Η Πληροφορική στο χώρο της Εκπαίδευσης

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις έχουν επηρεάσει σε μέγιστο βαθμό τα εκπαιδευτικά συστήματα των ανεπτυγμένων χωρών. Ως επακόλουθο της ραγδαίας ανάπτυξης αποτελεί η ένταξη της πληροφορικής στο σχολείο καθώς διαπερνά όλα τα γνωστικά αντικείμενα ως μέσο γνώσης, έρευνας, μάθησης και εμβαθύνει στη μαθησιακή διαδικασία της τεχνολογίας, την οποία έτσι και αλλιώς χρησιμοποιούν ευρύτατα νέοι και παιδιά.

Πληροφορική, λοιπόν, είναι η επιστήµη και η τεχνολογία που έχει ως αντικείµενο τη συλλογή, την αποθήκευση, την επεξεργασία και τη διανοµή πληροφοριών µε τη βοήθεια υπολογιστικών συστηµάτων.

Είναι σημαντικό οι νέοι να εκπαιδευτούν στις νέες τεχνολογίες αλλά και να επιμορφωθούν οι εκπαιδευτικοί στα σχολεία με σκοπό την ομαλή ένταξη στα καινούργια δεδομένα διότι με την χρήση κατάλληλου εκπαιδευτικού υλικού και με τη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών στο σχολείο, ο μαθητής οδηγείται στη μάθηση.

Για την Πληροφορική στην Εκπαίδευση έχουν αναπτυχθεί τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις, ανάλογα με τον τρόπο που εισάγεται ως: 

1. Αντικείμενο μάθησης.

2. Εργαλείο μάθησης. 

3.Στοιχείο γενικής κουλτούρας.

Βέβαια, η Πληροφορική αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση τεχνολογικού μαθήματος εξαιτίας της διπλής της φύσης:

  1. ως αντικείμενο μάθησης για το οποίο πρέπει να αποσαφηνιστούν όροι και έννοιες,
  2. ως μέσο το οποίο χρησιμοποιείται για τη διδασκαλία άλλων μαθησιακών αντικειμένων.

Έτσι, αφενός ο υπολογιστής εντάσσεται στην καθημερινή εκπαιδευτική πρακτική και χρησιμοποιείται με τη βοήθεια του δασκάλου για ποικίλες δραστηριότητες όπως π.χ. ανάπτυξη εργασιών σε διάφορα μαθήματα (γλώσσα, καλλιτεχνικές δραστηριότητες), διαχείριση βιβλιοθήκης της τάξης μέσω συστήματος βάσης δεδομένων, επικοινωνία με άλλους μαθητές και αναζήτηση πληροφοριών. Αφετέρου, συμβάλλει στη δημιουργία διαθεματικών εργασιών και στις δραστηριότητες της σχολικής ζωής (π.χ. εφημερίδα της τάξης, ανάπτυξη υλικού υποστήριξης εκδηλώσεων, κλπ).

Το ιδεατό θα ήταν η διδασκαλία των μαθημάτων πληροφορικής στο σχολείο να προωθεί, να ενισχύει και να ενθαρρύνει την ενεργοποίηση του μαθητή, τη δημιουργική δράση, την ανακαλυπτική μάθηση και τον πειραματισμό καθώς και τη συνεργατική μάθηση. Ακόμη, την ανάπτυξη ικανοτήτων και δεξιοτήτων, τη συζήτηση, τον προβληματισμό, την ανάπτυξη κριτικής σκέψης αλλά και την καλλιέργεια ελεύθερης σκέψης και έκφρασης.

Συνεπώς, στο σχολείο εκτός από τη θεωρία στη σχολική τάξη θα πρέπει να υπάρχει και εργαστήριο πληροφορικής. Πιο συγκεκριμένα, το εργαστήριο πληροφορικής πρέπει να έχει τον κατάλληλο για την επίτευξη των στόχων του μαθήματος, υπολογιστικό και δικτυακό εξοπλισμό. Η εργονομία του χώρου, των επίπλων και των μηχανημάτων πρέπει να εξασφαλίζει για τους μαθητές όλες τις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας. Ο υπολογιστικός εξοπλισμός (υλικό και λογισμικό) των εργαστηρίων πρέπει να είναι σύγχρονος ώστε οι μαθητές να μην αποκομίζουν μια μίζερη εικόνα για την τεχνολογία, δεν είναι όμως εφικτό, πάντα. 

Καταλήγοντας, καλό θα ήταν να γίνει αναφορά και στην ύλη του μαθήματος που θα πρέπει να είναι τόση, όση μπορεί να αφομοιώσει ο μαθητής στο διατιθέμενο διδακτικό χρόνο. Επεξηγηματικά, να περιορίζεται σε ένα βασικό και διαχρονικό πυρήνα γνώσεων και να έχει ευελιξία ώστε να προσαρμόζεται στις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις. Επίσης, να εξασφαλίζει συνέχεια και σύνδεση με όσα έχουν προηγηθεί αλλά και με όσα ακολουθούν, να συσχετίζει και να συνδέει τα θέματα που διαπραγματεύεται με άλλα γνωστικά αντικείμενα (διαθεματική προσέγγιση).

Αναστασία Κακλαμάνου




Η αφήγηση στην παραδοσιακή εκπαίδευση

Στα τυπικά εκπαιδευτικά προγράμματα του δυτικού κόσμου, η αφήγηση προσλαμβάνεται ως μη ισχυρό κειμενικό είδος, ιδανικό για «ατομική λογοτεχνική δημιουργικότητα».

Η προσδοκώμενη εξέλιξη των παιδιών στις εκπαιδευτικές βαθμίδες είναι η μετάβασή τους από τις καθημερινές, υποκειμενικές, αφηγηματικές μορφές λόγου -από τη «παιδική αντίληψη του κόσμου»- στις πιο «αφηρημένες, επιστημονικές μορφές λόγου» -την πιο «ώριμη και ενήλικη κατανόηση του κόσμου», κάτι που οφείλεται στον κυρίαρχο θετικιστικό τρόπο κατανόησης της γνώσης.

Σε Δημοτικό και Γυμνάσιο η θέση της αφήγησης στη γλωσσική εκπαίδευση διαθέτει μια κειμενοκεντρική προσέγγιση της διδασκαλίας. Στο Λύκειο, εξακολουθεί να υφίσταται συσχετισμός με τον ιστοριογραφικό και τον λογοτεχνικά επεξεργασμένο λόγο και το εθνικό, ιδεολογικό πλαίσιο.

Εν ολίγοις, η αφήγηση παρουσιάζεται αποκομμένη από τις καθημερινές ανάγκες και πρακτικές, παραχωρώντας έμφαση στον γραπτό αφηγηματικό λόγο και όχι στην προφορική αφηγηματική επικοινωνία. Φυσικά, επεξεργάζεται αφηγηματικό προεπιλεχθέν υλικό, κατά το οποίο η ανάλυση τόσο των γλωσσικών χαρακτηριστικών, όσο και της δομής στηρίζεται στα μοντέλα λογοτεχνικής θεωρίας και κριτικής.

Ιδιαίτερη αξία για τη μετάδοση της γνώσης στην δυτική εκπαίδευση αποδίδεται «στον εκθετικό, επιστημονικό, κυρίως γραπτό λόγο, σε αντίθεση με τον αφηγηματικό, προφορικό λόγο».

Klapproth, 2004

Αναφορικά τέτοια αφηγηματικά είδη είναι η μονολογική αυτοβιογραφική αφήγηση, η συνομιλιακή αφήγηση παρελθοντικών ή μελλοντικών γεγονότων, το ηλεκτρονικό ειδησεογραφικό δελτίο -που παρέχει δυνατότητες σχολιασμού του- και το έντυπο ειδησεογραφικό άρθρο.

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Καινοτόμες δράσεις στην εκπαίδευση

Αναμφισβήτητα, οι έννοιες της καινοτομίας και της δημιουργικότητας συνδέονται άρρηκτα και με τον χώρο της εκπαίδευσης. Η ταξινόμηση αυτών στον χώρο της εκπαίδευσης εγκολπώνεται σε δύο κατηγορίες.

Αφενός, η παιδαγωγική-εκπαιδευτική καινοτομία. Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται η εφαρμογή νέων ιδεών που αφορούν αλλαγές σε επίπεδο στόχων, περιεχομένου, μεθόδων, μέσων διδασκαλίας και αξιολόγησης. Επιπλέον, οι αλλαγές μπορεί να αφορούν και την παιδαγωγική σχέση εκπαιδευτικού-μαθητή, μαθητών μεταξύ τους και τη δυναμική των μαθητικών ομάδων. Όσον αφορά τον σχεδιασμό της διδακτικής διαδικασίας, αυτός οφείλει να στηρίζεται στη δημιουργική σκέψη και να αποβλέπει στην παραγωγή νέων πρωτότυπων και ενδιαφερουσών ιδεών. Βασικό συστατικό επιτυχίας τέτοιου είδους αλλαγών αποτελεί η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.

Αφετέρου, η διοικητική οργανωτική καινοτομία. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει την εφαρμογή νέων τρόπων οργάνωσης και διοίκησης του σχολικού οργανισμού. Πρόκειται, κυρίως, για αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών, στις σχέσεις τους με τους γονείς των μαθητών και εν γένει στις σχέσεις του τριπτύχου σχολείο-οικογένεια-κοινότητα.

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Παιδική εργασία: Οι «αόρατοι σκλάβοι»

Παρατηρείται πως εκατομμύρια παιδιά ανά τον κόσμο πέφτουν θύματα εργασιακής εκμετάλλευσης. Σύμφωνα με εμπεριστατωμένες έρευνες που διεξήγαγε ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας, σημειώνεται πως 152 εκατ. παιδιά-εκ των οποίων 64 εκατ. κορίτσια και 88 εκατ. αγόρια- υποχρεώνονται να δουλέψουν, γεγονός που τους στερεί το θεμελιώδες δικαίωμα στην εκπαίδευση και φυσικά στη ζωή. Είναι ευρύτατα εδραιωμένη η άποψη πως η παιδική εργασία και η εργασιακή εκμετάλλευση που υφίστανται τα παιδιά, έχει αντίκτυπο στη ψυχική, κοινωνική και σωματική τους υγεία. Tα παιδιά δεν δύναται να απολαύσουν τα προνόμια που τους παρέχει η ξέγνοιαστη παιδική ηλικία, δεν λαμβάνουν την κατάλληλη υποστήριξη από το οικογενειακό περιβάλλον και αναλαμβάνουν καθήκοντα, τα οποία απευθύνονται αποκλειστικά για ενήλικες.

Το χρονικό μιας χαμένης παιδικότητας

Η παιδική εργασία είναι ένα φαινόμενο το οποίο εκδηλώθηκε το 19ο και 20ο αι. λόγω της οικονομικής ύφεσης πολλών κρατών. Aνήλικα παιδιά αναλάμβαναν αγροτικές εργασίες και δουλειές σε εργοτάξια, βιοτεχνίες και ορυχεία. Παρατηρείται πως η παιδική εργασία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες μιας χώρας. Οι οικογένειες, οι οποίες λόγω δυσχερής οικονομικής κατάστασης στερούνται βασικών πρώτων αναγκών, υποχρεώνουν τα παιδιά τους να δουλέψουν, συνεισφέροντας με αυτόν τον τρόπο στην οικονομική ενίσχυση. Βέβαια, γνωστοποιούνται και άλλοι παράγοντες που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση του φαινομένου της παιδικής εργασίας, όπως η πολιτική αστάθεια, οι κοινωνικές ανισότητες, η μετανάστευση και η απουσία Εκπαίδευσης.

Σήμερα, οι χώρες στις οποίες εμφανίζεται έντονα το φαινόμενο της παιδικής εργασίας είναι η Ινδία, το Κονγκό, η Αργεντινή, το Περού, η Βολιβία, η Κολομβία, και η Βραζιλία. Τα παιδιά βιώνουν συνθήκες εξαθλίωσης, καθώς δουλεύοντας στα λατομεία και στα ορυχεία παρουσιάζουν συμπτώματα άσθματος, υποφέρουν από πνευμονικές λοιμώξεις, πνευματικές παθήσεις, βρογχίτιδα, φυματίωση και διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν καρκίνο. Παρόλα αυτά τα ποσοστά της παιδικής εργασίας μειώθηκαν, όμως ανεξαρτήτως ποσοστιαίας κλίμακας, το φαινόμενο της παιδικής εργασίας καθίσταται το σημαντικότερο πρόβλημα παγκοσμίως.

Αντίκτυπο στη σωματική, ψυχική και κοινωνική ευεξία

Η παιδική εργασία έχει αρνητική επίδραση στη σωματική δύναμη,  ψυχική υγεία και κοινωνικότητα. Διαπιστώνεται πως τα παιδιά αναλαμβάνουν σκληρές εργασίες, γιατί για τους εργοδότες αποτελούν την ανειδίκευτη εργατική δύναμη. Η πλειονότητα των παιδιών σηκώνουν βαριά φορτία. Η παιδική εργασία στο τομέα των μεταλλείων και ορυχείων είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη. Σε έκθεση που δημοσιεύτηκε το 2016 από τη Διεθνής Αμνηστία και το Africa Resources Watch δηλώνεται πως παιδιά πέφτουν θύματα εργατικής εκμετάλλευσης για τη κατασκευή εξαρτημάτων μπαταρίας. Το κοβάλτιο που χρησιμοποιείται εξορύσσεται από παιδιά, τα οποία έρχονται αντιμέτωποι με επικίνδυνες για την υγεία τους καταστάσεις. Δεν τους παρέχεται ο κατάλληλος προστατευτικός εξοπλισμός, ενώ κινδυνεύουν από σοβαρές ασθένειες. Τα βάρη που σηκώνουν έχουν αρνητική επίδραση στη σωματική τους ακεραιότητα και εξυπηρετούν τις ανάγκες μεγάλων βιομηχανιών εισπράττοντας χρήματα, τα οποία, σαφώς, δεν καλύπτουν όλες τις απαραίτητες βιολογικές ανάγκες.

Χρήζει, εξίσου, ιδιαίτερης προσοχής οι επιπτώσεις που έχει η παιδική εργασία στη ψυχική υγεία του παιδιού. Το παιδί στην ηλικία αυτή έχει ανάγκη από τη προστασία και την ασφάλεια της οικογένειάς του. Είναι γνωστό πως η υποστήριξη των γονιών συντελεί στην ενδυνάμωση της ψυχικής τους υγείας. Οι γονείς αποτελούν σημαντικό παράγοντα στη καλλιέργεια σημαντικών πτυχών της προσωπικότητας του. Φυσικά, οι οικογένειες που ωθούν τα παιδιά στην εργασία χαρακτηρίζονται δυσλειτουργικές. Δεν συνάπτονται υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις στα πλαίσια της οικογένειας, καθώς οι γονείς δείχνουν να διατηρούν μία παθητική και πιο επιτακτική στάση απέναντι στα παιδιά τους. Τα παιδιά δεσμεύονται και περιορίζονται στα καθημερινά τους καθήκοντα και δεν βιώνουν την ελευθερία που δικαιούνται. Η έλλειψη αυτής της ελευθερίας συνεπάγεται ψυχική κατάπτωση.

Μια επιπλέον βασική συνιστώσα της ψυχικής κατάπτωσης είναι η έλλειψη κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Το σχολείο ως βασικός (δευτερογενής) παράγοντας κοινωνικοποίησης θέτει ως κύριο στόχο τη πνευματική καλλιέργεια και τη κοινωνικοποίηση των παιδιών. Τα παιδιά που δεν δύνανται να πάνε σχολεία και επιδίδονται καθημερινά στην εργασιακή τους ενασχόληση, δεν αποκτούν τα σημαντικά εφόδια που τους παρέχει η Εκπαίδευση. Καθίσταται επιτακτική η ανάγκη ανάπτυξης διαπροσωπικών σχέσεων και παροχής ευκαιριών κοινωνικής αλληλεπίδρασης, συμβάλλοντας στη καλλιέργεια αυτοεκτίμησης, αυτοσεβασμού και ενσυναίσθησης. Στα παιδιά δεν ικανοποιείται αυτή η βασική ανάγκη.

Καταπάτηση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Τα παιδιά που υπόκεινται στην εργασιακή εκμετάλλευση στερούνται του θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος: της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Δεν τους παρέχεται το δικαίωμα στη μόρφωση και δεν καλύπτεται η ανάγκη και κοινωνικοποίηση. Τα παιδιά είναι ανήλικα και δεν έχουν αναπτύξει ολοκληρωμένη προσωπικότητα και κριτική σκέψη, ώστε να μπορούν να διακρίνουν τα επίπεδα εκμετάλλευσης και να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για τη προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Δεν μπορούν να αντιληφθούν τι είναι ηθικά σωστό. Οι άνθρωποι στο εργασιακό χώρο λειτουργούν ως κοινωνικά πρότυπα και τα παιδιά συμμορφώνονται με αυτά. Ακόμη, είναι γνωστό πως τα παιδιά προέρχονται από οικογένειες που αντιμετωπίζουν δυσμενείς οικονομικές συνθήκες και ενώ εργάζονται σκληρά πληρώνονται μόλις δύο δολάριο την ημέρα (Σκόρα Σ., 2019). Τα παιδιά δεν απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια με αυτά των παιδιών που ζουν σε αναπτυγμένες χώρες και αυτό συνιστά καταπάτηση αρχών κοινωνικής δικαιοσύνης. Χρήζει ιδιαίτερης προσοχής αυτό που ειπώθηκε από τη Πρόεδρο της Ελληνικής Εταιρείας Κοινωνικής Παιδιατρικής και Παραγωγής της υγείας πως «το φαινόμενο της παιδικής εργασίας πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα παγκόσμιο κοινωνικό πρόβλημα που έχει τις ρίζες του όχι μόνο σε καταστάσεις οικονομικής ύφεσης αλλά και σε μία ρευστή πραγματικότητα που γεννά νέα προβλήματα ή οξύνει τα ήδη υπάρχοντα». Κάθε παιδί έχει δικαίωμα στη ζωή και στη σωστή διαβίωση. Το κράτος οφείλει να προστατεύσει το δικαίωμα μιας αξιοπρεπούς διαβίωση.

Μαρία Τσουρέκα




Ελαφριά νοητική αναπηρία: Ενδεικτικές παιδαγωγικές πρακτικές

     Η αρχή της ειδικής αγωγής και η θεώρησή της ως κρατική ευθύνη τοποθετείται το 19ο με 20ο αιώνα, όπου φωτεινά μυαλά μεγάλων παιδαγωγών, όπως η Maria Montessori, ο Jean Itard και  o Louis Braille, στρέφουν το ενδιαφέρον τους τόσο στην εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία, όσο και στην αποδοχή της διαφορετικότητάς τους από το κοινωνικό σύνολο. Ανατρέχοντας στο παρελθόν, διαπιστώνεται πως η αναπηρία είναι δύσκολο να διερευνηθεί με επιστημονικό τρόπο και ιδιαίτερα κατά τον Μεσαίωνα τα ανάπηρα άτομα χρησιμοποιούνται ως γελωτοποιοί, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ενταχθούν φυσιολογικά στο κοινωνικό σύνολο και να περιθωριοποιούνται Σήμερα, αναγνωρίζονται τα άτομα με αναπηρία ως άνθρωποι με δικαιώματα, που δεν δύναται να διαφοροποιούνται από το κοινωνικό σύνολο. Κατοχυρώνονται πολλά δικαιώματα, τόσο εκπαιδευτικά όσο και επαγγελματικά, που συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, των δεξιοτήτων και της δημιουργικότητας των ατόμων με αναπηρία, καθώς επίσης και των πνευματικών και φυσικών ικανοτήτων τους στο μέγιστο δυναμικό τους. Ακόμη, διασφαλίζεται το δικαίωμα των ατόμων αυτών να συμμετέχουν ελεύθερα στη κοινωνία. Εφαρμόζονται, λοιπόν, στο μέγιστο προσπάθειες που αποσκοπούν στην ενδυνάμωση και κοινωνική ένταξη των ατόμων με αναπηρία, στη καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης, στην ενίσχυση του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών και της ανθρώπινης ποικιλομορφίας από το ευρύτερο κοινωνικό ιστό.

Η συμβολή της εκπαίδευσης στη βελτίωση λειτουργικότητας των παιδιών με νοητική αναπηρία

     Οι βασικές αρχές που έχουν ως γνώμονα την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία εφαρμόζονται και στην εκπαιδευτική πράξη. Πιο συγκεκριμένα, οι σχολικές μονάδες στελεχώνονται από ειδικούς παιδαγωγούς, οι οποίοι διεκπεραιώνουν μια σειρά από ειδικές εκπαιδευτικές μεθόδους που αποσκοπούν στην ανάπτυξη ικανοτήτων που προφυλάσσουν τη σωματική ακεραιότητα και την ψυχική υγεία και ευεξία, ικανότητες που συνεισφέρουν στην κοινωνική αλληλεπίδραση και κατ’ επέκταση στην κοινωνική προσαρμογή, καθώς επίσης, και στην ενδυνάμωση των γνωστικών ικανοτήτων. Έτσι λοιπόν, στο σχολικό περιβάλλον υπάρχουν άτομα με ελαφριά νοητική αναπηρία που χρήζουν ειδικής βοηθείας και χαρακτηρίζονται από άγνοια υγιεινής, από ψυχολογικές μεταπτώσεις, από αδυναμία κοινωνικής συνδιαλλαγής καθώς επίσης, διαπιστώνεται πως αντιμετωπίζουν ειδικές μαθησιακές δυσκολίες.

Ανάλυση έργου

     Η μάθηση συμπεριφορών που έχουν ως απώτερο σκοπό την διαφύλαξη της σωματικής και ψυχικής υγείας των παιδιών με χαμηλά επίπεδα νοητικών ικανοτήτων, αποτελεί την αφετηρία της εκπαίδευσης. Ο εκπαιδευτικός, λοιπόν, στα πλαίσια ενός εξατομικευμένου προγράμματος, που εφαρμόζεται για την βελτίωση της καθημερινότητας των παιδιών αυτών, καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικό η εφαρμογή ανάλυσης έργου, όπου παρουσιάζονται με μια αλληλουχία οι απαραίτητες κινήσεις που οδηγούν στην επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος. Τα παιδιά, στα πλαίσια της συνεκπαίδευσης, εντάσσονται σε τάξεις με άτομα χωρίς αναπηρίες  γεγονός που αποδεικνύει πως τα παιδιά δεν χρήζουν αποκλειστικά εξειδικευμένης βοήθειας. Η ανάλυση έργου συνίσταται για να διδάξουν στα παιδιά τους κανόνες υγιεινής με απώτερο στόχο τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας τους. Για παράδειγμα, τους διδάσκεται 1)να τοποθετούν το χέρι τους κάθετα στη μύτη τους όταν πρόκειται να φτερνιστούν, 2)να χρησιμοποιούν χαρτομάντιλο, 3) να πλένουν τα χέρια τους όταν λερωθούν, 4) να κάνουν σωστή χρήση της τουαλέτας, 5) να μάθουν να πλένουν τα δόντια τους και 6) να κάνουν μπάνιο μόνα τους, εστιάζοντας κυρίως στον έλεγχο των κινήσεων και στην αναγνώριση των καταστάσεων εκείνων που απαιτούν την εφαρμογή των κατάλληλων- προαναφερθέντων- δεξιοτήτων.

Η σημασία της ψυχολογικής ενδυνάμωσης

     Σημαντική μέριμνα είναι, όμως, και η ψυχολογική στήριξη των παιδιών αυτών, που θα πρέπει να αποτελεί ο πρωταρχικός στόχος της εκπαίδευσης. Έχοντας ως αφετηρία το πρώτο θεωρητικό μοντέλο που στοχεύει στο να εμφυσήσει στα παιδιά την εικόνα της προσδοκίας της ζωής, διεξάγονται οι απαραίτητες ενέργειες για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Υπάρχουν  ποικίλες  προσεγγίσεις  που  συγκλίνουν  στην  άποψη  πως  η  αυτοεκτίμηση καθόριζε  τη  γενικότερη  συμπεριφορά  του  ατόμου.  Το  άτομο  θέτοντας  στόχους  που αποτελεί κίνητρο για την υλοποίησή τους και αξιολογώντας τον εαυτό του αποκτά το «γνώθι σε  αυτόν»    και    τη  δυνατότητα  να  εισέλθει  στην  ενδοσκόπηση  και  να  συλλάβει  τον πραγματικό του εαυτό. Έτσι, όταν η εκπαίδευση δεν ενδιαφέρεται μόνο για την παιδεία του έξω,  εξειδικεύοντας  τον  κομφορμισμό-  την  προσαρμογή  και  την  υποταγή-  η  βαθιά μόρφωση δεν καθίσταται επιφανειακή.  Με βασικό γνώμονα τη ψυχολογικής ενδυνάμωση και τη ψυχική ανάταση των παιδιών, ενδείκνυται μια κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση που καθιστά απαραίτητη τη χρήση κινήτρων με απώτερο σκοπό την ανάδειξη της επιθυμητής συμπεριφοράς έχοντας ως θετικούς  ενισχυτές  τις  δραστηριότητες    που  προτιμούν  οι  μαθητές(αρχή  Premack),  την επιβράβευση  θετικής  συμπεριφοράς(Skinner)  και  τη  προβολή  προτύπων  προς  μίμηση αποτελώντας ισχυρή κινητήρια δύναμη για τη ανάδειξη των θετικών στοιχείων της συμπεριφοράς των παιδιών(Bandura). Επίσης τόσο η προσωπική προσαρμογή όσο και η κοινωνική ένταξη, μέσω της επικοινωνίας και του παιχνιδιού,  συντελεί στην  απόκτηση  μιας  αίσθησης  επάρκεια(Erikson,  στάδιο  Φιλοπονίας σε αντιδιαστολή με το Αίσθημα Κατωτερότητας).

     Έτσι, συνιστάται η πραγματοποίηση δραστηριοτήτων που θα συντελέσει στην ενδυνάμωση των διαπροσωπικών σχέσεων. Καθώς η σχολική χρονιά φτάνει στο τέλος της, θα μπορούσαν να παίξουν  το παιχνίδι  “διάλεξε  εμένα”. Σημειώνεται πως το παιχνίδι αυτό εδράζεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων και έχει ως στόχο την αυτογνωσία  ως  σημείο  εκκίνησης  για  την  αυτο-αποδοχή, την  ενίσχυση  της αυτοπεποίθησης  του  παιδιού,  την ενθάρρυνση  των  παιδιών  για  το  ζήτημα  της  ανταμοιβής, την κατάκτηση επικοινωνιακών και κοινωνικών δεξιοτήτων, την ελευθερία έκφρασης κάτω από ένα ασφαλές  επικοινωνιακό  πλαίσιο  και  την αναγνώριση  της  αξίας  των  χαρακτηριστικών  εκείνων που συμβάλλουν στη δόμηση της προσωπικότητάς του. Στο παιχνίδι, λοιπόν, το  παιδί  από  τη  θέση  του παρουσιάζει  τον  εαυτό εστιάζοντας  στα  προτερήματά  του  έτσι  ώστε  ο  δάσκαλος να  τον διακρίνει μέσα σε όλα τα παιδιά. Έτσι, τα παιδιά διαπίστωναν  πως  η  αξιόλογη  συμπεριφορά  ανταμείβεται,  φανερώνοντας  τα  θετικά στοιχεία  της  προσωπικότητάς  τους  και  μέσα  από  αυτό  μάθαιναν  τον  εαυτό  τους. Σε άλλη διδακτική ώρα μπορούμε να δώσουμε τετράδια στα παιδιά και να γράψουν   ιδιότητες  που  τους χαρακτηρίζουν και τις  θεωρούν ανεκτίμητες. Αφού  τα  παιδιά  τελειώσουν,  τους λέμε να φανταστούν πως κάποιος πρόκειται να τους στερήσει κάποιες από αυτές και το κάθε παιδί έπαιρνε ένα μαρκαδόρο για να σβήσει τρεις από όλες που θα του επέτρεπαν να πάρει.  Έπειτα  τους βάζουμε  να  σκεφτούν,  βλέποντας  τις  ιδιότητες  που  μένουν,  αν παραμένουν  οι  ίδιοι  πριν και μετά την  εμπλοκή  του  “εχθρού”.  Έτσι  καταλάβαιναν  πως  έστω  και  μια μικρή απώλεια άλλαζε συλλήβδην τη προσωπικότητα τους. Αυτό τι μας διδάσκει; Ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και ξεχωρίζει για τα ιδιαίτερά του χαρακτηριστικά, είτε αυτά είναι προτερήματα είτε μειονεκτήματα.

     Επιπλέον, είναι σημαντικό να συμμετέχουν τα παιδιά σε διαδραστικά παιχνίδια προάγοντας την κοινωνικοποίηση. Έτσι, και πάλι στα πλαίσια τη ευέλικτης ζώνης, μπορούμε να παρακινούμε τα παιδιά να ζωγραφίζουν την ελληνική σημαία δίνοντας το πρόσχημα να εκφράσουν τη σημασία του έθνους, εξιστορώντας ταυτόχρονα ιστορικά γεγονότα που σηματοδότησαν στη διατήρηση του έθνους αυτού. Θα μπορούσε ακόμα, τα παιδιά να χωριστούν  σε ομάδες και να κόψουν από περιοδικά, εικόνες που αντιπροσωπεύουν μια συγκεκριμένη θεματολογία. Εδραιώνεται η άποψη, λοιπόν, πως αναδεικνύονται σημαντικές έννοιες μέσα από τη δημιουργική ενασχόληση με τη ζωγραφική, αντανακλάται το επίπεδο της σκέψης των παιδιών μέσα από τη συμβολική καλλιτεχνική τους δημιουργία και όλα αυτά υφιστάμενα σε ένα συνεργατικό πλαίσιο.

Αντιμετώπιση μαθησιακών δυσκολιών

     Επιπρόσθετα, για την απόκτηση βασικών γνώσεων συνίσταται η αντιμετώπιση των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών. Εδώ αδιαμφισβήτητα προτείνεται η χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ένα λόγος, που ενθαρρύνεται η χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, είναι το γεγονός ότι τα παιδιά αγαπούν τα computers και όπως πολύ σοφά παρατήρησε ο Sigmund Papert, ένας από τους πρωτοπόρους της εισαγωγής των ηλεκτρονικών υπολογιστών στα σχολεία, “τα παιδιά μαθαίνουν ό,τι αγαπούν” (1980, Papert). Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά προσηλώνονται στη διδακτική πράξη και αναπαράγουν κίνητρα για μάθηση. Επιπλέον, μειώνεται το ενδεχόμενο αρνητικής κριτικής των άλλων παιδιών και μπορούν να αφιερώσουν άπλετο χρόνο στη μάθηση. Κατά τη διδασκαλία των μαθημάτων ιστορίας, θρησκευτικών κ.ά, το άτομο με νοητική αναπηρία  μπορεί να έχει ένα δικό του υπολογιστή όπου να οπτικοποιούνται διάφορες έννοιες, ιστορικά γεγονότα, θρησκευτικού τύπου διδαχές κ.ά. και παράλληλα να εμφανίζονται ασκήσεις εμπέδωσης που αποτελεί σημαντική ένδειξη για τη κατανόηση του μαθήματος. Ακόμη, ο εκπαιδευτικός μπορεί να παρέχει  εργασίες σε μικρά διαδοχικά βήματα. Η στρατηγική της κατάτμησης αποδεικνύεται ο καταλληλότερος τρόπος διδασκαλίας όπως υπογραμμίζεται και στην τεχνική της ανάλυσης έργου. Όσον αναφορά τη γραφή, υπάρχει η εντύπωση πως ο αργός ρυθμός έγκειται στη προσπάθεια ανάκλησης λέξεων και γραμμάτων. Χρήζει ιδιαίτερης προσοχής οι διορθωτές κειμένων καθώς προσφέρουν στους μαθητές μεγαλύτερη αυτονομία, ενώ ταυτόχρονα βελτιώνουν την ορθογραφία.

     Τελειώνοντας, οι συγκεκριμένες πρακτικές θα πούμε ότι έχουν τελεσφορήσει εφόσον το παιδί επιδείξει μακροπρόθεσμα υψηλή αυτοεκτίμηση, τάσεις κοινωνικής αλληλεπίδρασης και γοργό ρυθμό ανάγνωσης και γραφής. Η προτεινόμενη διαδικασία διέπεται από βασικές αρχές που δίνουν έμφαση στο πλούτο και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης και εγκεφάλου, στη μοναδικότητα του κάθε μαθητή και στη διαμόρφωση θετικού περιβάλλοντος καθώς και στην εξασφάλιση ισότιμης εκπαίδευσης. Πλέον είναι ευρύτατα εδραιωμένη η άποψη πως δεν αποδεχόμαστε τη διαφορετικότητα μόνο αναφορικά με το φύλο, τη φυλή και τη σεξουαλικότητα, αλλά και με τη νευροποικιλότητα. Από τις πρώτες κι όλας τάξεις ας μάθουμε στα παιδιά την αξία της διαφορετικότητας διδάσκοντας το εξής ρητό: όλοι είμαστε μεταξύ μας διαφορετικοί και ταυτόχρονα ίσοι.

Από: Μαρία Τσουρέκα




Πολυπολιτισμικό σχολικό περιβάλλον: Το δικό μου μήνυμα

H πολυπολιτισμικότητα είναι ένα φαινόμενο το οποίο συναντάμε συχνά, ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή που πραγματοποιούνται πολυάριθμες μετακινήσεις πληθυσμών. Ο όρος «πολυπολιτισμικότητα» δηλώνει μια υπάρχουσα κατάσταση συνύπαρξης  ποικίλων κοινωνικών ομάδων που φέρουν διαφορετικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Στα πλαίσια πολυπολιτισμικότητας επισημαίνεται η ανάγκη αρμονικής συνύπαρξης ανθρώπων, η οποία αναπαριστά μια σύγχρονη κοινωνική δομή με γνώμονα την αποδοχή της διαφορετικότητας και την ισότιμη αναγνώριση διαφορετικών κοινωνικών/εθνοτικών ομάδων. Η εκπαίδευση προσανατολίζεται σε σύγχρονα παιδαγωγικά μοντέλα που συμβάλλουν στην χάραξη καινοτόμων παιδαγωγικών μεθόδων. Είναι γεγονός πως πραγματοποιούνται προγράμματα στα οποία διεξάγονται δραστηριότητες που συμβάλλουν στη ενδυνάμωση επικοινωνιακών και κοινωνικών δεξιοτήτων, στην ελευθερία έκφρασης σε ένα ασφαλές περιβάλλον και κατ΄ επέκταση στην ανάπτυξη ομαδοσυνεργατικών πλαισίων. Οι καινοτομίες που εισάγει η εκπαίδευση αναδεικνύει την αξία της διαφορετικότητας. Είναι μείζονος σημασίας να υπάρχει στο μυαλό το εξής ρητό: Θα πρέπει να ξέρουμε όλοι ότι η διαφορετικότητα κεντάει ένα πλούσιο χαλί, και πρέπει να καταλάβουμε πως όλοι οι κόμποι του χαλιού έχουν ισότιμη αξία, ανεξάρτητα από το χρώμα τους (Maya Angelou).

Πηγή εικόνας: parentsgo.kidsgo.com

Στα πλαίσια της εκπαίδευσης, λοιπόν, εφαρμόζονται στρατηγικές που συμβάλλουν καθοριστικά στην αποδοχή της διαφορετικότητας και στην εξάλειψη κοινωνικών διακρίσεων. Είναι σημαντικό, όταν ένα σχολικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από ανομοιογένεια, να ενισχύεται η αίσθηση της ομαδικότητας και της συλλογικότητας. Υποστηρίζεται πως το σχολείο είναι μία μικρογραφία της κοινωνίας, για αυτό και καθίσταται επιτακτική η ανάγκη καλλιέργειας ομαδικών και συνεργατικών σχέσεων (Dewey). Επίσης, σημειώνεται πως οι δραστηριότητες που αποβλέπουν στην κοινωνική αλληλεπίδραση των παιδιών, κυρίως όταν πρόκειται για ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, είναι αποδοτικές. Ποία είναι τα οφέλη; Είναι γνωστό πως παιδιά από διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον διακατέχονται από συναισθήματα μειονεξίας και ανασφάλειας. Σύμφωνα με τον Cooley, η αλληλεπίδραση του παιδιού με το κοινωνικό περίγυρο συντελεί στην διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης. Η αίσθηση της αποδοχής βελτιώνει την αυτοπεποίθηση και κατ’ επέκταση την αυτοεκτίμηση. Η αίσθηση του “ανήκειν” λειτουργεί σαν ένα είδος κοινωνικής αναγνώρισης. Δεν υπάρχει παιδί που να μην έχει την ανάγκη για κατανόηση και αποδοχή. Το σχολείο πρέπει να στοχεύει στην εξασφάλιση ενός κλίματος έκφρασης, το οποίο επιτρέπει το παιδί να αυτοπραγματωθεί (Carl Rogers).

Πηγή εικόνας: psychagogein.gr

Τα παιδιά με  τη συμμετοχή  τους στις προαπαιτούμενες δραστηριότητες κατανοούν τον εαυτό τους και φυσικά και τους άλλους. Ενδεικτικές δραστηριότητες διαπολιτισμικής εκπαίδευσης είναι οι εξής: Τα παιδιά θα μπορούσαν να υποδύονται ρόλους συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της ενσυναίσθησης. Πιο συγκεκριμένα, θα μπορούσαν να μοιραστούν καρτέλες και κάθε φορά ένα παιδί θα αναλάμβανε το ρόλο ενός ατόμου με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρό. Αυτό διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην κατανόηση της θέσης του ατόμου που φέρει διαφορετικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Ακόμη, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί η σημασία της διαφορετικότητας. Είχε διεξαχθεί ένα παιχνίδι στα πλαίσια βιωματικής δράσης με τίτλο «Νιώσε Διαφορετικός» με αφορμή τη Παγκόσμια μέρα Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες. Το διοργάνωσε το κέντρο “Μαζί για την Οικογένεια και το Παιδί” στη ΔΕΘ και στα πλαίσια της εν λόγω δραστηριότητας τα παιδιά έπρεπε να μοιραστούν με τους υπόλοιπους συμμαθητές τους τα ενδιαφέροντά τους. Όποιος μαθητής παρουσίαζε κοινό ενδιαφέρον, στεκόταν από πάνω του και κάθε φορά αποδεικνύονταν πως κάθε προσωπική προτίμηση είχε διαφορετική ανταπόκριση από τους μαθητές. Αυτό ισχυροποίησε την άποψη πως «όλοι είμαστε ίσοι, όλοι είμαστε διαφορετικοί».

Πηγή εικόνας: m.eirinika.gr

Επιπλέον, σε μικρές τάξεις του δημοτικού συνιστάται τη παρακολούθηση βίντεο και η διήγηση παραμυθιών με κύριο στόχο την ανάπτυξη κατανόησης της διαφορετικότητας. Προτεινόμενες ταινίες μικρού μήκους είναι “Το λιοντάρι”, όπου ο Λάμπερτ ενώ μεγαλώνει σαν ένα αδύναμο και δειλό πρόβατο στο τέλος ανακτά δυνάμεις για τη προστασία της μητέρας παιδί. Ένα άλλο είναι το “Μπαουντιν”, ένα πρόβατο που χορεύει περήφανα, του κουρεύουν το μαλλί και ντρέπεται και ένας χαρούμενος νέος φίλος έρχεται να τον αλλάξει και το “χαζοπούλια” στο οποίο μικρά πουλάκια κοροϊδεύουν ένα μεγάλο διαφορετικό πουλί. Όσον αφορά την εξιστόρηση του βιβλίου, προτείνεται το βιβλίο “Εγώ ο απίθανος” που τα παιδιά ακούγοντας την ιστορία αντιλαμβάνονται τις αξίες της ζωής και τη μοναδικότητά τους. Ακόμη, αξίζει να σημειωθεί πως στα σχολεία στα πλαίσια της κοινωνικής ενσωμάτωσης ελλοχεύει ο κίνδυνος αφομοίωσης παραμερίζοντας εκείνα τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιεί το κάθε άτομο διαφορετικής προέλευσης. H διατήρηση των πολιτισμικών χαρακτηριστικών και κατ’ επέκταση της διαφορετικότητας του καθενός είναι δικαίωμα και καθίσταται άκρως απαραίτητο να διασφαλιστεί. Έτσι, συνιστάται η μάθηση ιστορικών γεγονότων, που προάγουν την ευαισθητοποίηση των μαθητών απέναντι στις πολιτισμικές διαφορές. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με δραστηριότητες όπως κολάζ και ζωγραφική. Για παράδειγμα, ζητούν από τους μαθητές να συλλέξουν πληροφορίες και εικόνες που απεικονίζουν μνημεία και σύμβολα που  αποτελούν τη ναυαρχίδα του πολιτιστικού γίγνεσθαι. Τέλος, σε ακόμη μικρότερες ηλικίες ενδείκνυται η εκτέλεση παιχνιδιού με κούκλες με διαφορετικές αποχρώσεις δέρματος, παρέχοντας την ευκαιρία εξοικείωσης με το λεγόμενο «διαφορετικό».

Πηγή εικόνας: ntontiskids.gr

Είναι γεγονός πως αν το ίδιο το σχολείο δεν συντελέσει στην προώθηση διαπολιτισμικής παιδαγωγικής, εξαλείφοντας τις ρατσιστικές τάσεις και αντιλήψεις, το παιδί αδυνατεί να στραφεί μόνο του προς αυτή την κατεύθυνση. Το σχολείο, ως δευτερογενής φορέας κοινωνικοποίησης, μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση διαπολιτισμικής αντίληψης μέσω της υλοποίησης παιδαγωγικών μεθόδων που συντελούν στη σύσφιξη και ενδυνάμωση διαπροσωπικών σχέσεων προάγοντας την ανεκτικότητα και το σεβασμό απέναντι στη διαφορετικότητα. Ο εκπαιδευτικός λειτουργεί ως υπόδειγμα συμπεριφοράς και αν ο ίδιος ανταποκρίνεται θετικά απέναντι στη διαφορετικότητα, τότε και τα παιδιά μαθαίνουν να πράττουν το ίδιο. Ας δώσουμε κίνητρα που αποσκοπούν στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων, ας επιβραβεύσουμε τις πράξεις αλληλεγγύης, σεβασμού και ανθρωπιάς, ας παρέχουμε ένα ασφαλές περιβάλλον στο οποίο κανένα παιδί δεν δύναται αν μείνει μόνο του και τέλος ας γίνουμε τα κατάλληλα πρότυπα προς μίμηση, όπου τα παιδιά θα μάθουν να σέβονται το διαφορετικό άλλο. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο διαφορετικός. Είναι ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ.

Μαρία Τσουρέκα




Ψυχολογία: Ο ρόλος των κινήτρων στην εκπαίδευση

κίνητρα

Τα κίνητρα είναι μία βασική έννοια καθώς επηρεάζουν τη μάθηση και ενισχύουν την ανάδειξη συγκεκριμένων συμπεριφορών. Τα κίνητρα ωθούν τα άτομα σε συγκεκριμένη κατεύθυνση μέσω διεκπεραίωσης συγκεκριμένων δραστηριοτήτων και πρακτικών. Στα πλαίσια της εκπαίδευσης συνιστάται η παροχή κινήτρων καθώς συμβάλουν καθοριστικά στη βελτίωση της απόδοσης των μαθητών, στην ενθάρρυνση της αυτό- κινητοποίησής τους, στην ενίσχυση αυτοεκτίμησης και στη διαμόρφωση θετικής αυτό-εικόνας τους. Βέβαια, αυτό επιτυγχάνεται με τη κατάλληλη εφαρμογή εκπαιδευτικών πρακτικών που θα αποσκοπεί στην αύξηση των επιπέδων κινητοποίησης των μαθητών.

Τα κίνητρα αποτελούν μια πολυδιάστατη έννοια. Στην επιστήμη της ψυχολογίας υπάρχει μια ποικιλία θεωρητικών προσεγγίσεων που ανέπτυξαν διαφορετικού είδους κίνητρα. Πιο συγκεκριμένα, η ανθρωπιστική προσέγγιση έκανε λόγο για κίνητρα που οδηγούν στην αυτό-πραγμάτωση. Αυτό-πραγμάτωση σημαίνει η πλήρης ανάπτυξη και αξιοποίηση του δυναμικού του κάθε ατόμου. Η επίτευξη της αυτοπραγμάτωσης, κατά τον Maslow, προϋποθέτει την κάλυψη βασικών αναγκών. Αυτές είναι οι σωματικές ανάγκες, οι ανάγκες ασφάλειας, η ανάγκη για αγάπη και αίσθηση του ανήκειν, ανάγκη για εκτίμηση και, τέλος, για αυτοπραγμάτωση. Σημειώνεται πως ανάγκες αυτές βρίσκονται σε ιεραρχική κλίμακα, γεγονός που υποδεικνύει πως η ικανοποίησης της μία ανάγκης προϋποθέτει την εκπλήρωσης της ανάγκης στο αμέσως προηγούμενο στάδιο. Στη βάση της ιεραρχίας βρίσκονται οι σωματικές ανάγκες ως θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες. Υπό το πρίσμα της εν λόγω θεωρητικής προσέγγισης, διαπιστώνεται πως ο εκπαιδευτικός οφείλει να αναγνωρίζει τις ανάγκες του κάθε μαθητή και να κινητοποιείται αναλόγως συμβάλλοντας αποτελεσματικά στην ικανοποίηση αυτών. Ακόμη, υπογραμμίζεται η σημασία της ασφάλειας, η οποία διασφαλίζεται μέσω σταθερών διαπροσωπικών σχέσεων και καλλιέργειας θετικού και ευχάριστου κλίματος και η αίσθηση του ανήκειν που καλλιεργείται μέσω αλληλεπίδρασης και κοινωνικής αναγνώρισης. Αυτό αν εφαρμοστεί από πλευράς εκπαιδευτικού, θα συντελέσει στην αύξηση των επιπέδων επιτυχίας.

Μία άλλη θεωρητική προσέγγιση ανάγεται στον συμπεριφορισμό. Εδώ επισημαίνεται πως εξωτερικά κίνητρα όπως η επιβράβευση, η αμοιβή, η επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία αυξάνουν τη συχνότητα εκδήλωσης μιας συμπεριφοράς. Βέβαια, υπήρξαν πολλοί που αμφισβήτησαν την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής συμπεριφοριστικών πρακτικών στην εκπαίδευση. Αυτό διότι χαρακτήρισαν ως δωροδοκία την χρήση εξωτερικών ενισχυτών με σκοπό τη τροποποίηση συμπεριφοράς. Εδώ, λοιπόν, γίνεται λόγος για διαφορετικό είδος ενισχυτών που δεν αγγίζει καθόλου τα όρια της δωροδοκίας. Για παράδειγμα, σε ένα σχολικό περιβάλλον έχει διαπιστωθεί πως τα άτομα με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο σημειώνουν χαμηλές επιδόσεις και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ενδιαφέροντος. Ο εκπαιδευτικός μπορεί να προτείνει ομαδικές δραστηριότητες που θα προάγουν τη κοινωνική αλληλεπίδραση και συνεργασία. Η κάθε ομάδα πρόκειται να συμβάλλει στην επίτευξη ενός στόχου που θα είναι σημαντικός για αυτούς. Δεν αναφέρομαι σε πρωτογενείς ενισχυτές όπως καραμέλες που προσφέρονται σε παιδιά προσχολικής ηλικίας. Μπορεί να είναι δραστηριότητες, παιχνίδια, ανάθεση ηγετικών ρόλων, παραχώρηση δυνατότητας επιλογής δραστηριοτήτων κ.α.. Με αυτόν τον τρόπο διαμοιράζεται η ευθύνη και αναπτύσσεται ομαδικό πνεύμα.

Επίσης είναι μείζονος σημασίας οι εκπαιδευτικοί να κινητοποιούν το ενδιαφέρον και να διεγείρουν τη περιέργεια του μαθητή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της επιθυμίας για γνώση. Πιο συγκεκριμένα, αυτό μπορεί να επιτευχθεί όταν οι εκπαιδευτικοί λαμβάνουν γνώση των αναγκών και των επιθυμιών του κάθε μαθητή. Σταδιακά οργανώνουν δραστηριότητες με νόημα και δραστηριότητες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των μαθητών και προσφέρουν αναπτυξιακά κατάλληλες προκλήσεις. Επιπλέον, σημαντικό είναι να τους παρέχεται η δυνατότητα αυτό- αξιολόγησης. Είναι γεγονός πως η αυτό-αξιολόγηση συμβάλλει στην ανάπτυξη της αυτό-αντίληψης- ανακαλύπτοντας ο κάθε μαθητής της δυνατότητές του- και κατ’ επέκταση στην ενδυνάμωση της αυτοεκτίμησής του. Ακόμη, σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες, τα κίνητρα του κάθε μαθητή αυξάνονται όταν ο μαθητής διαμορφώνει τη πεποίθηση πως ο καθένας μπορεί να ασκήσει τον έλεγχο τη ζωή του. Σύμφωνα με την επιστήμη της Ψυχολογίας ο άνθρωπος που πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει αυτά που του συμβαίνουν θεωρείται ότι έχει «εσωτερικό κέντρο ελέγχου». Στον αντίποδα βρίσκονται τα άτομα που πιστεύουν ότι δεν έχουν τον έλεγχο στις συνέπειες των πράξεών τους. Αυτοί έχουν εξωτερικό κέντρο ελέγχου. Λαμβάνοντας αυτό υπόψιν ο εκπαιδευτικός πρέπει να ενισχύει τη προσπάθεια του κάθε μαθητή, να επισημαίνει τη κάθε του επιτυχία και να δείχνει ότι καταλαβαίνει πως ανέλαβε ο ίδιος ο μαθητής την ευθύνη. Τέλος, κρίνεται ως επιτακτική η ανάγκη ο μαθητής να αποδίδει σε πραγματικές αιτίες την αποτυχία ή την επιτυχία. Διαπιστώνεται πως ο μαθητής αξιολογεί την επίδοσή του βασισμένος σε προηγούμενες εμπειρίες. Όταν υπάρχει ιστορικό αποτυχιών, μία ακόμη αποτυχία δημιουργεί τη πεποίθηση πως “είμαι ανίκανος”. Έτσι λοιπόν το παιδί αρχίζει να αμφισβητεί τις ικανότητές του και να αποκτά χαμηλή αυτοεκτίμηση. Ο εκπαιδευτικός στο σημείο αυτό οφείλει να ενημερώσει για τις εναλλακτικές αιτίες της αποτυχίας του, όπως η έλλειψη επαρκούς προσπάθειας ή δυσκολία έργου.

Εν κατακλείδι, επισημαίνεται πως τα κίνητρα για μάθηση αυξάνονται όταν τίθενται ρεαλιστικοί και εφικτοί στόχοι και πραγματοποιούνται σωστές αιτιακές αποδόσεις επιτυχίας. Όλα τα παιδιά ανεξαιρέτως μπορούν να φτάσουν στο επιθυμητό στόχο. Το σχολείο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη των δυνατοτήτων τους. Υποστηρίζεται πως άτομα δεν ανέπτυξαν τα ταλέντα του, διότι δεν δέχτηκαν τα κατάλληλα εφόδια και ερεθίσματα για να καλλιεργήσουν και να αξιοποιήσουν τις ικανότητές τους. Όλα τα παιδιά μπορούν να γίνουν αυτό που θέλουν αρκεί να το πιστέψουν. Ενδείκνυται η εφαρμογή κατάλληλης παιδαγωγικής προσέγγισης που θα θέσει στο επίκεντρο το μαθητή. Δεν επιθυμούν όλα τα παιδιά να έχουν άριστες ακαδημαϊκές επιδόσεις. Υπάρχουν παιδιά με έφεση στον αθλητισμό, στη μουσική ή στη ζωγραφική, παιδιά με κοινωνικές δεξιότητες κ.α. Ο εκπαιδευτικός έχοντας γνώση των παραπάνω προσανατολίζεται στην αξιοποίηση των ικανοτήτων τους. Η αυτοεκτίμηση επηρεάζεται από τα πράγματα που θεωρούν τα παιδιά σημαντικά. Η επιτυχία για τον καθένα είναι διαφορετική.

Μαρία Τσουρέκα




Με μια αυστηρή πινακίδα σχολείο καλεί τους γονείς να κλείνουν τα κινητά όταν παραλαμβάνουν τα παιδιά τους

«Χαιρέτισε το ΠΑΙΔΙ σου με ένα ΧΑΜΟΓΕΛΟ – ΟΧΙ ΜΕ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ» γράφει η μεγάλη κίτρινη πινακίδα που τοποθετήθηκε έξω από το Δημοτικό σχολείο Redwood, στην περιοχή Sinfin του Derby της Μ. Βρετανίας, καλώντας τους γονείς να ασχολούνται περισσότερο με τα παιδιά τους έπειτα από μια ολόκληρη ημέρα χωριστά.

Η πρωτοβουλία αυτή δύο δασκάλων του σχολείου, να τοποθετήσουν αντίστοιχες πινακίδες και στις τρεις εξόδους του σχολείου έγινε δεκτή με θετικές αντιδράσεις από την πλειοψηφία των γονιών, με πολλούς να συμφωνούν με την εν λόγω παρότρυνση.

Όπως χαρακτηριστικά λένε οι εκπαιδευτικοί που ανέλαβαν την τοποθέτηση των πινακίδων: «Οι πινακίδες αυτές στόχο έχουν να θυμίσουν στους γονείς πόσο σημαντικό είναι να χαιρετούν τα παιδιά τους και να τα ενθαρρύνουν να μιλήσουν για τη μέρα τους και για όσα έκαναν στο σχολείο.»

«Υπερβολικά απασχολημένοι με το κινητό»

Μια μαμά που έχει δύο παιδιά στο σχολείο είπε σχετικά: «Οι γονείς δεν θα πρέπει να περιμένουν από μία πινακίδα να τους πει, ότι πρέπει να ασχολούνται περισσότερο με τα παιδιά τους. Εγώ ρωτώ πάντα τα παιδιά μου πώς ήταν η μέρα τους και ποια η αγαπημένη τους στιγμή.

Αν, όμως, κάτσεις στην παιδική χαρά και κοιτάξεις γύρω σου θα δεις, ότι ο αριθμός των γονιών που κοιτάζουν αποκλειστικά το κινητό τους είναι σοκαριστικός. Είναι λυπηρό να βλέπεις, ότι μία συσκευή είναι πιο σημαντικό από ένα παιδί.»

Μια άλλη μαμά συμφωνεί, ότι συχνά οι γονείς είναι υπερβολικά αφοσιωμένοι στο κινητό τους, τόσο που ούτε καν βλέπουν τα παιδιά τους την ώρα που βγαίνουν από το σχολείο. «Δεν ξέρουν καν τι συμβαίνει στη ζωή του παιδιού τους», λέει η εν λόγω μαμά.

Έχει το σχολείο δικαίωμα να λέει στους γονείς τι πρέπει και δεν πρέπει να κάνουν; Ίσως όχι. Θα καταφέρει, όμως, η ταμπέλα αυτή να τους τραβήξει την προσοχή και ίσως να τους κάνει να κλείσουν το κινητό τους; Το πιθανότερο…

Πηγή




Γονείς και δάσκαλοι, μη στερείτε από τα παιδιά τα λάθη τους

Ο Αϊνστάιν έλεγε ότι «Όποιος δεν έκανε ποτέ λάθος, δεν έχει δοκιμάσει ποτέ κάτι καινούργιο» και όπως λέει και ο σοφός λαός «από τα λάθη μας μαθαίνουμε». Όμως οι περισσότεροι γονείς και εκπαιδευτικοί αφιερώνουν υπερβολικά μεγάλο μέρος της ενέργειά τους στην εξαφάνιση των λαθών των παιδιών μην επιτρέποντας ,πολλές φορές, ούτε καν την εκδήλωσή τους.

Όμως με αυτό τον τρόπο τα λάθη αυτά ποτέ δεν διορθώνονται απλά μπαλώνονται όπως όπως με συνέπεια την επανεμφάνιση τους σε τακτά χρονικά διαστήματα. Έτσι τα παιδιά μαθαίνουν να φοβούνται να κάνουν λάθη , γίνονται συντηρητικά, δεν παίρνουν ρίσκα και καταρρέουν ψυχολογικά όταν δεν καταφέρουν να πετύχουν το τέλειο .

Παιδιά που δεν τους επιτρέπεται να κάνουν λάθη δύσκολα θα αναπτύξουν τις απαραίτητες δεξιότητες που θα τα βοηθήσουν να αντιμετωπίσουν τα αναπόφευκτα λάθη και τις αποτυχίες της ζωής.

Ο κυριότερος λόγος που γράφτηκε το κείμενο αυτό είναι για να δείξει τη μεγάλη σημασία της αξιοποίησης του λάθους στην εκπαιδευτική διαδικασία. Οι πιο σύγχρονες θεωρίες μάθησης αποδεικνύουν ότι οι τα παιδιά όχι απλά μαθαίνουν μέσα από τα λάθη τους αλλά και ότι αυτός είναι και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να μάθουν σωστά.

Τα λάθη των παιδιών είναι ένα από τα βασικότερα εργαλεία μάθησης

Αντί λοιπόν οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί να θεωρούν τα λάθη των παιδιών τον μεγαλύτερο εχθρό της μάθησης και να τρέχουν να τα εξαφανίζουν δίνοντας κατευθείαν τις σωστές απαντήσεις ή αποδοκιμάζοντας και τιμωρώντας τις λάθος ,καλό θα ήταν να δουν τα λάθη των παιδιών ως τη μεγαλύτερη ευκαιρία για τη σωστή μάθηση. Πρέπει λοιπόν να δίνουν κίνητρα στα παιδιά να ρισκάρουν και να κάνουν λάθη και όχι το αντίθετο.

Πριν μάθουν πρέπει να ξεμάθουν

Σύμφωνα με την «κονστρουκτιβιστική θεωρία μάθησης»( εποικοδόμησης της γνώσης) οι μαθητές μαθαίνουν κυριολεκτικά μέσα από τις εσφαλμένες αντιλήψεις τους(Children’s Preconceptions). Το γεγονός ότι είναι μικροί σε ηλικία δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ήδη διαμορφώσει κάποιες αντιλήψεις(προϊδεάσεις ) για τον κόσμο στον οποίον ζουν, πολλές από τις οποίες είναι λανθασμένες. Το σφάλμα που κάνουν οι ενήλικες και οι εκπαιδευτικοί είναι ότι βλέπουν την μάθηση σαν μια παθητική διαδικασία όπου η νέα γνώση επιβάλλεται ή μεταλαμπαδεύεται ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για προσωπική απόφαση του μαθητή και η οποία επιτυγχάνεται μόνο μέσα από την αυτενέργειά του. Έρχονται λοιπόν και του λένε ότι αυτά που ήξερε μέχρι σήμερα είναι λάθος και σπεύδουν να του παράσχουν τις σωστές απαντήσεις.

Τι πρέπει να κάνει σε αυτή την περίπτωση ένας εκπαιδευτικός λοιπόν;

Καταρχάς πρέπει να καλλιεργήσει ένα κλίμα εμπιστοσύνης και ομαδικότητας για να δηλώσουν οι μαθητές τις αντιλήψεις τους χωρίς να φοβούνται για το αν είναι λάθος ή ότι θα γίνουν αντικείμενο αποδοκιμασίας ή ειρωνείας .Στη συνέχεια προβαίνει στη συλλογή των αντιλήψεων των μαθητών.

Το θέμα είναι πώς θα καταφέρουν οι μαθητές να εκφράσουν τις πραγματικές τους αντιλήψεις και όχι μπαίνοντας στο ρόλο της «αυτοεκπληρούμενης προφητείας» να πουν αυτό που κατά τη γνώμη τους θέλει να ακούσει ο δάσκαλος.

Μια πολύ καλή μέθοδος ώστε να εκφραστούν αυθόρμητα οι μαθητές είναι η « ιδεοθύελλα» (brainstorming) όπου ζητείται από τους μαθητές να εκφράζουν τις ιδέες τους πολύ γρήγορα και χωρίς καθόλου σκέψη. Σ’ αυτή τη μέθοδο δεν υπάρχει η έννοια «της κακής ιδέας». Όλες οι ιδέες είναι καλές και όλα τα άτομα μπορούν να προσφέρουν.

Να σας δώσω ένα παράδειγμα με ένα πρόβλημα φυσικής ,χωρίς να σημαίνει ότι η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί ή να προσαρμοστεί και σε όλα ,σχεδόν, τα υπόλοιπα μαθήματα.

Ο καθηγητής ρωτάει τα παιδιά να του απαντήσουν γρήγορα τι θα συμβεί στο εξής υποθετικό πείραμα : ¨έχουμε νερό που βράζει στους 100 βαθμούς Κελσίου πάνω σε ένα γκαζάκι .Αν δυναμώσουμε τη φλόγα από το γκαζάκι τι θα πάθει η θερμοκρασία του νερού που βράζει;¨ Ο καθηγητής καταγράφει τις αντιλήψεις των παιδιών στον πίνακα που όπως θα ανέμενε οι περισσότερες θα λένε ότι η θερμοκρασία του νερού που βράζει θα αυξηθεί και πάνω από τους 100 βαθμούς Κελσίου . Τώρα οι μαθητές πρέπει να περάσουν από ένα στάδιο που λέγετε «γνωστική σύγκρουση» (πρόκληση δηλαδή αντιπαράθεσης ανάμεσα στις ιδέες των μαθητών και στις ιδέες της επιστήμης). Πραγματοποιείται λοιπόν πείραμα(«μέθοδος ανακάλυψης» ) όπου μαθητές διαπιστώνοντας μόνοι τους ότι η θερμοκρασία δε μεταβάλλεται παθαίνουν ένα μικρό σοκ («γνωστική σύγκρουση») και αναθεωρούν τις απόψεις τους αποδεχόμενοι την «εννοιολογική αλλαγή».

Αν ο καθηγητής είχε κάνει το γνωστό λάθος που συνηθίζεται να σπεύσει εξ’ αρχής να πληροφορήσει τους μαθητές ότι ¨κατά τον βρασμό η θερμοκρασία παραμένει σταθερή¨ τότε αρκετοί μαθητές ακόμα και αν το μάθουν απέξω δεν θα είναι πεπεισμένοι ότι κάτι τέτοιο ισχύει στην πραγματικά ζωή και μετά από λίγο καιρό θα το ξεχάσουν κιόλας.

Σύμφωνα και με την θεωρία του Piaget ( γνωστική προσέγγιση) η διαδικασία της μάθησης λαμβάνει χώρα μέσα από μια κατάσταση «ανισορροπίας» όταν διαταραχτεί η ισορροπία μεταξύ αυτών που γνώριζε μέχρι τώρα ο μαθητής με τη νέα γνώση .Τότε ο μαθητής είτε ενσωματώνει τη νέα γνώση στη παλιά (αφομοίωση) είτε τροποποιεί τη παλιά γνώση (συμμόρφωση).Βλέπουμε λοιπόν ότι και η «κονστρουκτιβιστική θεωρία» και η θεωρία του Piaget ισχυρίζονται ότι το παιδί μαθαίνει μόνο άμα έρθει αντιμέτωπο με τα λάθη του και αυτενεργήσει το ίδιο για να τα διορθώσει.

Τέλος για να εμπεδωθούν όλα τα προηγούμενα οι μαθητές πρέπει να περάσουν από το στάδιο της «μεταγνώσης» ουσιαστικά δηλαδή να κάνουν μια ανασκόπηση των όσων έλαβαν χώρα εκφράζοντας τις στρατηγικές και τεχνικές που ακολούθησαν ώστε οι αρχικές τους αντιλήψεις να αλλάξουν και τελικά να αποδεχτούν τις επιστημονικές.

Με αυτό τον τρόπο καλλιεργείται στα παιδιά το πιο σημαντικό στοιχείο της μάθησης που είναι το «μαθαίνω πώς μαθαίνω». Η μάθηση λοιπόν επιτυγχάνεται με όχημα ,και όχι εμπόδιο, τα λάθη των παιδιών εφαρμόζοντας ένα συνδυασμό της «γνωστικής σύγκρουσης» ,της μεθόδου της «ανακάλυψης» και των τεχνικών «μεταγνώσης».

Τα λάθη που κάνουν οι εκπαιδευτικοί σχετικά με τα λάθη των μαθητών

Οι περισσότερο εκπαιδευτικοί βασανίζονται από την αγωνία της σωστής απάντησης. Ρωτούν έναν έναν τους μαθητές μέχρι να λάβουν την σωστή απάντηση στο ερώτημά τους. Όταν μάλιστα τη λάβουν επιβραβεύουν τον μαθητή που την έδωσε χωρίς καθόλου να έχουν ασχοληθεί με τις λανθασμένες απαντήσεις όλων των άλλων μαθητών που προηγήθηκαν. Ένας πολύτιμος θησαυρός πετιέται κυριολεκτικά στα σκουπίδια και ταυτόχρονα η επιβράβευση του μαθητή με την σωστή απάντηση ακούγεται σαν επίπληξη και αποδοκιμασία στα αυτιά όλων εκείνων που έδωσαν λανθασμένες απαντήσεις. Έτσι οι μαθητές αυτοί αποθαρρύνονται να ξαναρισκάρουν αν δεν είναι 100% σίγουροι για την απάντησή τους.

Τελικά έχουμε το θλιβερό φαινόμενο στο μάθημα να συμμετέχουν μόνο οι ¨καλοί μαθητές¨ και οι υπόλοιποι να θυσιάζονται στο βωμό της τελειότητας.

Το θέμα είναι πως θα καταφέρει ο εκπαιδευτικός να εμπλέξει στο μάθημα όλους τους μαθητές και κυρίως τους πιο αδύναμους που το έχουν προφανώς περισσότερη ανάγκη .Τι θα μπορούσε να κάνει ο εκπαιδευτικός λοιπόν ;

Καταρχάς να μην αφήνει ασχολίαστη καμία απάντηση ,όσο και λανθασμένη και να είναι ,ενθαρρύνοντας τον μαθητή να ξαναπροσπαθήσει να δώσει μια άλλη απάντηση και βοηθώντας τον να οργανώσει καλύτερα τη σκέψη του( παιδαγωγική αξιοποίηση του λάθους).Ακόμα και αν δεν καταφέρει τελικά ο μαθητής να απαντήσει σωστά ο εκπαιδευτικός οφείλει να επιβραβεύσει την προσπάθεια και όχι το τελικό αποτέλεσμα. Να κάνει ξεκάθαρο ότι το μάθημα χτίζεται από τα παιδιά και πρέπει όλα να βάλουν το πολύτιμο λιθαράκι τους. Να τους ενθαρρύνει με κάθε τρόπο να παίρνουν ρίσκα εξηγώντας τους ότι τα λάθη τους είναι πιο σημαντικά από τα σωστά τους.

Γιατί όμως οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί δεν εφαρμόζουν την αξιοποίηση των λαθών των παιδιών;

1)Οι εκπαιδευτικοί βιάζονται ,όχι αδικαιολόγητα , αφού η ύλη τρέχει και πρέπει να βγει .Γι’ αυτό λοιπόν ψάχνουν διακαώς μια σωστή απάντηση ενός μαθητή για να πάνε παρακάτω.

2)Μη ξεχνάμε ότι οι εκπαιδευτικοί όταν ήταν κάποτε μαθητές είχαν δασκάλους που είχαν παρόμοιους τρόπους προσέγγισης του λάθους και της γενικότερης απόκτησης της γνώσης ,όπου ο δάσκαλος είναι ο πομπός και οι μαθητές οι παθητικοί δέκτες. Με λίγα λόγια αυτό τον τρόπο ξέρουν και αυτός ο τρόπος προτείνεται από τα αναλυτικά προγράμματα. Είναι φανερό ότι απαιτείται αλλαγή των παρωχημένων αναλυτικών προγραμμάτων και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών πάνω στα νέα δεδομένα.

3)Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί αγχώνονται από τα λάθη των μαθητών τους ίσως γιατί κατά βάθος νιώθουν ότι εκείνοι δεν έχουν κάνει κάτι σωστά, οπότε αυτό που επιζητούν είναι η δική τους αυτό- επιβεβαίωση μέσα από τις σωστές απαντήσεις των μαθητών τους.

4)Η αναπόφευκτη σύγκριση μεταξύ των εκπαιδευτικών του σχολείου με τους εκπαιδευτικούς του φροντιστηρίου οδηγεί τους πιο πολλούς να κάνουν το λάθος να φροντιστηριοποιήσουν το μάθημά τους εφαρμόζοντας την τυποποίηση ,την εκγύμναση για εξετάσεις και την μίμηση ως μοναδικό τρόπο διδασκαλίας.

5)Το ίδιο το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα που είναι άκρως εξεταστικοκεντρικό έχει ποινικοποιήσει τα λάθη των παιδιών .Κάθε λάθος κοστίζει .Κοστίζει στην αποδοχή του καθηγητή ,κοστίζει σε βαθμούς, κοστίζει σε χρόνο που πιέζει και κοστίζει σε επιτυχία στις εξετάσεις. Η αλήθεια είναι ότι αυτά που περιγράφηκαν πιο πάνω ως μέθοδος αξιοποίησης του λάθους δεν μπορούν να εφαρμοστούν εύκολα στα ελληνικά σχολεία ειδικά στα Λύκεια, γιατί απαιτούν χρόνο και τελείως διαφορετική προσέγγιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Το πιο μεγάλο παράδοξο της ιστορίας είναι ότι οι καθηγητές που θα έχουν την τόλμη και τις γνώσεις να κάνουν κάτι διαφορετικό κατά πάσα πιθανότητα να κατηγορηθούν ότι δεν έβγαλαν σωστά την ύλη ή ακόμα και ως ανεπαρκείς από τους ίδιους τους μαθητές τους οι οποίοι είναι εκπαιδευμένοι μόνο στη μίμηση και στο φροντιστηριακό μάθημα.

Η «δικτατορία του σωστού και του τέλειου» που σκεπάζει όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα εξαναγκάζει τη συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών να εφαρμόζει τη μέθοδο διδασκαλίας «κάνε ότι κάνω» όπου οι μαθητές προσπαθούν να αντιγράψουν πιστά και παθητικά τον εκπαιδευτικό και όπου έχει στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία τυποποίησης της γνώσης και ποινικοποίησης των λαθών.

Όμως η γνώση που αποκτιέται παθητικά και με μοναδικό κίνητρο την ιδιοτελή της χρήση στις εξετάσεις ή στη συγκομιδή βαθμών είναι για πέταμα μόλις οι στόχοι επιτευχθούν.

Τα λάθη που κάνουν οι γονείς στα λάθη των παιδιών τους

Πολλοί γονείς διακατέχονται από την αγωνία να εξαφανίσουν τα λάθη των παιδιών στερώντας τους στην ουσία το πιο πολύτιμο μάθημα ζωής που είναι το «να μαθαίνουν μέσα από τα λάθη τους».

Με το παραμικρό λάθος χτυπάει συναγερμός και πολλές φορές σπεύδουν οι ίδιοι να διορθώσουν τα λάθη των παιδιών τους ή να τα κουκουλώσουν,«κρύβοντας τα κάτω από το χαλάκι» .

Ένα πολύ σύνηθες φαινόμενο στην ελληνική οικογένεια είναι οι γονείς να διαβάζουν οι ίδιοι τα παιδιά τους ή να στρέφονται στην παραπαιδεία (φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα) στην προσπάθειά τους να εκμηδενίσουν τα λάθη των παιδιών τους πριν τα δει και τα βαθμολογήσει το σχολείο.

Με αυτό τον τρόπο όμως τα αποκρύπτουν από τους εκπαιδευτικούς με αποτέλεσμα να μην διορθώνονται πραγματικά και σωστά.

Τα παιδιά εθίζονται και αυτά στο κρύψιμο των λαθών και των αδυναμιών τους και γίνονται τελειομανή αποκτώντας έντονα τον φόβο της αποτυχίας. Βέβαια αυτό βολεύει τους γονείς αυτούς γιατί τα παιδιά με τέτοια χαρακτηριστικά αφιερώνονται στην αναζήτηση της επιτυχίας και γίνονται καλοί μαθητές. Το κόστος όμως είναι πολύ μεγάλο.

Τα παιδιά που δεν τους επιτρέπονται τα λάθη τελικά δεν τα επιτρέπουν και στον εαυτό τους με αποτέλεσμα να μην ωριμάζουν πραγματικά.

Η αυτοπεποίθηση τους, παρά την αντίθετη εικόνα που ενδεχομένως προβάλλουν προς τα έξω, δεν ενισχύεται και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι μπορεί να καταρρεύσουν στην πρώτη αποτυχία. Αντίθετα από ότι νομίζουμε η αυτοπεποίθηση δεν αποκτάται από τις συνεχείς νίκες αλλά χτίζεται κυρίως μετά από την αυτενέργεια για την διόρθωση των λαθών.

Τα λάθη των παιδιών είναι εκείνα που θα τα ενεργοποιήσουν να δοκιμάσουν και άλλους δρόμους και θα τα μάθουν να δρουν με άλλους τρόπους.

Όσο οι περισσότεροι Έλληνες γονείς θα βλέπουν τα παιδιά τους σαν κομμάτι του εαυτού τους, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να θέλουν εκείνα να εκπληρώσουν τα δικά τους ανεκπλήρωτα όνειρα.

Καλό είναι λοιπόν να αναγνωρίσουν την ατομικότητα των παιδιών τους και να τα αφήσουν να κάνουν τα δικά τους λάθη ώστε να μάθουν μέσα από αυτά. Στο κάτω κάτω αν δεν αφήνουν ποτέ τους τα παιδιά τους να πέφτουν πως εκείνα θα μάθουν να ξανασηκώνονται.

Τα λάθη των παιδιών είναι δικαίωμα τους και η μάθηση μέσα από αυτά είναι ατομική τους απόφαση.Τα λάθη των παιδιών είναι ο πολύτιμος θησαυρός τους .

Αν τους τον στερήσουμε και τον κρύψουμε βαθιά μέσα στη γη ενδέχεται να μην μπορέσουν ποτέ τους να τον βρουν ή αν τον βρουν να μην έχει πια γι’ αυτά καμία απολύτως αξία .

Δημήτρης Τσιριγώτης
Φυσικός

Πηγή




Στη Δανία τα παιδιά παρακολουθούν υποχρεωτικά μαθήματα ενσυναίσθησης

Οι μαθητές ηλικίας έξι έως δεκαέξι ετών στη Δανία παρακολουθούν υποχρεωτικά μαθήματα ενσυναίσθησης.

Ως ενσυναίσθηση ορίζουμε την δεξιότητα να κατανοούμε τα συναισθήματα του άλλου: μπορούμε δηλαδή να δούμε τον κόσμο με τα μάτια του και σταματάμε να τον κρίνουμε σύμφωνα με τις πεποιθήσεις μας.

Δεδομένου ότι η Δανία είναι μια από τις τρεις «πιο χαρούμενες» χώρες στον κόσμο, ίσως έχουμε κάτι να κερδίσουμε με το να μιμηθούμε τους βόρειους γείτονές μας.

Από πολύ μικρή ηλικία, αυτό που διδάσκονται οι μαθητές στα δανέζικα σχολεία είναι η προτεραιότητα στην συνεργασία και όχι στον ανταγωνισμό. Για μια ώρα την εβδομάδα τα παιδιά παρακολουθούν μαθήματα ενσυναίσθησης, τα οποία τα ενθαρρύνουν να ασχοληθούν με το ευ ζην των άλλων, να ακούν τον πλησίον με στόχο να τον κατανοήσουν καλύτερα και να ξεπεράσουν τα στεγανά που γίνονται προκαταλήψεις όσο μεγαλώνουμε.

Διαβάζω, αντιλαμβάνομαι και ακούω τα συναισθήματα των άλλων

Σύμφωνα με την Selon Brené Brown, Αμερικανίδα συγγραφέα, η δεξιότητα της ενσυναίσθησης απαιτεί την ικανότητα να μπούμε κάτω από το «πετσί» του άλλου, να μην τον κρίνουμε, να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά του και να του τα επικοινωνούμε. Σε αυτό το σημείο πρέπει να διευκρινίσουμε την διαφορά ανάμεσα στην ενσυναίσθηση και στην συμπόνια. Πρόκειται για την συναισθηματική στάση που μας κάνει να «μπαίνουμε στη θέση του άλλου», που επιτρέπει να βρίσκουμε τις κατάλληλες λέξεις για να βοηθήσουμε ένα άτομο ή για να κατανοήσουμε ακόμη και τις πιο αλλόκοτες για εμάς πράξεις του.

Στη Δανία, κατά τη διάρκεια του μαθήματος της ενσυναίσθησης, τα παιδιά μαθαίνουν να διαβάζουν, να κατανοούν και να ακούνε τα συναισθήματα των άλλων. Με τη βοήθεια εικόνων αναπαριστούν διαφορετικά συναισθήματα όπως η θλίψη, ο φόβος, η χαρά, η απογοήτευση, καλούνται να περιγράψουν τα συναισθήματα των άλλων με δικά τους λόγια και να εκφράσουν και τα δικά τους. Αυτά τα μαθήματα είναι η ευκαιρία να εκφράσουν τα συναισθήματά τους δημόσια και να ακούσουν κι εκείνα των άλλων.

Μια κουλτούρα που προάγει την συνεργασία

«Αυτή η άσκηση γίνεται με τον εξής στόχο: να εξηγήσουν αυτό που αισθάνεται ο άλλος, και να μην κρίνουν ποτέ τα συναισθήματά του» σχολιάζει η Jessica Joelle Alexander, συνεργάτης στη συγγραφή του βιβλίου «Ο δανέζικος τρόπος να είσαι γονιός».

Όπως υποστηρίζει, είναι ένας τρόπος να ενδιαφερόμαστε για τους άλλους αντί να επικεντρωνόμαστε στην προσωπική μας επιτυχία. Ένας τρόπος για να ενισχύσουμε αξίες όπως την αλληλοβοήθεια και την αλληλεγγύη. Κοινωνίες υπερβολικά επικεντρωμένες στο άτομο και στην οικονομική επιτυχία, μήπως θα έπρεπε να εμπνευστούν από αυτό το παράδειγμα;

Θα ήταν ίσως παρακινδυνευμένο να συνδέσουμε την κατάταξη της Δανίας στη λίστα των πιο ευτυχισμένων χωρών του κόσμου (3η θέση το 2017) με τα μαθήματα ενσυναίσθησης που παραδίδονται στα σχολεία. Πρέπει να λάβουμε υπόψιν και άλλους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες, κυρίως τις ελάχιστες ανισότητες ανάμεσα στους πιο πλούσιους και στους πιο φτωχούς. Εξάλλου, το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας διακρίνεται και για άλλα χαρακτηριστικά: οι μαθητές δεν παίρνουν βαθμούς πριν την ηλικία των δεκατριών ετών, ώστε να μην ωθούνται στο να συγκρίνονται συνεχώς με τους άλλους.Η διδασκαλία της ενσυναίσθησης είναι λοιπόν περισσότερο μια ένδειξη ενός γενικότερου πνεύματος που επικρατεί στην χώρα το οποίο καλλιεργεί μια νοοτροπία συνεργασίας ανάμεσα στα άτομα πολύ περισσότερο από την προσωπική επιτυχία. Το σχολείο και ο τρόπος με τον οποίο είναι οργανωμένο είναι ένα βασικό όχημα για την διάδοση αυτής της αξίας. Αδιαμφισβήτητα, κανένα σύστημα δεν είναι αλάνθαστο, γιατί όμως να μην εμπνευστούμε από κάτι που δείχνει να λειτουργεί;

Πηγή