιδί μπορεί ν’αλλάξει τη συμπεριφορά του προς το καλύτερο. Επειδή τα παιδιά είναι πολύ πρόθυμα να μάθουν όταν νιώθουν ασφαλή και πως τα αγαπάνε.

Βοηθώντας τα παιδιά να μάθουν από τα λάθη τους:

Αυτό που έμαθα εκείνη την ημέρα, όταν υποχώρησε ο πόνος, είναι πως το παιδί μου χρειαζόταν τη βοήθειά μου για να κατανοήσει το λάθος του. Χρειαζόταν να τον συγχωρήσω, να τον αγαπώ και να τον βοηθήσω να αισθανθεί ξανά ασφαλής.

«Αυτό ήταν πάγος. Αισθάνθηκα τον πάγο στο δέρμα μου σκληρό και κρύο. Για την ακρίβεια καίει. Με πόνεσε πολύ. Είμαι σίγουρη πως ο πόνος μου σε τρόμαξε κι εσένα».

Αγκαλιαστήκαμε για πολλή ώρα και κλάψαμε κι οι δυο.

Τελικά, είπα κάτι σχετικά με το τι συνέβη: «Εάν δεν σου αρέσει, όταν σου λέω ότι πρέπει να σταματήσουμε το παιχνίδι, θέλω να μου το λες και όχι να μου πετάς οτιδήποτε. Καταλαβαίνεις;», πρόσθεσα. «Ναι μαμά, καταλαβαίνω», ήρθε ως απάντηση. «Ήθελα να παίξω, όχι να σε πληγώσω».

Κι ήμασταν ξανά έτοιμοι να παίξουμε.

«Βλέπεις πόσο βαρύς είναι ο πάγος; Το χιόνι που είναι ελαφρύ και αφράτο, είναι πιο εύκολο να το πετάξουμε. Θέλεις να προσπαθήσουμε ξανά;»

Προσφέροντας μια κάποια καθοδήγηση, ο γιος μου ήταν πρόθυμος να με ακούσει και να με εμπιστευτεί.

Αυτό ήταν. Ούτε καρεκλάκια σκέψης, ούτε συνέπειες, ούτε τιμωρίες.

Ο γιος μου δεν με χρειαζόταν για να τον κάνω να νιώσει άσχημα, μόνο και μόνο επειδή κατά λάθος μ’έκανε να αισθανθώ πόνο. Χρειαζόταν να ξέρει ότι έχω εμπιστοσύνη στην ικανότητά του να κάνει κάτι καλύτερο απ’αυτό. Να μάθει, να επανορθώσει. Χρειαζόταν να γνωρίζει ότι το σωστό πράγμα που έχουμε να κάνουμε μετά από ένα λάθος, είναι να ζητήσουμε ολόψυχα συγγνώμη. Είχε ανάγκη να καταλάβει, τι θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά.

Εκείνο το βράδυ, πριν κοιμηθεί, με πλησίασε και με φίλησε στο μάγουλο, ακριβώς στο κόκκινο σημείο που με είχε κάψει ο πάγος.

«Συγγνώμη που σε πλήγωσα με τον πάγο μαμά», είπε.

«Συγγνώμη που σε τρόμαξα, όταν φώναξα», είπα εγώ.

Όλοι θα’χουμε στιγμές όπου θα λάβουμε μηνύματα απ’τα παιδιά μας μ’έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο από εκείνον που θέλουν. Θα μας πετάξουν πάγο, ακόμα κι αν σκοπεύουν να μας πετάξουν χιόνι. Κι αν μπορούμε να επιλέξουμε να δούμε τα λάθη των παιδιών μας ως ευκαιρίες για να τους προσφέρουμε καθοδήγηση, μπορούμε να τα βοηθήσουμε να μεγαλώσουν σωστά. Αυτός ο θετικός τρόπος δεν είναι πάντα σαφής ή εύκολος. Σίγουρα, όμως, κάνει μεγάλη διαφορά στο δεσμό με το παιδί μας. Επίσης, με βοηθάει να θυμάμαι πως η ανάρμοστη συμπεριφορά δεν είναι πάντα αυτό που δείχνει.

Ακόμα και τώρα, αρκετά χρόνια μετά, όταν με το γιο μου δεν έχουμε βλεμματική επαφή, ίσως αναρωτηθώ εάν ψάχνει τρόπο να συνδεθεί μαζί μου, αλλά έχει χάσει εντελώς το στόχο. Χρειάζεται να διακόψουμε και να επανασυνδεθούμε; Ποια είδους καθοδήγηση λείπει εδώ; Ο φόβος και ο πόνος θολώνουν την κρίση και τις σκέψεις μου;

Το εκπληκτικό μ’αυτή την προσέγγιση στην ανάρμοστη συμπεριφορά είναι ότι λειτουργεί στα μικρά παιδιά και τώρα λειτουργεί και στις προ-εφηβικές περιπέτειες μας.

Στην ηλικία των δέκα, ο γιος μου γνωρίζει ότι μερικές φορές χρειάζεται να σταματήσουμε και να ξεκινήσουμε απ’την αρχή.

«Αυτό μοιάζει σαν την κατάσταση με τον πάγο», είπα πρόσφατα στο γιο μου όταν αισθάνθηκα μία πιθανή μάχη. Προσπάθησε να υποστηρίξει τον τρόπο του με όχι πολύ ωραίες λέξεις.

«Νομίζω ότι πρέπει να βρούμε έναν καλύτερο τρόπο να μιλήσουμε γι’αυτό», συνέχισα. «Μαμά, εντάξει. Δεν νομίζω ότι με καταλαβαίνεις. Μισό λεπτό, θα προσπαθήσω ξανά», είπε ο γιος μου. Έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλον. Λόγω αυτής της παύσης (και περίπου έξι χρόνια πρακτικής, ατελών στιγμών και προθυμίας επανασύνδεσης) ήμασταν σε θέση να συνεχίσουμε τη διαφωνία μας μ’ένα χρήσιμο τρόπο και με σεβασμό.

«Ανησυχώ, αυτό είναι που αισθάνομαι αυτή τη στιγμή»… μου εμπιστεύτηκε τις ανάγκες και τα συναισθήματά του.

Αυτή η διαδικασία που προσφέρει καθοδήγηση, ακούγοντας τις ανάγκες και δείχνοντας εμπιστοσύνη ότι τα παιδιά είναι ικανά να μάθουν, βρίσκεται στον πυρήνα της ανατροφής των παιδιών με σεβασμό, αγάπη και καλοσύνη. Η ενσυναισθητική γονεϊκότητα δεν είναι ένας τρόπος να μάθουμε στα παιδιά να συμπεριφέρονται τέλεια όλη την ώρα. Είναι ένας τρόπος να βλέπουμε τα λάθη (δικά μας και δικά τους) ως μέρος του ταξιδιού. Η καθοδήγηση και η εμπιστοσύνη αντικαθιστούν την τιμωρία και τις συνέπειες. Ως αποτέλεσμα τα παιδιά θέλουν να γίνονται καλύτερα επειδή πιστεύουν, δικαίως, ότι μπορούν.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι καθώς το παιδί σας μεγαλώνει, θα κάνει επιλογές που θα αποδειχθούν λανθασμένες.
Η ανάρμοστη συμπεριφορά είναι εγγυημένη στην παιδική ηλικία.

Το να είστε πρόθυμοι να αποδεχτείτε, να ακούσετε και να προσφέρετε καθοδήγηση αντί να τιμωρήσετε, είναι βέβαιο ότι θα γίνει θετική συμπεριφορά στη ζωή τους.

Πηγή




«Είμαι ο Ίαν»: Το συγκινητικό video που διδάσκει στα παιδιά μας ενσυναίσθηση

Ως ενσυναίσθηση περιγράφεται η ικανότητά μας να μοιραζόμαστε και να νιώθουμε έντονα τα συναισθήματα του άλλου.

Η ικανότητα αυτή σε έναν βαθμό είναι έμφυτη. Στο μεγαλύτερο κομμάτι της, όμως, είναι επίκτητη και διδάσκεται με τα χρόνια. Λέγεται, μάλιστα, ότι σε λίγα χρόνια θα είναι ένα από τα απαραίτητα προσόντα για την ανάληψη μιας εργασίας και την πρόσληψη σε μια επαγγελματική θέση.

Πώς μπορούμε να διδάξουμε στα παιδιά μας την ενσυναίσθηση;

Εκτός από το να γίνουμε παράδειγμα με τη συμπεριφορά μας, μπορούμε μέσω βιβλίων, παραμυθιών και ταινιών να τους δώσουμε να καταλάβουν τα σημαίνει «νοιάζομαι και σέβομαι τα συναισθήματα του άλλου».

Ένα τέτοιο video είναι και το «Είμαι ο Ίαν», το οποίο περιγράφει την προσπάθεια και την λαχτάρα ενός μικρού παιδιού με κινητικά προβλήματα να αποκτήσει φίλους.

Ο Ίαν γεννήθηκε με εγκεφαλική παράλυση και δεν μπορεί να κουνήσει τα πόδια του, ενώ δεν χρησιμοποιεί καλά και τα χέρια του. Καθημερινά περνά από την παιδική χαρά και χαζεύει τα άλλα παιδιά που παίζουν εκεί. Θέλει να παίξει μαζί τους, αλλά δεν μπορεί. Ένα συρματόπλεγμα τον χωρίζει από το παιχνίδι με τα υπόλοιπα παιδιά.

Ο Ίαν θέλει να κάνει φίλους, όπως όλοι, αλλά δυσκολεύεται πολύ. Οι διακρίσεις, η αδιαφορία και ο εκφοβισμός τον κρατούν μακριά από την χαρά του παιχνιδιού.

Τελικά, θα τα καταφέρει;

Δείτε στο video

Πηγή




Ενσυναίσθηση: Μια πολύτιμη ικανότητα που πρέπει να εμφυσήσεις στο παιδί σου

Αν για τους ενήλικες είναι πολλές φορές αρκετά δύσκολο να κατανοήσουν την οπτική ενός άλλου ατόμου, για τα μικρά παιδιά τούτο μοιάζει σχεδόν αδύνατο, αφού δεν είναι ακόμη σε θέση να αντιληφθούν ότι οι άλλοι άνθρωποι έχουν διαφορετικά συναισθήματα και εμπειρίες από τις δικές τους. Ωστόσο με τη βιολογική, γνωστική και κοινωνική τους ανάπτυξη η ικανότητα αυτή της κοινωνικής επίγνωσης μπορεί να αναπτυχθεί, ιδιαίτερα μάλιστα όταν συνδυαστεί με την κατάλληλη διαπαιδαγώγηση. Έτσι το παιδί μεγαλώνοντας θα συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο ότι διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να αντιδρούν διαφορετικά κάτω από τις ίδιες συνθήκες και θα διαπιστώνει με ποιον τρόπο οι διαφορετικές πολιτισμικές και κοινωνικές αξίες επηρεάζουν τις αντιλήψεις των ανθρώπων. Όσο δηλαδή περισσότερο τα παιδιά εξασκούνται και αναλύουν τη συμπεριφορά των άλλων και τη δική τους, τόσο περισσότερο θα αναπτύσσονται αυτές οι πολύτιμες ικανότητες εξηγεί η Τζωρτζίνα Στασινοπούλου, δασκάλα ειδικής αγωγής.

Παρατηρώντας λοιπόν τα στάδια εξέλιξης της κοινωνικής επίγνωσης, θα διαπιστώσουμε ότι τα παιδιά ηλικίας 3–6 ετών αν και αναγνωρίσουν ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν διαφορετικά συναισθήματα από τα δικά τους, ωστόσο εύκολα τα μπερδεύουν. Τα παιδιά όμως του Δημοτικού κατανοούν ότι υπάρχουν διαφορετικές οπτικές, είναι σε θέση να μπουν στη θέση του άλλου ατόμου, αντιλαμβάνονται τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές τους από την οπτική των άλλων και αναγνωρίζουν ότι και οι άλλοι μπορούν να κάνουν το ίδιο. Από την εφηβεία και έπειτα τα άτομα κατανοούν πια ότι η οπτική μπορεί να επηρεαστεί από ένα ή περισσότερα συστήματα ή κοινωνικές αξίες. Με λίγα λόγια τα άτομα, για να επιτύχουν να αναπτύξουν την κοινωνική επίγνωση, θα πρέπει να επεξεργαστούν τις πληροφορίες που λαμβάνουν σε πολλά επίπεδα. Έτσι στην αρχή επεξεργάζονται τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, έπειτα εξετάζουν, συγκρίνουν και αντιπαραβάλλουν τις δικές τους απόψεις με αυτές των άλλων προσαρμόζοντας παράλληλα την επικοινωνία τους, τους στόχους τους και τις συμπεριφορές τους στα νέα δεδομένα. Πρόκειται δηλαδή για πραγματικά πολύπλοκες διεργασίες που γίνονται μάλιστα σε εκπληκτικά σύντομο χρόνο (για τους ειδικούς σε 1–2 δευτερόλεπτα).

Με την ανάπτυξη λοιπόν της κοινωνικής επίγνωσης το άτομο καταφέρνει να μπει τελικά στη θέση του άλλου, να κατανοήσει τα συναισθήματά του και να αποκτήσει αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται «ενσυναίσθηση». Βέβαια η πραγματική ενσυναίσθηση δεν είναι μόνο η ικανότητα να μπορούμε να καταλαβαίνουμε τι νιώθουν οι άλλοι, αλλά και να βιώνουμε οι ίδιοι αυτά τα συναισθήματα. Με τον τρόπο αυτό θα ενισχύσουμε την επικοινωνία και την εμπιστοσύνη μας με τους άλλους ανθρώπους, θα έρθουμε πιο κοντά, αποφεύγοντας τις συγκρούσεις, επιλύοντας τις διαφορές μας μέσα από το διάλογο και την τέχνη του «να σκεφτόμαστε μαζί». Επομένως, γίνεται νομίζω σαφές, ότι αναπτύσσοντας στα παιδιά την ικανότητα να κατανοούν την οπτική του άλλου ατόμου είναι το σημαντικότερο βήμα για την επίλυση και τη διαχείριση των διαφορών και των συγκρούσεων τους, επειδή έτσι οδηγούνται στην ενσυναίσθηση και αντιμετωπίζουν εκείνους που θεωρούν «διαφορετικούς» με μεγαλύτερη ευελιξία, αφού είναι σε θέση να κατανοήσουν και να «νιώσουν» τα προβλήματά τους.

Πώς όμως μπορούμε αλήθεια να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας στην ενσυναίσθηση; Καταρχήν εστιάζοντας στα συναισθήματα, βοηθώντας τα παιδιά να ταυτίζονται συναισθηματικά με ένα άλλο άτομο, αφού πρώτα επικεντρωθούν στα δικά τους συναισθήματα και μάλιστα σε εκείνα που σχετίζονται με συγκεκριμένες καταστάσεις. Έπειτα επικεντρωνόμαστε στις ομοιότητες με τους άλλους βοηθώντας τα παιδιά να εστιάσουν και να ανακαλύψουν αυτές τις ομοιότητες, ώστε να αντιληφθούν ότι σε πολλά μοιάζουν. Με το παιχνίδι ρόλων μπορούμε να ζητήσουμε από τα παιδιά να μπουν στο ρόλο ενός πραγματικού ή φανταστικού προσώπου ή ζώου και να φανταστούν τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του. Έτσι θα καλλιεργήσουμε την επίγνωση διαφορετικών οπτικών, τα παιδιά θα κατανοήσουν ότι πρέπει να αποφεύγουν την επιπολαιότητα και την επιφανειακή εξέταση των προβλημάτων και θα διαπιστώσουν τη διαφορά της αδιαλλαξίας και της ευελιξίας στην επίλυση των διαφορών τους. Στα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας μπορούμε να περιγράψουμε τη δυστυχία άλλων ανθρώπων ενισχύοντας τα συναισθήματά τους και την ενσυναισθηματική τους ανταπόκριση. Επίσης η απόδοση θετικών χαρακτηριστικών στους άλλους αποτελεί ισχυρό μέσο ενίσχυσης της συναισθηματικής κατανόησης και συμπεριφοράς. Παράλληλα είναι εξαιρετικά σημαντικό να εξηγούμε στα παιδιά τις συνέπειες της συμπεριφοράς τους στους άλλους, να τους δείχνουμε ότι έχουν τη δύναμη να κάνουν τους άλλους να νιώθουν ευτυχισμένοι αν τους φέρονται με ευγένεια και γενναιοδωρία, να τους δείχνουμε τρόπους με τους οποίους μπορούν να επανορθώσουν τα αποτελέσματα μιας λανθασμένης συμπεριφοράς, να τα ενθαρρύνουμε να συζητούν για τα συναισθήματα και τα προβλήματά τους και φυσικά εμείς οι ίδιοι – γονείς και εκπαιδευτικοί – να γινόμαστε πρότυπα ενσυναισθηματικής συμπεριφοράς.

Κι αν όλα τούτα ακούγονται σε κάποιους δύσκολα, πολύπλοκα ή «σπουδάγματα», ας ακολουθήσουν το εξής απλό: δίπλα στη σοφή φράση «μην κάνεις παιδί μου στους άλλους αυτό που δε θέλεις να κάνουν οι άλλοι σε σένα» προσθέστε και τη φράση «… και μην κάνεις παιδί μου τους άλλους να νιώσουν αυτό που δε θα ήθελες να σε κάνουν οι άλλοι να νιώσεις εσύ». Θα έχετε κάνει ένα τεράστιο βήμα για την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης στο παιδί σας!

Πηγή




Οι δουλειές του σπιτιού ενθαρρύνουν την ενσυναίσθηση και την ευαισθησία των παιδιών

Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας δεν θα μπορούσε κάποιος να τα χαρακτηρίσει υπεύθυνα. Δεν θυμούνται πάντα να βάζουν τα λερωμένα ρούχα τους στο καλάθι με τα άπλυτα. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι θα μαζέψουν τα παιχνίδια τους. Δεν θα πλύνουν τα δόντια τους αν δεν τους το θυμίζουμε συνεχώς. Με απλά λόγια, δεν καταλαβαίνουν γιατί πρέπει να βάζουν τις υποχρεώσεις πάνω από την διασκέδαση. Αυτή η φυσική τους αποστροφή για υπευθυνότητα μας δυσκολεύει να πείσουμε τα παιδιά προσχολικής ηλικίας να μας βοηθήσουν, να συγυρίσουν ή να δείξουν ενδιαφέρον για τους άλλους. Και ποιος έχει τον χρόνο να τους δείξει πως; Με τους πυρετώδεις ρυθμούς στους οποίους ζούμε, εύκολα μπορεί να αρνηθούμε στα μικρά παιδιά την ευκαιρία να αποκτήσουν την αίσθηση της υπευθυνότητας γιατί απλώς είμαστε βιαστικοί ή κουρασμένοι.

Σε αυτήν την ηλικία όμως οι δουλειές του σπιτιού είναι ένα πολύτιμο εργαλείο εκμάθησης. Όχι μόνο διδάσκουν στα παιδιά υπευθυνότητα, αλλά αυξάνουν την αίσθηση της κοινωνικής σημασίας και της συνεισφοράς – κάνουν το παιδί να αισθάνεται χρήσιμο και ικανό, γεγονός το οποίο χτίζει την αυτοδυναμία και την αυτοπεποίθησή του. Πόσο υπέροχα αισθάνεται ένα τετράχρονο όταν βοηθά την κουρασμένη μαμά του να διπλώσει τα ρούχα (χωρίς βέβαια να συνειδητοποιεί πως η κουρασμένη μαμά θα χρειαστεί να διπλώσει ξανά όλα τα ρούχα, μόλις το παιδί βγει από το δωμάτιο).

Τι υπέροχη αίσθηση επιτεύγματος έχει ένα πεντάχρονο παιδί όταν βοηθά στο πλύσιμο του αυτοκινήτου! Πόσο περήφανο αισθάνεται ένα τρίχρονο, όταν φτιάχνει σαλάτα για την οικογένεια βάζοντας τα φύλλα από το μαρούλι μέσα στο μπολ. Με τόσα πολλά που έχει να κερδίσει, είναι προφανές πως αξίζει να κάνετε υπομονή μέχρι να γίνει συνήθεια στο παιδί να βοηθά στο σπίτι.

Οι δουλειές του σπιτιού ενθαρρύνουν την ενσυναίσθηση και την ευαισθησία. Σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου του Τορόντο, τα παιδιά που έχουν βάλει στην καθημερινότητά τους δουλειές του σπιτιού είναι πιο πιθανό να αποκτήσουν κατανόηση για τους άλλους από ότι τα παιδιά που δεν εμπλέκονται σε αυτές. Τα παιδιά εκφράζουν την κατανόηση αυτή μέσα από αυθόρμητες πράξεις όπως παρηγορώντας κάποιον που είναι λυπημένος ή βοηθώντας χωρίς να τους ζητηθεί.

Όταν αναθέτετε στο παιδί δουλειές του σπιτιού ακολουθήστε τις παρακάτω τέσσερις οδηγίες:

1. Δουλέψτε μαζί με το παιδί σας στην αρχή.

Δείξτε του πως γίνεται. Δουλέψτε εκ περιτροπής. Πρώτα, ξεχωρίστε εσείς μερικές κάλτσες μέσα από το καλάθι με τα καθαρά ρούχα και στην συνέχεια ζητήστε από το παιδί σας να κάνει το ίδιο. Βάλτε πρώτα εσείς λίγο φαγητό στο μπολ του σκύλου και στην συνέχεια αφήστε το παιδί σας να ολοκληρώσει την δουλειά.

Θυμηθείτε να είστε υπομονετικοί και ανεκτικοί. Ακόμα και μετά από πολλή εξάσκηση, το παιδί δεν θα μπορεί να κάνει την δουλειά τόσο καλά όσο εσείς. Περιορίστε λίγο τις απαιτήσεις σας για τελειότητα ώστε να επιτρέψετε στο παιδί σας να συνεισφέρει. (Αν χρειάζεται να κάνετε εσείς ξανά την δουλειά, περιμένετε μέχρι να φύγει το παιδί από το δωμάτιο).

2. Επαινέστε την προσπάθεια.

Κάθε φορά που το παιδί σας ολοκληρώνει μια εργασία χωρίς να παραπονιέται, βεβαιωθείτε πως του επικοινωνείτε την ικανοποίησή σας. Το παιδί σύντομα θα ανακαλύψει πως του αρέσει να λαμβάνει θετική προσοχή κάθε φορά που σας βοηθά και θα θέλει όλο και περισσότερο να το επαναλαμβάνει.

3. Δημιουργείστε μια συνήθεια.

Οι εργασίες στο σπίτι γίνονται πιο εύκολα όταν είναι μέρος της καθημερινής ρουτίνας. Αν είναι ευθύνη του παιδιού σας να μαζεύει τα παιχνίδια του στο τέλος της ημέρας, ορίστε μια συγκεκριμένη ώρα για αυτόν τον σκοπό. Σύντομα το παιδί σας θα ξεκινήσει να συμμαζεύει χωρίς να του το υπενθυμίζετε, μόλις ανακοινώνετε: Η ώρα είναι 7! Αν είναι ευθύνη του παιδιού σας να μαζεύει κάθε βράδυ το πιάτο του μετά το φαγητό και να το βάζει στο νεροχύτη, μετά από λίγο καιρό δε θα χρειάζεται πια να του το υπενθυμίζετε. Αν θέλετε το παιδί σας να φτιάχνει το κρεβάτι του το πρωί, βεβαιωθείτε ότι ο κανόνας αυτός θα ισχύει κάθε πρωί. Σύντομα, αυτό δεν θα αποτελεί πια θέμα διαμάχης. Θα είναι απλά μια δραστηριότητα της ημέρας.

4. Δημιουργείστε ένα σύστημα ανταμοιβής, αν το παιδί σας αντιστέκεται επίμονα να αναλάβει δουλειές.

Βάλτε ένα αστεράκι πάνω σ’έναν πίνακα με αυτοκόλλητα κάθε φορά που το παιδί σας ολοκληρώνει εγκαίρως μία εργασία που του’χετε αναθέσει. Ανταμείψτε το όταν συμπληρώσει πέντε αστεράκι στον πίνακα. Ζητήστε από το παιδί σας να διαλέξει το ίδιο την ανταμοιβή του (προτείνετε λογικές επιλογές όπως ένα παγωτό ή μια ταινία κι όχι ένα ποδήλατο ή ένα ταξίδι). Αναθέστε στο παιδί σας μια δουλειά που θα οικοδομήσει την αίσθηση της υπευθυνότητας. Σε αυτήν την νεαρή ηλικία αυτό που μετράει δεν είναι το τελικό αποτέλεσμα. Είναι το γεγονός ότι οι δουλειές βοηθούν τα παιδιά να νιώθουν πολύτιμα, χρήσιμα και ικανά.

Ο ρόλος του γονέα στην διδασκαλία της υπευθυνότητας

  • Θυμηθείτε ότι τα παιδιά προσχολικής ηλικίας χρειάζονται την βοήθειά σας για να μάθουν να είναι υπεύθυνα.
  • Αποδεχτείτε ότι θέλει χρόνο και υπομονή για να βοηθήσετε το παιδί σας να γίνει υπεύθυνο.
  • Αναθέστε στο παιδί δουλείες κατάλληλες για την ηλικία του.
  • Δείξτε στο παιδί πως γίνεται κάθε δουλειά πριν απαιτήσετε να την κάνει σωστά.
  • Επαινέστε τις προσπάθειες και τα επιτεύγματα του παιδιού σας.
  • Προγραμματίστε μια συγκεκριμένη ώρα για τις δουλειές έτσι ώστε να γίνουν σύντομα συνήθεια.
  • Ανταμείψτε τα παιδιά ώστε να παρακάμψετε την αρχική αντίσταση ή την δυσκολία να θυμούνται μια δουλειά.

Αποφύγετε

  • Να κάνετε εσείς τις δουλειές επειδή είναι ευκολότερο από το να καταφέρετε να πείσετε το παιδί σας να τις κάνει.
  • Να αφήνετε το παιδί προσχολικής ηλικίας να “την γλυτώνει” επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει.
  • Να περιμένετε τελειότητα. Υπολογίστε ότι μπορεί να γίνουν λάθη ή να έχετε άτσαλα αποτελέσματα.
  • Να δείχνετε ασυνέπεια στις απαιτήσεις σας. Αν θέλετε το παιδί σας να φτιάχνει το κρεβάτι του, σιγουρευτείτε πως αυτό γίνεται κάθε πρωί.
  • Να χρησιμοποιείτε τις δουλειές του σπιτιού ως τιμωρία.

Πηγή




Στη Δανία τα παιδιά παρακολουθούν υποχρεωτικά μαθήματα ενσυναίσθησης

Οι μαθητές ηλικίας έξι έως δεκαέξι ετών στη Δανία παρακολουθούν υποχρεωτικά μαθήματα ενσυναίσθησης.

Ως ενσυναίσθηση ορίζουμε την δεξιότητα να κατανοούμε τα συναισθήματα του άλλου: μπορούμε δηλαδή να δούμε τον κόσμο με τα μάτια του και σταματάμε να τον κρίνουμε σύμφωνα με τις πεποιθήσεις μας.

Δεδομένου ότι η Δανία είναι μια από τις τρεις «πιο χαρούμενες» χώρες στον κόσμο, ίσως έχουμε κάτι να κερδίσουμε με το να μιμηθούμε τους βόρειους γείτονές μας.

Από πολύ μικρή ηλικία, αυτό που διδάσκονται οι μαθητές στα δανέζικα σχολεία είναι η προτεραιότητα στην συνεργασία και όχι στον ανταγωνισμό. Για μια ώρα την εβδομάδα τα παιδιά παρακολουθούν μαθήματα ενσυναίσθησης, τα οποία τα ενθαρρύνουν να ασχοληθούν με το ευ ζην των άλλων, να ακούν τον πλησίον με στόχο να τον κατανοήσουν καλύτερα και να ξεπεράσουν τα στεγανά που γίνονται προκαταλήψεις όσο μεγαλώνουμε.

Διαβάζω, αντιλαμβάνομαι και ακούω τα συναισθήματα των άλλων

Σύμφωνα με την Selon Brené Brown, Αμερικανίδα συγγραφέα, η δεξιότητα της ενσυναίσθησης απαιτεί την ικανότητα να μπούμε κάτω από το «πετσί» του άλλου, να μην τον κρίνουμε, να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά του και να του τα επικοινωνούμε. Σε αυτό το σημείο πρέπει να διευκρινίσουμε την διαφορά ανάμεσα στην ενσυναίσθηση και στην συμπόνια. Πρόκειται για την συναισθηματική στάση που μας κάνει να «μπαίνουμε στη θέση του άλλου», που επιτρέπει να βρίσκουμε τις κατάλληλες λέξεις για να βοηθήσουμε ένα άτομο ή για να κατανοήσουμε ακόμη και τις πιο αλλόκοτες για εμάς πράξεις του.

Στη Δανία, κατά τη διάρκεια του μαθήματος της ενσυναίσθησης, τα παιδιά μαθαίνουν να διαβάζουν, να κατανοούν και να ακούνε τα συναισθήματα των άλλων. Με τη βοήθεια εικόνων αναπαριστούν διαφορετικά συναισθήματα όπως η θλίψη, ο φόβος, η χαρά, η απογοήτευση, καλούνται να περιγράψουν τα συναισθήματα των άλλων με δικά τους λόγια και να εκφράσουν και τα δικά τους. Αυτά τα μαθήματα είναι η ευκαιρία να εκφράσουν τα συναισθήματά τους δημόσια και να ακούσουν κι εκείνα των άλλων.

Μια κουλτούρα που προάγει την συνεργασία

«Αυτή η άσκηση γίνεται με τον εξής στόχο: να εξηγήσουν αυτό που αισθάνεται ο άλλος, και να μην κρίνουν ποτέ τα συναισθήματά του» σχολιάζει η Jessica Joelle Alexander, συνεργάτης στη συγγραφή του βιβλίου «Ο δανέζικος τρόπος να είσαι γονιός».

Όπως υποστηρίζει, είναι ένας τρόπος να ενδιαφερόμαστε για τους άλλους αντί να επικεντρωνόμαστε στην προσωπική μας επιτυχία. Ένας τρόπος για να ενισχύσουμε αξίες όπως την αλληλοβοήθεια και την αλληλεγγύη. Κοινωνίες υπερβολικά επικεντρωμένες στο άτομο και στην οικονομική επιτυχία, μήπως θα έπρεπε να εμπνευστούν από αυτό το παράδειγμα;

Θα ήταν ίσως παρακινδυνευμένο να συνδέσουμε την κατάταξη της Δανίας στη λίστα των πιο ευτυχισμένων χωρών του κόσμου (3η θέση το 2017) με τα μαθήματα ενσυναίσθησης που παραδίδονται στα σχολεία. Πρέπει να λάβουμε υπόψιν και άλλους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες, κυρίως τις ελάχιστες ανισότητες ανάμεσα στους πιο πλούσιους και στους πιο φτωχούς. Εξάλλου, το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας διακρίνεται και για άλλα χαρακτηριστικά: οι μαθητές δεν παίρνουν βαθμούς πριν την ηλικία των δεκατριών ετών, ώστε να μην ωθούνται στο να συγκρίνονται συνεχώς με τους άλλους.Η διδασκαλία της ενσυναίσθησης είναι λοιπόν περισσότερο μια ένδειξη ενός γενικότερου πνεύματος που επικρατεί στην χώρα το οποίο καλλιεργεί μια νοοτροπία συνεργασίας ανάμεσα στα άτομα πολύ περισσότερο από την προσωπική επιτυχία. Το σχολείο και ο τρόπος με τον οποίο είναι οργανωμένο είναι ένα βασικό όχημα για την διάδοση αυτής της αξίας. Αδιαμφισβήτητα, κανένα σύστημα δεν είναι αλάνθαστο, γιατί όμως να μην εμπνευστούμε από κάτι που δείχνει να λειτουργεί;

Πηγή