Εκπαίδευση

Η θεσμοθετημένη και ελεγχόμενη διαδικασία από την πλευρά της πολιτείας ή άλλου φορέα, με στόχο τη μετάδοση ενός συστήματος γνώσεων και αξιών στη νέα γενιά για την ένταξη και δραστηριοποίησή της μέσα στο κοινωνικό σύνολο.

Διακρίνεται:

  • στο Περιεχόμενο (τι διδάσκεται)
  • την Παιδαγωγική (το πώς διδάσκεται)
  • την Αξιολόγηση (τα κριτήρια που καθορίζουν την επιτυχία ή αποτυχία των παραπάνω)

Διαχρονικοί στόχοι της εκπαίδευσης

Μορφωτικοί: αφορούν στη μόρφωση του πολίτη, δηλαδή στην πνευματική, ψυχική και σωματική του καλλιέργεια.

Κοινωνικοί: συμβάλλουν στην κοινωνικοποίηση και ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων με στόχο την ομαλή ένταξη στο κοινωνικό σύνολο.

Πολιτικοί: πολιτιστική ταυτότητα, ιστορία και κληρονομιά κάθε χώρας στις νεότερες γενιές.

Επιδιώξεις διδασκαλίας τον 21ο αιώνα, σύμφωνα με την UNESCO πρέπει να κινούνται σε 4 άξονες:

  • μαθαίνω να αποκτώ γνώσεις (learning to know)
  • μαθαίνω να πράττω (learning to do)
  • μαθαίνω να συνυπάρχω και να συνεργάζομαι (learning to live together)
  • μαθαίνω να υπάρχω (learning to be)

Πώς μαθαίνουν οι μαθητές;

  • ενεργός συμμετοχή
  • κοινωνική αλληλεπίδραση
  • δραστηριότητες που έχουν νόημα
  • σύνδεση των νέων πληροφοριών με την προϋπάρχουσα γνώση
  • χρήση στρατηγικών
  • αυτορρύθμιση και αναστοχασμός
  • αναδόμηση της προϋπάρχουσας γνώσης
  • κατανόηση και όχι απομνημόνευση
  • εφαρμογή των γνώσεων
  • διάθεση χρόνου για εξάσκηση
  • αναπτυξιακές και ατομικές διαφορές
  • μάθηση μέσα από κίνητρα

Σκοπός εκπαίδευσης στην Ελλάδα

«Σκοπός της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης είναι να συμβάλλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά»

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Εκπαιδευτικός σχεδιασμός & Εξατομικευμένο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης (ΕΠΕ)

Για τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό της ένταξης και της αποτελεσματικής εκπαίδευσης των παιδιών με κινητική αναπηρία βασικό ρόλο παίζουν, εκτός από τις στρατηγικές διδασκαλίας, οι οποίες θα αξιοποιούν τις κατάλληλες μεθόδους διδασκαλίας στο πλαίσιο της διαφοροποιημένης διδασκαλίας με στόχο τη συμπερίληψη αυτών στη διδακτική διαδικασία, ακόμα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:

  • Ο σχεδιασμός Εξατομικευμένου Προγράμματος Εκπαίδευσης (ΕΠΕ), και
  • Η αξιοποίηση της υποστηρικτικής τεχνολογίας όπως, εκπαιδευτικές συσκευές με τα ανάλογα λογισμικά και τα κατάλληλα περιφερειακά συστήματα, συσκευές υποβοήθησης της κίνησης και συσκευές εναλλακτικής επικοινωνίας.

Αναλυτικότερα θέματα για την εκπαίδευση των παιδιών με κινητική αναπηρία σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης παρουσιάζονται στον τόμο «Αναλυτικά προγράμματα Σπουδών για Μαθητές με Κινητικές Αναπηρίες», ο οποίος συντάχθηκε με ευθύνη της καθηγήτριας Ειδικής Αγωγής των ΤΕΦΑΑ Αθηνών κ. Δήμητρας Κουτσούκη, στο πλαίσιο του έργου 2ο ΕΠΕΑΕΚ του Υπουργείου Παιδείας και υλοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του 2003-2004.

Σύμφωνα με το κοινωνικό μοντέλο ερμηνείας της αναπηρίας, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρέπει να επικεντρώνεται όχι μόνο στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρίες, οι οποίες οφείλονται στη βιολογική τους κατάσταση, αλλά κυρίως στο πλαίσιο που περικλείει το άτομο με αναπηρία. Επομένως, το Εξατομικευμένο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης (ΕΠΕ) πρέπει να σχεδιάζεται και να υλοποιείται στο πλαίσιο της διαφοροποιημένης διδασκαλίας και των ομαδικών ή ατομικών διδακτικών διαδικασιών και όχι ως αυτόνομο και ατομικό πλάνο εργασίας με τον μαθητή.

Το ΕΠΕ σχεδιάζεται σύμφωνα με τις ατομικές ανάγκες κάθε παιδιού και περιέχει:

  • τους ετήσιους μετρήσιμους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους,
  • τον χώρο και τον χρόνο υλοποίησης των δραστηριοτήτων,
  • το υπεύθυνο προσωπικό για την παρακολούθηση και υλοποίηση των δραστηριοτήτων του προγράμματος,
  • τις υποστηρικτικές υπηρεσίες, και
  • τα απαιτούμενα μέσα και υλικά.
  • Τα βήματα σχεδιασμού ενός ΕΠΕ αποτυπώνονται στο κάτωθι σχήμα.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Εκπαίδευση Εκπαιδευτών: Το ηλεκτρονικό περιβάλλον μάθησης

Το ηλεκτρονικό περιβάλλον
Οι εκπαιδευτές ενημερώνονται για το περιβάλλον ηλεκτρονικής διαχείρισης της μάθησης που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί. Η ενημέρωση αφορά στις τεχνικές προδιαγραφές του τεχνολογικού περιβάλλοντος και των εργαλείων επικοινωνίας αλλά και στον τρόπο κατανομής των αρμοδιοτήτων στο ηλεκτρονικό περιβάλλον εργασίας. Στους εκπαιδευτές δίνονται τα απαραίτητα αναγνωριστικά για την πρόσβαση στο ηλεκτρονικό περιβάλλον διαχείρισης της μάθησης, όπως το όνομα χρήστη (UserID) και ο κωδικός πρόσβασης (Password).

Δραστηριότητα στο ηλεκτρονικό περιβάλλον
Οι εκπαιδευτές κάθονται μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή και πλοηγούνται στο περιβάλλον ηλεκτρονικής μάθησης. Κατεβάζουν το μαθησιακό υλικό και χρησιμοποιούν τα εργαλεία επικοινωνίας για να επικοινωνήσουν με το διαχειριστή του συστήματος, με τα άλλα μέλη της ομάδας εκπόνησης του προγράμματος αλλά και με τους άλλους εκπαιδευόμενους προκειμένου να εξοικειωθούν με το περιβάλλον εργασίας. Γίνεται συζήτηση προκειμένου να επιλυθούν όλες οι απορίες και οι εκπαιδευτές να είναι έτοιμοι να χειριστούν αποτελεσματικά το ηλεκτρονικό περιβάλλον μάθησης.

Συνεργατική δραστηριότητα
Οι εκπαιδευτές εργάζονται ανά ομάδες μπροστά σε υπολογιστή και εκπονούν συνεργατικά μια εργασία σχετική με το γνωστικό αντικείμενο που θα κληθούν να διδάξουν, προκειμένου να βιώσουν οι ίδιοι τη συνεργατική διαδικασία. Μελετούν το σχετικό μαθησιακό υλικό και χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος προκειμένου να ανταλλάξουν ιδέες με άλλες ομάδες και να αποστείλουν την εργασία τους στον εκπαιδευτή τους.

Η προετοιμασία του σεμιναρίου
Οι εκπαιδευτές ενημερώνονται για τις ομαδικές συναντήσεις σεμιναριακού τύπου που θα πρέπει να οργανώσουν και να υλοποιήσουν στις περιοχές ευθύνης τους. Δίνονται σαφείς κατευθύνσεις για το πώς πρέπει να οργανωθούν αυτές οι συναντήσεις, το χρόνο που πραγματοποιηθούν, τα θέματα που θα συζητηθούν και το ρόλο του εκπαιδευτή σε κάθε περίπτωση. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην πρώτη συνάντηση.

Μετά την ολοκλήρωση του επιμορφωτικού σεμιναρίου κάθε εκπαιδευτής θα πρέπει να είναι έτοιμος να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του προγράμματος και να διαθέτει δεξιότητες υποστήριξης δραστηριοτήτων που συνδυάζουν:

• Παραδοσιακές τεχνικές εξ αποστάσεως εκπαίδευσης όπως είναι οι ομαδικές διδακτικές συναντήσεις -σεμινάρια «πρόσωπο με πρόσωπο».

• Τεχνικές εξ αποστάσεως εκπαίδευσης μέσω του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος μάθησης.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Εκπαίδευση Εκπαιδευτών: Η παιδαγωγική προσέγγιση

Παιδαγωγική προσέγγιση
Αναλύονται οι παιδαγωγικές πρακτικές διαχείρισης της τάξης και οι τεχνικές συμβουλευτικής που χρειάζεται να χρησιμοποιήσει ο εκπαιδευτής κατά τη διάρκεια της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Το ζήτημα της παιδαγωγικής ευαισθητοποίησης είναι ιδιαίτερα σημαντικό για αυτό τονίζονται θέματα που έχουν να κάνουν με την ιδιαιτερότητα της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης όπως είναι η καλλιέργεια της μαθησιακής αυτονομίας, η αμοιβαία αποδοχή, η παροχή υποστήριξης μέσα από τη διασφάλιση της διαπροσωπικής επικοινωνίας με κάθε εκπαιδευόμενο.

Διαχείριση προβλημάτων
Παρουσιάζονται περιπτώσεις προβλημάτων που μπορεί να συναντήσει ο εκπαιδευτής και αναδύονται ο ιδιαιτερότητες του ρόλου του. Γίνεται συζήτηση προκειμένου κάθε εκπαιδευτής να έρθει σε πρώτη επαφή με προβλήματα που παρουσιάζονται σε περιβάλλοντα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (εγκατάλειψη σπουδών, μη τήρηση χρονοδιαγράμματος, απόρριψη της συνεργασίας, αποφυγή επικοινωνίας).

Συνεργατική μάθηση
Οι εκπαιδευτές εμπλέκονται σε τεχνικές προώθησης της ομαδικής εργασίας. Αρχικά συζητούν ανά δυάδες και στη συνέχεια παρουσιάζουν ο ένας τον άλλον στους υπόλοιπους εκπαιδευτές. Μετά συγκροτούν τριμελείς ή και τετραμελείς ομάδες προκειμένου να πολλαπλασιαστούν τα κανάλια επικοινωνίας μεταξύ τους. Σε κάθε ομάδα ανατίθεται ένα θέμα προς συζήτηση (ποια είναι η αξία της καθοδήγησης και της ενίσχυσης στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση;). Κάθε ομάδα παρουσιάζει την συνισταμένη άποψη στις υπόλοιπες ομάδες σε ένα κλίμα συνεταιρικής μάθησης.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Εκπαίδευση Εκπαιδευτών: Αλληλογνωριμία και παρουσίαση του προγράμματος

Γνωριμία
Το εκπαιδευτικό σεμινάριο ξεκινά με τη γνωριμία μεταξύ των εκπαιδευτών και των ατόμων που στελεχώνουν την ομάδα διεκπεραίωσης του εκπαιδευτικού προγράμματος. Κάθε άτομο παρουσιάζει τον εαυτό του με το μικρό του όνομα προκειμένου να αρχίσει να αναπτύσσεται προσωπικό κλίμα γνωριμίας και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις αμοιβαίας αποδοχής και συνεργασίας.

Το πρόγραμμα
Στη συνέχεια, οι εκπαιδευτές ενημερώνονται για τις αρχές, τους στόχους και την οργανωτική δομή του προγράμματος επιμόρφωσης. Τους παρέχονται πληροφορίες για το πώς οργανώνεται η διδακτική μεθοδολογία και για το ποιες είναι οι απαιτήσεις για τον εκπαιδευτή. Γίνεται συζήτηση προκειμένου να μην υπάρχουν απορίες σχετικά με το ρόλο του εκπαιδευτή στο πλαίσιο του προγράμματος εξ αποστάσεως επιμόρφωσης.

Η ύλη
Προσδιορίζεται η ύλη που θα διδαχθεί σε κάθε εκπαιδευτικό πρόγραμμα και παρουσιάζεται το διαθέσιμο μαθησιακό υλικό στις μορφές που θα δοθεί στους εκπαιδευόμενους. Οι απόψεις των εκπαιδευτών στα ζητήματα της ύλης θα πρέπει να ληφθούν υπόψη γιατί αφενός είναι γνώστες του διδακτικού αντικειμένου και αφετέρου θα πρέπει να εξασφαλιστεί η αποδοχή από την πλευρά τους των επιλογών στα περιεχόμενα της μάθησης και στη διαμόρφωση των διδακτικών στόχων.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Εκπαίδευση εκπαιδευτών

Στο μαθησιακό περιβάλλον ενός προγράμματος εκπαίδευσης ενηλίκων που συνδυάζει τεχνικές εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και παραδοσιακής εκπαίδευσης, ο εκπαιδευτής χρειάζεται να διαθέτει εκείνες τις δεξιότητες που θα του επιτρέψουν να οργανώσει αποτελεσματικά επιμορφωτικές δραστηριότητες που έχουν τη μορφή ομαδικών συναντήσεων σεμιναριακού χαρακτήρα, τη μορφή εξ αποστάσεως μελέτης του εκπαιδευτικού υλικού, αξιολόγησης και σύγχρονης και ασύγχρονης επικοινωνίας και συνεργασίας μέσω του περιβάλλοντος ηλεκτρονικής διαχείρισης της μάθησης.

Η προετοιμασία του εκπαιδευτή αναλαμβάνεται από το φορέα παροχής του προγράμματος στο πλαίσιο σεμιναριακών συναντήσεων «πρόσωπο με πρόσωπο», όπου οι εκπαιδευτές ενημερώνονται αναλυτικά για τις απαιτήσεις του ρόλου τους, τις ανάγκες που καλούνται να καλύψουν και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις που προσδιορίζονται από το πλαίσιο αρχών του επιμορφωτικού προγράμματος.

Η διάρκεια του σεμιναρίου καθορίζεται από το φορέα οργάνωσης του προγράμματος ανάλογα με τις δυνατότητες συνάθροισης των εκπαιδευτών στον ίδιο χώρο αλλά και το χρόνο που μπορεί να αφιερωθεί για την εκπαίδευσή τους. Συνήθως, ένα σεμινάριο διάρκειας μεταξύ 10 και 15 ωρών επαρκεί για την ανάπτυξη των θεματικών ενοτήτων.

Βέβαια, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ακόμη και μετά την ολοκλήρωση του σεμιναρίου οι εκπαιδευτές είναι πιθανό να έχουν απορίες ή κάποιες ανασφάλειες για τις αρμοδιότητες που θα τους ανατεθούν. Για το σκοπό αυτό διατίθεται στους εκπαιδευτές, αμέσως μετά την εκπαίδευσή τους, άμεση πρόσβαση στο ηλεκτρονικό περιβάλλον διαχείρισης της μάθησης προκειμένου να έχουν επικοινωνία με τους υπευθύνους οργάνωσης του προγράμματος μέσα από τα διαθέσιμα εργαλεία επικοινωνίας.

Επίσης, η επικοινωνία μπορεί να γίνεται μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή και τηλεφωνικής συνομιλίας προκειμένου οι εκπαιδευτές να είναι έτοιμοι όταν ξεκινήσει το σεμινάριο.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Αντιρατσιστική εκπαίδευση

Είναι πολύ σημαντικό ο διδάσκων να γνωρίζει τις υποκείμενες παιδαγωγικές προσεγγίσεις, προκειμένου να επεξεργαστεί θέματα αντιρατσιστικής εκπαίδευσης στη σχολική τάξη. Έτσι, θα πρέπει να οριοθετηθούν οι αντιρατσιστικές, διαπολιτισμικές, καθώς και πολυπολιτισμικές προσεγγίσεις.

Οι απαρχές του αντιρατσιστικού κινήματος

Αντιρατσιστικά εκπαιδευτικά προγράμματα αναπτύχθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κεντρική ιδέα ήταν η αντιμετώπιση του ρατσισμού στους κοινωνικούς θεσμούς, στους οποίους οι μετανάστες πολίτες βίωναν καθημερινά τον ρατσισμό. Μάλιστα, οι ρατσιστικές διακρίσεις απευθύνονταν ιδιαίτερα στις εθνικές μειονότητες, τα μέλη των οποίων κατείχαν πλήρη δικαιώματα του πολίτη. Στο πλαίσιο αυτό, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 τα θύματα ανέπτυξαν μια συγκεκριμένη στρατηγική δράση και αναζήτησαν δυνατότητες παρέμβασης.

Στη Γερμανία η αντιρατσιστική εκπαίδευση ακολούθησε διαφορετικές προσεγγίσεις. Εκεί, κατά τη δεκαετία του 1980, διαπράχθηκαν επιθέσεις και αποτρόπαιες πράξεις βίας κατά μεταναστών και αιτούντων άσυλο από πολλούς νέους που εντάχθηκαν σε δεξιές, εξτρεμιστικές ομάδες. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση η προσοχή και η έρευνα επικεντρώθηκαν στις στρατηγικές λύσεις για την αντιμετώπιση του ακροδεξιού εξτρεμισμού. Η πρωτοβουλία αυτή υποστηρίχθηκε, κυρίως, από την εκπαιδευτική κοινότητα και τα μέλη της πλειοψηφούσας κοινωνίας. Σε αντίθεση με το Ηνωμένο Βασίλειο, οι δράσεις προσανατολίστηκαν κυρίως προς τον τομέα ενημέρωσης των νέων και εστίασαν στον καθημερινό ρατσισμό. Το ζήτημα του δομικού ρατσισμού στους κοινωνικούς θεσμούς δεν διαδραμάτισε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, επειδή ο ρατσισμός θεωρήθηκε ως ένα φαινόμενο που δεν λαμβάνει χώρα στο επίκεντρο της κοινωνίας, αλλά στο περιθώριο αυτής.

Αντιρατσιστικά εκπαιδευτικά προγράμματα

Η αρχική αγγλική πρωτοβουλία της «αντιρατσιστικής διδασκαλίας», «antiracist teaching» (ART) θεωρήθηκε ως «μαύρη απάντηση» στα πολυπολιτισμικά εκπαιδευτικά προγράμματα της κυβέρνησης. Οι συμμετέχοντες επεδίωκαν διαφορετικές προσεγγίσεις, σχετικά με την ανάπτυξη των προγραμμάτων, με τις διαφορετικές, ρατσιστικές συγκρούσεις και διακρίσεις, από αυτές που αποσκοπούσε το κράτος με τα πολυπολιτισμικά εκπαιδευτικά προγράμματα.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Η Παιδαγωγική της Unesco

Τι είναι η Unesco;

Η UNESCO είναι ο οργανισμός των ηνωμένων εθνών για την εκπαίδευση, την επιστήμη και τον πολιτισμό. Ιδρύθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1945. Στόχος είναι η ευημερία του ανθρώπου σε ένα κόσμο όπου θα υπάρχει ειρήνη. Έχει ρυθμιστικό ρόλο στις διεθνείς συνεργασίες, θέτει τα πρότυπα σύναψης των διαφόρων διεθνών συμφωνιών, αναλαμβάνει την διάδοση πληροφοριών και γνώσης.

Unesco και εκπαίδευση

Η εκπαίδευση αποτελεί ένα από τα κύρια πεδία δράσης της UNESCO που πρεσβεύει ότι αυτή αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα. Από την ίδρυση της εργάζεται με σκοπό: τη βελτίωση της εκπαίδευσης σε όλο τον κόσμο σε στενή συνεργασία με τα υπουργεία και τους φορείς γενικότερα των κρατών μελών καθώς είναι αυτή που θα οδηγήσει σε κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, την ύπαρξη δικαιοσύνης στις κοινωνίες, τη θεώρηση της γνώσης ως πολύτιμο αγαθό και μέσο για την προώθηση της ειρήνης και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στόχοι της Unesco για την εκπαίδευση

Στο παγκόσμιο forum για την εκπαίδευση που πραγματοποιήθηκε στο Ντακάρ το 2000 η εκπαίδευση αναγνωρίστηκε ως ένα βασικό ανθρώπινο δικαίωμα και απαραίτητο ώστε να επέλθει η ειρήνη και η ανάπτυξη ανάμεσα στις χώρες σε μία εποχή παγκοσμιοποίησης. Σε αυτό τέθηκαν οι εξής στόχοι:

  • Πρόνοια για την φροντίδα και την εκπαίδευση των παιδιών ειδικά για τα ευάλωτα και μη προνομιούχα παιδιά
  • Πρόσβαση σε ολοκληρωμένη δωρεάν και υποχρεωτική εκπαίδευση καλής ποιότητας
  • Να επιτευχθεί 50 % βελτίωση όσον αφορά τον αλφαβητισμό των ενηλίκων
  • Ισότητα των φύλων στην εκπαίδευση μέχρι το 2015 με εστίαση στην πλήρη και ίση πρόσβαση σε καλής ποιότητας εκπαίδευση για τα κορίτσια

Οι στόχοι της Unesco σήμερα

  • Να εξασφαλιστεί πως όλα τα κορίτσια και τα αγόρια θα έχουν δωρεάν και ίση πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση
  • Όλα τα παιδιά να έχουν πρόσβαση σε ποιοτική φροντίδα και προσχολική εκπαίδευση
  • Ίση πρόσβαση για όλες τις γυναίκες και τους άντρες σε προσιτή και ποιοτική τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση συμπεριλαμβανομένου και του Πανεπιστημίου
  • Να υπάρξει σημαντική αύξηση στον αριθμό των νέων και των ενηλίκων που έχουν ικανότητες τόσο τεχνικές όσο και επαγγελματικές με σκοπό την εύρεση εργασίας
  • Να μειωθούν οι φυλετικές διακρίσεις στην εκπαίδευση
  • Να εξασφαλιστεί ότι όλοι θα έχουν τη γνώση και τις ικανότητες που χρειάζονται ώστε να προωθήσουν την βιώσιμη ανάπτυξη, τα ανθρώπινα δικαιώματα την ισότητα των φύλων την προώθηση μίας κουλτούρας ειρήνης και μη ύπαρξης βίας καθώς και την εκτίμησή της διαφορετικότητας

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Διαπολιτισμική εκπαίδευση

Ο όρος «διαπολιτισμικότητα» σημαίνει μία διαδικασία συνάντησης, αλληλεπίδρασης, αμοιβαίας συνεργασίας και παραπέρα ανάπτυξης των πολιτισμών. Είναι μία διαδικασία αλληλεπίδρασης ατόμων διαφορετικών εθνικών και πολιτισμικών ομάδων, με σκοπό το μετασχηματισμό του σχολείου και της κοινωνίας.

Τα άτομα έχουν τη δυνατότητα να εκφράζονται και ως ατομικές και ως συλλογικές προσωπικότητες, διατηρώντας την πολιτισμική τους ταυτότητα και εμπλουτίζοντάς την με στοιχεία της ταυτότητας του «άλλου».

Σχετικά με την διαπολιτισμική εκπαίδευση παρατηρείται αύξηση του ποσοστού εγγραφής μεταναστών και παλιννοστούντων στα ελληνικά σχολεία, καθώς και η ελλιπής προετοιμασία σχολείων και εκπαιδευτικών. Δυο είναι τα κύρια προβλήματα. αφενός η διαφορετική γλώσσα και αφετέρου η δυσκολία στην επικοινωνία εκπαιδευτικών-μαθητών λόγω των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων. Συμπερασματικά, πρέπει να δοθεί έμφαση στην αναζήτηση νέων παιδαγωγικών προσεγγίσεων.

Το σχολείο του 21ου αιώνα οφείλει και πρέπει να είναι διαπολιτισμικό. Προκειμένου να μπορέσει να λειτουργήσει η προσπάθεια της Διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, για τη δημιουργία ενός «Σχολείου για όλους», πρέπει να γίνει νέα διαρρύθμιση του σχολικού χώρου, να χρησιμοποιηθούν καινοτόμες διδακτικές τεχνικές, κάποιες εκ των οποίων είναι οι ακόλουθες: η ομαδοσυνεργατική μάθηση, η μέθοδος project, η αντικατάσταση παράδοσης από συζήτηση, το παιχνίδι ρόλων-δημιουργικές δραματοποιήσεις.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Εκπαίδευση και Ανθρώπινο Κεφάλαιο

Αναφορικά με το ιστορικό υπόβαθρο της θεωρίας του ανθρώπινου κεφαλαίου, έπειτα από το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες είχαν πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που άγγιζαν το 6% το χρόνο. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης συνδέθηκαν με το υψηλό ποσοστό απασχόλησης του ανθρώπινου δυναμικού. Σημαντικοί παράγοντες υπήρξαν οι οικονομικοί, όπως η ανασυγκρότηση των οικονομιών, η ανοικοδόμηση, η επέκταση της βιομηχανικής παραγωγής, οι τεχνολογικοί, όπως η χρησιμοποίηση νέων υλικών, πλαστικό, αλουμίνιο, καουτσούκ και οι πολιτικοί, όπως η παρέμβαση του κράτους στην οικονομική δραστηριότητα, δημόσιες επενδύσεις, κρατικοποιήσεις, έλεγχος στην οικονομική δραστηριότητα.

Για την εκπαίδευση και την οικονομική ανάπτυξη, ο ΟΟΣΑ από το 1961 υποστήριζε ότι η εκπαίδευση τροφοδοτεί την οικονομική ανάπτυξη. Η εκπαίδευση θεωρήθηκε μέσο αντιμετώπισης των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων και υπήρξε μια από τις βασικές προτεραιότητες των κυβερνήσεων όλων των κρατών και επένδυσαν σημαντικά ποσά σε αυτήν για περισσότερη ισότητα ευκαιριών και οικονομική ανάπτυξη. Λαμβάνονται αντισταθμιστικά μέτρα στις Η.Π.Α. και στη Μεγάλη Βρετανία για ευπαθείς ομάδες και για χαμηλές εισοδηματικά τάξεις. Ενώ, το 1961 διατυπώθηκε η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου από τον Theodor Schultz.

Η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου

Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή οι αναπτυγμένες χώρες οφείλουν τη διαφορετική ανάπτυξη στη διαφορά του ανθρώπινου δυναμικού. Η επένδυση στη γνώση και στην καινοτομία συντελεί στην ανάπτυξη ανθρώπινου κεφαλαίου. Το ανθρώπινο κεφάλαιο αποτελείται από γνώσεις, δεξιότητες και άλλα χαρακτηριστικά που αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας. Οι βασικές ιδιότητές του είναι ότι είναι ενσωματωμένο στον άνθρωπο, είναι κεφάλαιο, διότι παράγει νέα κέρδη και δεν μπορεί να διαχωριστεί από το άτομο που την κατέχει.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ