Σαν πλανόδιο τσίρκο

10 χρόνια από το θάνατο του Δημήτρη Μητροπάνου

Δεν υπάρχει Έλληνας που ακόμα και αν απαρνείται τα ακούσματα της ελληνικής λαικής μουσικής , να μην έχει σιγοτραγουδήσει κάποια στιγμή ένα από τα κορυφαία του τραγούδια. Ο Δημήτρης Μητροπάνος γεννήθηκε άνοιξη και έφυγε άνοιξη. Όχι σαν παιδί των λουλουδιών αλλά σαν άνθρωπος που φώτιζε ψυχές και πρόσωπα με τη φωνή του σαν τον Ήλιο της άνοιξης. Ο Δημήτρης Μητροπάνος λείπει εδώ και 10 χρόνια μα κανείς δεν έχει πιστέψει πως έχει πεθάνει.

Ο άνθρωπος με τη δωρική φωνή και το ακατέργαστο λαρύγγι, που όσο μεγάλωνε όχι μόνο δεν αλλοιωνόταν αλλά ωρίμαζε η χροιά του. Ο Μητροπάνος θα συναντήσει τον άνθρωπο που ως το τέλος της ζωής του θα αποκαλεί-δάσκαλο και δεύτερο πατέρα του- τον Γιώργο Ζαμπέτα . «Ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα»  θα δηλώνει σε συνεντεύξεις του. Μετά από λίγο θα συνεργαστεί με τον Μίκη Θεοδωράκη που θα τον ανεβάσει στη σκηνή για να ερμηνεύσει το «Άξιον Εστί» και τη «Ρωμιοσύνη». Στροφή στην καριέρα του είναι ο δίσκος που κυκλοφόρησε το 1996 με τον δίσκο «Στου Αιώνα την παράγκα» σε συνεργασία με το Θάνο Μικρούτσικο. Στο δίσκο υπάρχουν τραγούδια – ύμνοι με στίχους που σε ανατριχιάζουν.

Ο δίσκος συμπεριλαμβάνει ένα από τα σπουδαιότερα ζεϊμπέκικα της ελληνικής μουσικής. Το τραγούδι που στοιχειώθηκε με τη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου που το ερμήνευσε με πάθος, ψυχή και λεβεντιά. Το τραγούδι που χόρευε στις πίστες διδάσκοντας πως το ζεϊμπέκικο είναι χορός στιβαρός, αντρικός όχι με φιγούρες αλλά με ψυχή και πόδια που κινούνται απόλυτα στο ρυθμό. Δεν είναι άλλο από το τραγούδι «Ρόζα».-Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο, συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς και οι αριθμοί-. Στον ίδιο δίσκο υπάρχει και το τραγούδι «Πάντα γελαστοί» , λες και τραγούδησε τον τρόπο που θα πεθάνει-Όσοι με το χάρο γίναν φίλοι με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη- ο στίχος που σε ανατριχιάζει.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος ερμήνευσε τραγούδια για κάθε στιγμή της ζωής μας. Δεν μίλησε για την καψούρα για να κερδίσει το κοινό του. Ύμνησε τον έρωτα και τη ζωή, τον θάνατο και τη γέννηση μα και την αγάπη. «Μια εκδρομή είναι η ζωή μας με μαγική διαδρομή» θα τραγουδήσει για την επιστροφή του στη δισκογραφία ύστερα από ένα σοβαρό θέμα υγείας. Η αγαπημένη του Σαλονίκη δεν θα φύγει από την καρδιά του καθώς εκεί αναζητά την αγάπη του αλλά και στα «Λαδάδικα» που αποτελεί πάλι ζειμπέκικο –σταθμό. «Πατησιών και Παραμυθιού γωνία» θα τριγυρνά μα θα κάνει και μια βόλτα στο Τσιρύγο καθώς «τα Κύθηρα ποτέ δεν θα τα βρούμε».

Θέμα που τον απασχολούσε είναι η ξενιτιά. Θα τραγουδήσει «πως το Φεγγάρι μάγια του έκανε και περπατά στα ξένα» και θα αποτελέσει ύμνο ακόμα και σήμερα ύμνο για τους ξενιτεμένους Έλληνες. Δεν ξεχνάει το θάνατο, για να μας τραγουδήσει με ψυχή που σπα το «Σαββατόβραδο» και «ο χάρος να έρχονταν μια Κυριακή το βράδυ». Ο έρωτας όμως θα ερμηνευτεί σαν κάτι θεϊκό από τα λόγια του με τον «Χιονάνθρωπο» και το «Αλλοίμονο» που η καρδιά σου πονάει με το που ξεκινήσουν τα λόγια του. Αλλά και στις τελευταίες του δισκογραφικές δουλειές το τραγούδι «’όταν έχω εσένα». Ξεχωρίζουν οι συνεργασίες του το Δίσκο « Υπάρχει και το ζεϊμπέκικο» αλλά και η «Ζωντανή ηχογράφηση από το Ηρώδειο» που νιώθουμε πως η συναυλία γίνεται κάθε χρόνο.

Όσες σειρές και να γράφουν είναι μηδαμινές μπροστά στο μεγαλείο και την ιστορία του σπουδαιότερου κατά τη ταπεινή μου γνώμη Έλληνα καλλιτέχνη. Όλοι όμως δηλώνουν πως δεν είχε καταλάβει πόσο σπουδαίος ήταν. Τα τραγούδια του Μητροπάνου είναι πια «ορφανά» χωρίς τη φωνή του. Αλλά ευτυχισμένα που τα τραγούδησε και τα ενσάρκωσε ο ίδιος, που έμειναν στην ιστορία και θα φέρουν αιώνια τη σφραγίδα ενός πραγματικά σπάνιου ερμηνευτή. Ας τον έχουμε πάντα μέσα μας τον σπουδαίο μας τραγουδιστή- ένα φανατικό Ολυμπιακό που δεν έχασε παιχνίδι της ομάδας του- και όλοι θα θυμόμαστε το αφιέρωμα στη Φιέστα το2012 με ένα κατάμεστο γήπεδο να δακρύζει.

Βασιλική Κόντε




ΎΔΡΑ

Ιδιαίτερα δημοφιλής προορισμός για ξένους τουρίστες αλλά και για Αθηναίους, δεδομένης της σχετικά μικρής απόστασης είναι η  Ύδρα όπου είναι νησί του Αργοσαρωνικού.Το νησί των καπεταναίων και των καλλιτεχνών θα το λατρέψετε για την κοσµοπολίτικη αύρα, την αρχιτεκτονική, την καλλιτεχνική ψυχή και την πλούσια ιστορία του και για τα όμορφα χρώματα που έχει, το γαλάζιο και το λευκό.

Οφείλει το όνομά της στα άφθονα νερά, που έβγαζαν από τις πλούσιες πηγές που είχε κατά την αρχαιότητα. Έχει σημαντική ναυτική ιστορία και παράδοση. Αναπαλαιωμένα αρχοντικά, το παλιό γραφικό λιμάνι με τις πολεμίστρες και τα κανόνια, τα μουσεία, τα μοναστήρια και η ναυτική σχολή, συνθέτουν την εικόνα του νησιού, η οποία μας μαρτυρεί την σημαντική ιστορική σημασία της. Κατά τον αγώνα της επανάστασης του 1821 η Ύδρα μαζί με τις Σπέτσες και τα Ψαρά έπαιξαν σημαντικό ρόλο, λόγω της μεγάλης ναυτικής δύναμης που διέθεταν.

Η σημαντικότερη γιορτή στην Ύδρα είναι τα Μιαούλεια, τα οποία είναι εκδηλώσεις, αφιερωμένες στη δράση του Ναυάρχου Μιαούλη και όλων των ναυμάχων και πυρπολητών και πραγματοποιούνται κάθε χρόνο, προς το τέλος του Ιουνίου. Η Ύδρα, περισσότερο από όλα τα Ελληνικά νησιά, ενέπνευσε τις Καλές Τέχνες. Διάσημοι Έλληνες και ξένοι ζωγράφοι απεικόνισαν στα έργα τους τα τοπία της. Μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως ο Πάμπλο Πικάσο και ο Μαρκ Σαγκάλ, την επισκέφτηκαν και αποτύπωσαν σε σχέδια τα αυστηρά της σχήματα.

Στην είσοδο του λιμανιού βλέπει κανείς και από τις δύο πλευρές να προεξέχουν κανόνια, κατάλοιπο της τουρκοκρατίας και της εποχής των ναυτικών. Το επόμενο που διακρίνει κανείς είναι αρχοντικά που βρίσκονται περιμετρικά του λιμανιού και τα πολλά σκάφη που είναι συνήθως αγκυροβολημένα. Επί του λιμανιού βρίσκεται το Ναυτικό Μουσείο, το Λιμεναρχείο, το ρολόι, τα Κανόνια στους δρόμους.Στο νησί απαγορεύεται η κυκλοφορία όλων των οχημάτων. Η μετακίνηση γίνεται με τα πόδια και με γαϊδουράκια, τα οποία μπορεί κανείς να τα βρει στο λιμάνι. Για την μετάβαση στις παραλίες, μπορεί κανείς να πάει με καραβάκι.

Όπως βρίσκεται κανείς στο λιμάνι κοιτώντας τη θάλασσα, βλέπει έναν παραλιακό δρόμο στα αριστερά του. Αν ακολουθήσει κανείς το δρόμο, μετά από 20 περίπου λεπτά ομαλό ποδαρόδρομο, βρίσκεται στην παραλία Μανδράκι. Πρόκειται για έναν μικρό κολπίσκο με οργανωμένη παραλία και Λίγο πριν βρίσκεται και μια ψαροταβέρνα. Επιστρέφοντας στο λιμάνι, κινούμαστε αυτή τη φορά προς τα αριστερά. Αμέσως μετά τα Κανόνια και τον Όμιλο, βρίσκει κανείς την παραλία Σπηλιά. Στην ουσία πρόκειται για βράχια, από τα οποία μπορεί κανείς να βουτήξει.Τα βράδια έχουν άλλο νόηµα µε ένα σεργιάνι μέσα στα σοκάκια ανάµεσα στα αρχοντόσπιτα µε τις ολάνθιστες αυλές και τις πλατείες µε τα ταβερνάκια.

φωτογραφία&κείμενο

Άννα Μαρία Συνιοράκη