Ερμηνευτική προσέγγιση και ρόλος γλώσσας

Αρχικά, η γλώσσα δεν βρίσκεται ολοκληρωτικά στη διάθεση του ανθρώπου. Αντί αυτού προϋπάρχει και ενυπάρχει σε αυτόν και ως εκ τούτου είναι στοιχείο που δεν δύναται να κυριαρχήσει, ούτε, όμως, και να κυριαρχηθεί πλήρως επί του ανθρώπου.

Επιπρόσθετα, αποτελεί ατομικό εργαλείο έκφρασης, αλλά και μέσο στη διάθεση και χρήση μιας κοινότητας. Σε αυτό επακριβώς επιτρέπει την έκφραση και τη συγκρότηση υποκειμενικών και διυποκειμενικών νοημάτων, στάσεων και αξιών.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι η γλώσσα καθίσταται ως ο προνομιακός χώρος, όπου αποκρυσταλλώνεται η αλληλεπίδραση και η σχέση μεταξύ του «υποκειμενικού», του «συλλογικού ή κοινωνικού» και του «Άλλου, του Τρίτου, του Διαφορετικού».

Η διάδραση μεταξύ των τριών προαναφερθέντων, υλοποιείται εντός ενός πλαισίου διυποκειμενικών νοημάτων που οροθετούν τη συγκρότηση των συνειδητών αυτοπροσδιορισμών των ατόμων.

Όσον αναφορά την ερμηνευτική, αυτή δεν ασχολείται μόνο με τη διερεύνηση της άνωθεν διαδικασίας, αλλά αποβλέπει έτι περισσότερο στην ανάλυση του τρόπου με τον οποίο το γενικό πλαίσιο των «διυποκειμενικών νοημάτων» λαμβάνει τη συγκεκριμένη μορφή του υπό την επίδραση υποκειμενικών αυτοπροσδιορισμών στο επιφανειακό-γλωσσικό επίπεδο.

Επιπλέον, οφείλει να σημειωθεί ότι η εν λόγω προσέγγιση δεν παραβλέπει τη σημασία θεσμικού πλαισίου και δομικών παραγόντων μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι «υποκειμενικές στάσεις» και τα διυποκειμενικά νοήματα.

Συνακόλουθα, μια ερμηνευτική προσέγγιση θέτει ως στόχο τόσο την ανάλυση, όσο και την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αποκρυσταλλώνονται προθέσεις και επιδιώξεις στο Λόγο με τον οποίο αυτοπροσδιορίζεται το υποκείμενο, και επιπλέον την ανάλυση και κατανόηση σχέσης μεταξύ Λόγου και αλληλεπίδρασής του με ένα προϋπάρχον πλαίσιο «διυποκειμενικών νοημάτων».

Συμφέρη Αικατερίνη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Αιτίες μεταβολής της γλώσσας

Οι αιτίες που οδήγησαν στην αλλαγή της γλώσσας από την απλή των Ευαγγελίων στη λόγια των πατερικών και υμνολογικών κειμένων ήδη από τον 4o αιώνα μ.Χ. και εξής είναι οι ακόλουθες.

Αρχικά, ένα από τα πρώτα βήματα που συνέβαλαν σε αυτό στάθηκε το διάταγμα των Μεδιολάνων, που εξέδωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος σχετικά με την ανεξιθρησκία του κράτους, όπου παρείχε την δυνατότητα σε όλους του πολίτες να πιστεύουν και δημόσια, μα και ιδιωτικά, οποιαδήποτε θρησκεία επιθυμούσαν, για την θεολογική κατοχύρωση του δόγματος, ώστε να προσδώσει κύρος.

Έπειτα, άνθιζε η χρήση του αττικισμού της κλασικής εποχής, από λόγιους γραμματικούς, προσδίδοντας την αίγλη του αρχαίου ελληνικού λόγου και την υπεράσπιση της νέας θρησκείας, αντικρούοντας, όμως με τον τρόπο αυτό, τις διαβρωτικές δυνάμεις των αιρέσεων, φιλοσοφικών αμφισβητήσεων των λόγιων εθνικών και Γνωστικών από τους Απολογητές.

Επιπρόσθετα, οι Πατέρες των επόμενων αιώνων υλοποιούν κριτική της γλώσσας της Αγίας Γραφής με απώτερο σκοπό να πείσουν, να παραδειγματίσουν και να καθοδηγήσουν ως προς την ψυχική σωτηρία του ποιμνίου. Άλλωστε, λόγω της διάδοσης και διείσδυσης σε ανώτερες κοινωνικές τάξεις, με την γλωσσική εξέλιξη, τον δυναμικό τονισμό και τον ποιητικό λόγο, ο λειτουργικός λόγος γίνεται πλέον υψηλός, ανανεωτικός και εκσυγχρονιστικός. 

Αικατερίνη Συμφέρη
Θεολόγος-Εκπαιδευτικός-Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ

Πηγή