Οργή

Τα λόγια στερεύουν , όταν η κοινωνία θρηνεί . Όταν η κοινωνία σαστίζει στο άκουσμα των εγκλημάτων που τελούνται καθημερινά . Τα λόγια παραμένουν λέξεις ,  αποτυπωμένες λέξεις στο χαρτί, βουβές , θρηνούν και οι ίδιες βλέπεις . Η κοινωνία είναι ένα καζάνι που βράζει . Κοχλάζει το αίμα των νεκρών , αναδεύεται , ουρλιάζει ωσάν σφυρίχτρα τρένου και επιφέρει την οργή αυτών που μένουν πίσω . Μια οργή που παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμα της . Μια οργή που άργησε να έρθει . 23 χρόνια πριν . Τότε έπρεπε να νιώσουμε οργή . Μα που να ξέραμε πως θα στέλναμε 57 ανθρώπους  σε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή . Κάποιος ήξερε. Κάποιος έφταιγε . Όλοι φταίγαμε . Όλοι φταίμε . Και στην Ελλάδα , το παιχνίδι της επίρριψης ευθυνών , το μπαλάκι με το “φταις “, γραμμένο με αίμα νεκρών , με εκατόμβες , με “θυσίες”, όπως τολμούν να το ονομάζουν κάποιοι , καλά κρατεί . Ένα μπαλάκι που δεν τόλμησε κανείς να σφίξει στην χούφτα του και να πει συγγνώμη . Μια πολυπόθητη συγγνώμη. Μα τι να σου κάνει και η συγγνώμη . Τι συγγνώμη να πεις και ποιον να πρωτοκοιτάξεις , στα μάτια , στα μάτια που δακρυσμένα , κλαίνε πάνω από άψυχα κορμιά και απαιτούν δικαίωση . Οργή , οργή , οργή . Ο τίτλος του άρθρου δεν θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα αυτό που αισθανόμαστε , αυτό που πνίγει τα πνευμόνια μας , αυτό που στερεύει την αναπνοή μας . Οργή και πάλι οργή . Οργή για τους νεκρούς συνανθρώπους μας , τους συμφοιτητές μας , τα αδέρφια μας , τους αγαπημένους μας , τους γνωστούς και τα ξαδέρφια μας . Οργή για τις εικόνες που η χώρα μας αντικρίζει , βαίνοντας “ αισίως” , όπως φαίνεται , στην μηχανή του χρόνου και ξυπνά το 1882 , χαιρετώντας την προσπάθεια του Χαρίλαου Τρικούπη να αναπτύξει σιδηροδρομικό δίκτυο . Στην προσπάθεια του ΝΑ αναπτύξει , θα λέγαμε . Γιατί ακόμα , στο ΝΑ παραμείναμε . Στο ΘΑ γίνει . Και πάνω σε όλα τα ΘΑ των κυβερνώντων , μηδενός εξαιρουμένου , σε όλα αυτά τα ΘΑ που κράτησαν την χώρα φτωχότερη τω πνεύματι , γκρεμίστηκαν όνειρα και ελπίδες αθώων . Αφαιρέθηκαν βάναυσα ζωές ανθρώπων σε ένα καθημερινό ταξίδι επιστροφής . Δεν αφαιρέθηκαν οι ζωές τους . Ας μου επιτραπεί η ένταση με την οποία γράφω. Ένας κόμπος στέκεται στο λαιμό μου και το οξυγόνο μειώνεται . Δολοφονήθηκαν .

Δολοφονήθηκαν , μια νύχτα του Φλεβάρη , με μια βαλίτσα όνειρα στο χέρι , καθώς επέβαιναν στην σιδηροδρομική γραμμή Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Μια διαδρομή που πολλοί από εμάς έχουν κάνει επανειλημμένα , προκειμένου να επιστρέψουμε στο χώμα που μας γέννησε , στο χώμα που φοιτούμε . Δολοφονήθηκαν , στις 28 Φεβρουαρίου 2023 , 57 αθώες ψυχές . Και ω , αγαπημένε μας αναγνώστη , δεν πρόκειται για ατύχημα , αυτό να το επισημάνουμε . Δεν πρόκειται για μια ατυχία της ζωής , ένα παιχνίδι της μοίρας . Παιχνίδι της μοίρας δεν είναι δυο τρένα που συγκρούστηκαν , ενώ βρίσκονταν στην ίδια σιδηροδρομική γραμμή για 12 (!) λεπτά . Παιχνίδι της μοίρας δεν είναι το σύστημα τηλεδιοίκησης που χάλασε και δεν ξαναφτιάχτηκε ποτέ . Στέλνοντας στον δήμιο πρόβατα επί σφαγή , ψυχές γεμάτες καλοσύνη. Παιχνίδι της μοίρας δεν είναι ο διορισμός ενός μη καταρτισμένου σταθμάρχη για μια τόσο σημαντική θέση . Ήταν έγκλημα . Είναι έγκλημα . Και έχουμε και τους πολιτικάντηδες να επιρρίπτουν ευθύνες , ο ένας στον άλλον , σαν να βρίσκονται σε αγώνες τένις . Εσύ τον διόρισες . Ναι αλλά εσύ τον άφησες να παραμείνει . Ναι αλλά στα χέρια σου κάηκαν ανθρώπινες ζωές στο Μάτι και έμειναν μόνο αποκαΐδια. Ναι αλλά εσύ- φ-τ-ά-ν-ε-ι . Απλά φτάνει . Στα χέρια μας έχουμε ακόμα το αίμα των νεκρών μας , στα μάτια μας ακόμα , σταλιά σταλιά , το δάκρυ μας κυλάει και θρέφει τον πόνο που μαχαιρώνει τα σωθικά μας και εσείς τολμάτε να παίζετε με την μπάλα των ευθυνών , αγέρωχοι , σαν να’στε σχολιαρόπαιδα ; Δεν ντρέπεστε ; Δεν έχετε ένα γραμμάριο ντροπής πάνω σας , να σιωπήσετε , να κάνετε ησυχία όταν οι νεκροί κοιμούνται ; Καμία πολιτική θέση . Καμία γαλάζια , κόκκινη και πράσινη σημαία . Καμιά πολιτική χροιά . Ούτε τους πράσινους , ούτε τους κόκκινους , ούτε τους Βένετους . Είναι όλοι υπεύθυνοι . Είμαστε όλοι υπεύθυνοι . Και βλέπουμε τις κλαίουσες στο Μαξίμου , να θρηνούν με κροκοδείλιο δάκρυ , σαν κακογραμμένο σενάριο του ελληνικού κινηματογράφου . Σαν σκηνοθετημένο πλάνο του Παντελή Βούλγαρη . Εμπαιγμός , Μια καθαρή κοροϊδία , που έχει τα χνάρια της στην αρχαία τραγωδία που γέννησε , στις ράγες της η Ελλάς. Για κείνους που θέλουν να τα πολιτικοποιούν όλα και ονειρεύονται ψήφους και πράσινα άλογα , με κομματική χαίτη . Καμία πολιτική θέση . Καμία γαλάζια , κόκκινη και πράσινη σημαία . Καμιά πολιτική χροιά . Ούτε τους πράσινους , ούτε τους κόκκινους , ούτε τους Βένετους . Είναι όλοι υπεύθυνοι . Είμαστε όλοι υπεύθυνοι .

Στην Ελλάδα του σήμερα , φοιτητές χάνουν την ζωή τους τόσο άδικα . Στην Ελλάδα του χθες δολοφονούνται ζευγάρια , οικογένειες , μοναχικοί ταξιδιώτες στο βωμό του κέρδους – παιδιά που ακούν το σφύριγμα του τρένου και χτυπάνε ρυθμικά τα μικρά χεράκια τους – στα μάτια τους φαίνεται η ευτυχία , ένα μεγάλο ερωτηματικό ζωγραφισμένο στο πρόσωπο τους για το άγνωστο . Πως να κρυφτείς από τα παιδιά , άλλωστε ; Πως να τους κοιτάξεις κατάματα, με θράσος και να τους ξεστομίσεις πως δεν έκανες τίποτα για να αλλαχθεί , να ξηλωθεί τούτος ο κόσμος . Πολλά τα λόγια . Περισσότερα τα δάκρυα . Λίγες οι πράξεις . Να μην ξαναζήσουμε τέτοιες σκηνές . Οι τραγωδίες είναι για το σανίδι. Στην πραγματική ζωή , δεν μιλάμε για ηθοποιία , για δράματα της αρχαιότητας , καλογραμμένα σε χέρι Αισχύλου . Μιλάμε για εγκλήματα . Για δημόσια εγκλήματα . Πως το ‘λεγε ο στίχος να δεις ;Είμαι απ τη χώρα των δημοσίων εγκληματιών και των νεκρών μαθητών σε μια στροφή των Τεμπών. Όχι , δεν μας φταίνε τα Τέμπη , οι κοιλάδες , τα βουνά και τα χωράφια . Δεν θα ενοχοποιήσουμε φύση και ουρανό για τα δικά μας λάθη . Δεν είναι δική τους ευθύνη , όταν δύναται ο άνθρωπος να αποφύγει την επικινδυνότητα . Ας σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε αποδιοπομπαίους τράγους στην ζωή μας και ας αναλάβει ο καθείς και τα έργα του . Ο ποταμός της ανοχής ξεχείλισε και εμείς στεκόμαστε άοπλοι μπροστά του . Δεν μπήκαμε στον πειρασμό να χτίσουμε μια κιβωτό για να σωθούμε . Δεν προφτάσαμε να αρπάξουμε ένα σανίδι , να μην παλεύουμε με κύματα θεόρατα , οργισμένα. Και η σχεδία του πολυμήχανου Οδυσσέα δεν αρκεί για την μεταστροφή του ανθρώπινου γένους . Για την δική μας σωτηρία , η Καλυψώ δεν έχει απαντήσεις . Απόμερα στους βράχους στέκει και θρηνεί για τον χαμό ψυχών που τόσο άδικα χαθήκαν. Συγχωρέστε τον λυγμό που πνίγει τα στήθη μου , το ουρλιαχτό που αντηχεί στους τοίχους του διαμερίσματος . Δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου και ας μην ήμουν εγώ υπαίτιος με το κλειδί ή την ψήφο μου . Που δεν μπόρεσα να κάνω , έστω κάτι παραπάνω από αυτές τις λέξεις που παραθέτω . Δεν μπορεί να το συλλάβει το φτωχό και απαίδευτο μυαλό μου , πως άνθρωπος που μοιραστήκαμε τα ίδια θρανία , τις ίδιες φιλοδοξίες , τα όνειρα , τα γέλια με  τους συμφοιτητές μας , τις απογοητεύσεις πάνω σε μια κόλλα χαρτί , δεν είναι εδώ πια . Και η απουσία βαρύνει τα βλέφαρα και αποκοιμίζει γλυκά το πνεύμα , σε ένα ταξίδι πρόσκαιρης χαράς , βλέποντας τις ψυχές να ζωντανεύουν.

Σε εκείνους που έφυγαν , στα νέα αυτά παιδιά που βεβιασμένα εγκατέλειψαν νωρίς τον κόσμο μας και την αδικία που τον διαπνέει , στην Αναστασία , τον Κυπριανό, την Αφροδίτη και την Ελπίδα , τον Ντένις , την Αγάπη , στον Άγγελο και την Καλλιόπη , στην Θώμη και τον Νίκο , στην Κλαούντια και τον Παναγιώτη , στον Σπύρο και την Μαρία , τον Βάιο και σε όλα τα άτομα που βρισκόταν σε αυτό το μοιραίο τρένο . Συγγνώμη . Μια καθαρή και ειλικρινέστατη συγγνώμη . Που δεν σας προστατέψαμε . Που δεν φροντίσαμε να φτάσετε στον προορισμό σας , στους φίλους και στους γονείς σας . Συγγνώμη – δεν φτάνει μια συγγνώμη , πως να φτάσει μια συγγνώμη,  το γνωρίζουμε – πως να απαλύνει μια συγγνώμη τον πόνο της μανούλας που είπε στο παιδί της “στείλε όταν φτάσεις “ και εκείνο δεν έστειλε ποτέ . Γιατί κάποιοι δεν το άφησαν να στείλει . Σας υποσχόμαστε πως το έγκλημα αυτό δεν θα ξεχαστεί .Θα φροντίσουμε να μην σιωπήσουμε μπροστά στα λάθη και την εγκληματική αμέλεια , από τον πρώτο υπουργό μέχρι τον τελευταίο σταθμάρχη. Θα κινήσουμε Γη και θάλασσα , για να εκτελέσει η Δικαιοσύνη το έργο της . Για τα παιδιά αυτά που άφησαν τα όνειρα τους σε αιματοβαμμένες ράγες και ο θάνατος τους σκόρπισε θλίψη σε όλο το πανελλήνιο. Να τη η οργή , έρχεται πάλι . Την διακρίνω με την άκρη του ματιού μου , με σύννεφα ντυμένη και στάλες βροχής να στολίζουν ομοιόμορφα το πρόσωπο της , σκυθρωπή και λιγομίλητη . Με κοιτάει και γνέφει . Σκύβει και αφήνει λίγα λουλούδια , γονατίζει , προσεύχεται στον δικό της Θεό να αποδοθεί δικαιοσύνη . Η βροχή γύρω μας δυναμώνει . Τα αστέρια συγκλίνουν και οι αστραπές σκίζουν αδιάκοπα τον ουρανό στην μέση. Πενθεί η φύσις . Της προσφέρω την ομπρέλα μου , μα αρνείται . Ανοίγει τα χέρια της και αγκαλιάζει σφιχτά τα σώματα τους . Κλείνει ερμητικά στην χούφτα της,  τα χέρια τους και φιλά ευλαβικά τα μέτωπα τους . Με κοιτάει, με εκείνο το αδιαπέραστο , ακανόνιστο βλέμμα , που ξεσηκώνει τα πλήθη . Έρχεται σιμά μου και  αγγίζει απαλά τα ακροδάχτυλα μου . Η φωνή της τρεμοπαίζει , κερί που σιγολιώνει , με εκείνο τον παλμό που ξεσηκώνει τα πλήθη. Σκύβει στο αυτί και ψιθυρίζει  : “ Ήρθε η ώρα “ . 

Ήγγινεν η ώρα , λοιπόν , όπως προμηνύει η οργή στο παραπάνω απόσπασμα . Να ξεσηκωθεί ο λαός . Για το έγκλημα που συντελέστηκε στα Τέμπη , με την υπογραφή αόρατων δυνάμεων που παίζουν παιχνίδια στρατηγικής για μερικές ψήφους και σταθμαρχών που αγνοούν την αξία της ανθρώπινης ζωής . Ήρθε η ώρα . Να βγούμε στους δρόμους . Να φωνάξουμε , να υπερασπιστούμε . Αόπλως να διεκδικήσουμε το δίκαιο , με πανό και με συνθήματα . Με μόνο όπλο την δύναμη της ψυχής μας . Το χρωστάμε στην νέα γενιά που ευτυχώς μας δίνει το παράδειγμα και με γοργό βήμα ξεχύνεται στους δρόμους  φωνάζοντας, ενωμένοι για τους νεκρούς συνανθρώπους μας . Η νέα γενιά δεν σας συγχωρεί, κύριοι . Η νέα γενιά έχει ιδανικά . Δεν ξεπουλιέται , δεν εξαγοράζεται , δεν ξεχνά . Οι ελπίδες μας αναπτερώνονται , στην εικόνα  να πλημμυρίζουν τους δρόμους , ελεύθερα όντα που παλεύουν για αυτό το καλύτερο μέλλον που γράφουν στις γραμμές των τετραδίων τους , για αυτές τις ευχετήριες προτροπές που βρίσκονται στους επιλόγους των εκθέσεων τους . Αφήστε τα παιδιά να γράψουν τις σκέψεις τους και μην βαλσαμώνετε τα λόγια τους σε κελιά δικανικού λόγου και εντυπωσιακού λεξιλογίου . Εκείνα μας δείχνουν τον δρόμο  . Είναι η οδός ,που στις γωνιές της, γεννιέται κρυφά η ελπίδα . Βγείτε στους δρόμους . Για αυτούς που δεν μπορούν να αγκαλιάσουν σφιχτά τους αγαπημένους τους . Για τους εκείνους που δεν είναι πια εδώ μαζί μας . 28 Φεβρουαρίου , λίγο πριν τα μεσάνυχτα . Τα όνειρα διακόπτονται βίαια . Για σένα , που διαβάζεις τις φτωχές μου λέξεις . Μην το αφήσεις να περάσει. Μην το αφήσεις να ξεφύγει . Μην αφήνεις , τούτο το έγκλημα ατιμώρητο .

28 Φεβρουαρίου 2023 , ώρα 23:22

Ήταν έγκλημα

Αριάδνη Εμμανουηλίδου




Για την Ελένη

Για την Ελένη . Που δεν είναι πια μαζί μας . Για την Ελένη. Που τόσο άδικα χάθηκε , σε μια κοινωνία που χαϊδεύει τα αυτιά σε βιαστές και δολοφόνους . Για την Ελένη , που δύο τέρατα , γιατί ανθρώπους δεν μπορείς να τους αποκαλέσεις , αποφάσισαν να κόψουν το νήμα της ζωής της , αφού πρώτα την βασάνισαν και την οδήγησαν σαν πρόβατο επί σφαγή στον αιώνιο ύπνο . Για την Ελένη , που πέρασαν 3 χρόνια , 3 ολόκληρα χρόνια από την ημέρα που οι μάσκες έπεσαν , στις 28/11/2018 και η κοινωνία συγκλονίστηκε από το μέγεθος της κτηνωδίας που έλαβε χώρα στην Ρόδο , που κατάλαβε πως οι αξίες της κλονίστηκαν . Για αυτήν την Ελένη , που με συνοδεύει από την ημέρα που έμαθα για το πόσο βάναυσα της φέρθηκαν – όχι η ζωή – αλλά τα δύο αυτά κτήνη . Για την Ελένη , που δεν πρόλαβε να ζήσει , να χαρεί , να ερωτευτεί και να αγαπήσει , καθώς δύο άνανδροι , την βασάνιζαν επί ώρες , την βίασαν , την χτύπησαν και για να ικανοποιηθούν τα κτηνώδη ένστικτα τους , την πετούν από τα βράχια , σαν να είναι ένα άψυχο αντικείμενο . Η Ελένη , όμως είναι ζωντανή . Και είναι εδώ , μαζί μας, περιμένοντας δικαιοσύνη για όσα έχουν συμβεί . Και αρνούμαι , να μιλήσω , κόσμια και να κρύψω όσα της έκαναν , όσα της καταλόγισαν , θα μιλάμε με αλήθειες και με γεγονότα. Για την Ελένη , που γίνεται σύμβολο του αγώνα , ενάντια στην πατριαρχία . Στην Ελένη, που η βίαιη δολοφονία της , θα τριγυρνά , κάθε τόσο στο μυαλό μου και θα παλεύω για εκείνη και για κάθε Ελένη  , στα δικαστικά έδρανα . Στην Ελένη .

Θα σου μιλώ , σαν να είσαι παρών και με ακούς Ελένη. Γιατί ξέρω πως μας ακούς και μας προσέχεις. Σου ζητώ συγνώμη Ελένη . Όχι σαν αυτές , των δύο άνανδρων τεράτων , μια βαθιά , αγνή και ειλικρινή συγνώμη , για την κατάντια μας , για τον ξεπεσμό της ανθρώπινης κοινωνίας. Συγνώμη , για όλα όσα τόλμησαν να σου κάνουν , συγνώμη που δεν ήμουν εκεί να σε προστατέψω από την βαρβαρότητα τους , συγνώμη . Με πονά , κάθε φορά που το σκέφτομαι Ελένη . Με ταράζει το γεγονός , πως μπορώ να βρεθώ και εγώ στην θέση σου . Με γεμίζει , μίσος και αηδία , όσα σου προκάλεσαν , αυτά τα δύο ανθρωπόμορφα τέρατα και συνέχιζαν να προκαλούν εντός του δικασίμου χρόνου . Γιατί , εγώ δεν ξεχνώ Ελένη. Δεν ξεχνώ και δεν θα πρέπει να ξεχνά κανείς , πως γελούσαν στα διαλείμματα της δίκης , πως τόλμησαν να υποστηρίξουν πως εσύ έφταιγες , πως εσύ θέλησες . Ενώ , εσύ , με τα μεγάλα αθώα σου μάτια , έβλεπες τούτον εδώ τον κόσμο , με καλοσύνη . Ενώ εσύ , ήθελες απλά να ζήσεις . Και εκείνα τα τέρατα , δεν σταμάτησαν , την κτηνωδία , μέχρι να σε εξαφανίσουν τελείως . Καμία δικαιολογία , κανένα ελαφρυντικό. Δεν θα σταματήσω να φωνάζω , πως σε βασάνιζαν , επί ώρες , σε εκείνο το σπίτι , του ενός τέρατος , πως σε βίασαν , σε κακοποίησαν , σε χτύπησαν , δεν δίστασαν να σε μεταφέρουν αναίσθητη , καθώς εσύ τους εκλιπαρούσες να σε μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Ούτε εκεί δεν σταμάτησαν . Ούτε εκεί δεν λογάριασαν το κακό που έκαναν . Αχρείοι .

Και μετά από όλα αυτά Ελένη μου , δεν δίψασε το τέρας μέσα τους και επιχείρησαν να σε εξαφανίσουν από προσώπου γης , για να μην δικαστούν ποτέ για όσα φριχτά πράττουν. Σε πέταξαν από τα βράχια , Ελένη μου , σαν να ήσουν μια άψυχη πέτρα , σαν ένα φθαρμένο υλικό σώμα . Μα εσύ , ήσουν ζωντανή , όμορφη μου Ελένη . Μπορεί να συλλάβει ανθρώπινος νους , το τι κτηνωδία έζησες ; Και ύστερα , όλα τελείωσαν . Οι δυο δολοφόνοι , βιαστές, τέρατα, ο Μανώλης και ο Αλέξανδρος , γιατί εγώ θα τους λέω με το όνομα τους ,με εκείνο που θα στιγματίζονται για το πέρας της ζωής τους , ως καθάρματα , ως άνανδροι , αφού τα έριξαν ο ένας στον άλλον, για το κακό που σου κάναν , κοριτσάκι μου , τα έριξαν σε σένα . Δεν σεβάστηκαν , ούτε το άψυχο σωματάκι σου , που τόσο βάναυσα δολοφόνησαν . Ούτε την μνήμη σου. Αμετανόητοι . Είπαν πως λυπούνται . Είπαν πως θα ήθελαν να είναι εκείνοι στην θέση σου . Συνέχιζαν το θέατρο , δολοφονώντας την μνήμη σου , ξανά και ξανά, μα ποιος να τους πιστέψει , Ελένη μου. Παιδιά με προβληματική συμπεριφορά , με φασαρίες και καυγάδες στα σχολικά τους χρόνια , ανήλικοι παραβάτες . Και οι οικογένειές τους ,σιώπησαν . Και η κοινωνία έκλεισε τα μάτια της. Και όταν τα παιδιά τους , δολοφόνησαν την Ελένη μας , εκείνοι σιώπησαν ξανά και είπαν πως δεν “ θα έκαναν ποτέ αυτοί τέτοια πράγματα” και πως ήταν καλά παιδιά. Γιατί , τα καλά παιδιά δεν δολοφονούν , δεν βιάζουν , δεν κακοποιούν.

Και ας μιλήσουμε για εκείνα που με εξόργισαν Ελένη μου , που μου προκάλεσαν θυμό και μου θύμισαν σε τι είδους κοινωνία ζω . Βιασμό με στηθόδεσμο , δεν μπορώ να φανταστώ . Έτσι , είπε ο δικηγόρος του Μανώλη , Ελένη . Λες και τα ρούχα προκαλούν τον βιασμό . Αχρείοι . Έπαιρνε ναρκωτικά , είχε πρόβλημα με το αλκοόλ , η ψυχική του υγεία ήταν κλονισμένη . Φθηνό θέατρο , χωρίς κοινό . Χωρίς στάλα μεταμέλειας . Και δεν την είχαμε ανάγκη. Μια λυπηρή εικόνα , για έναν δολοφόνο , αυτό ήθελαν να μας περάσουν , Ελένη μου , αλλά δεν έπεισαν κανέναν. Όσα χρόνια και αν περάσουν , δεν θα πείσουν ποτέ κανέναν . Άκουγα επί μήνες το όνομα σου , Ελένη και η τραγική φιγούρα της μητέρας σου , με συγκλόνιζε κάθε φορά που μιλούσε για όσα έζησες . Ποιος να δώσει παρηγοριά , στην μάνα ετούτη ; Για ποια δικαιοσύνη μιλάμε , όταν σου στέρησαν το δικαίωμα να ζεις , ενώ εκείνοι αναπνέουν ακόμα , μετά από όσα έπραξαν ; Ποια ποινή , είναι ικανή να σωφρονίσει τα δύο αυτά κτήνη ; 3 χρόνια και ακόμα να συνειδητοποιήσουμε πως εξακολουθούν και βασανίζονται , βιάζονται , δολοφονούνται πλάσματα , σε αυτήν εδώ την χώρα . Πως η θυσία σου , γιατί έγινες σύμβολο Ελένη μου , να ξέρεις , δεν είναι αρκετή για να σταματήσουν οι γυναικοκτονίες , δεν είναι αρκετή να βάλει φρένο στην κατάπτωση .  

Λίγο το κείμενο μου , Ελένη και πολλά όσα θέλω να σου πω . Να ξέρεις , πως σε σκέφτομαι και ας μην σε γνώρισα ποτέ μου . Να ξέρεις πως θα παλεύω , σε όλη μου την ζωή , για την δικαίωση σου και την δικαίωση της κάθε Ελένης , που κτήνη κατασπαράζουν καθημερινά . Δεν είμαστε όλες , Ελένη μου , λείπεις εσύ και η κάθε Ελένη , που η κοινωνία και οι άνθρωποι της δεν φρόντισαν να προστατέψουν. Να προσέχεις την μητέρα σου Ελένη , που με τόσο κόπο και αγώνα σε μεγάλωσε , για να έρθουν , να σε πάρουν μακριά της . Δεν σταμάτησε , λεπτό , η κυρία Κούλα , Ελένη μου , να μάχεται για την μνήμη σου . Και δεν θα σταματήσει , μέχρι να ανταμώσετε ξανά . Θα σε θυμάμαι , Ελένη , για όσα σου έκαναν . Και θα με συγκλονίζει η φιγούρα σου , ξανά και ξανά , κάθε φορά που διαβάζω την υπόθεση σου. Δεν είσαι όμως απλά , μια υπόθεση βιασμού , δολοφονίας . Είσαι η απόδειξη ότι τα θεμέλια της κοινωνίας σαπίζουν . Είσαι η απόδειξη ότι ο άνθρωπος είναι το χειρότερο ον , όταν δεν πρυτανεύει η λογική και το δίκαιο. Είσαι το στήριγμα μου , για όσα σκοπεύω να κάνω . Για την δικαίωση σου . Για την δικαίωση της κάθε Ελένης . Άλλωστε , ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά , από το σπίτι τους , Ελένη .

Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί –

Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.

Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ’ τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ’ την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

Γ.Ρίτσος

Αριάδνη Εμμανουηλίδου