Η επιρροή της γλώσσας στη χάραξη πολιτικών

Η γλώσσα αποτελεί όχι μόνο μέσο επικοινωνίας, αλλά και εργαλείο πολιτικής και εξουσίας. Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), όπου συνυπάρχουν πολυγλωσσικές κοινότητες, η γλωσσική πολιτική διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση, την εφαρμογή και τη νομιμοποίηση των πολιτικών αποφάσεων. Η σχέση μεταξύ γλώσσας και πολιτικής δράσης στην ΕΕ αναδεικνύει τις συγκρούσεις, τις στρατηγικές διαχείρισης της πολυγλωσσίας και την κατανομή της επιρροής ανάμεσα στα κράτη μέλη.

Η πολυγλωσσία στην ΕΕ αποτελεί συνταγματικό και θεσμικό χαρακτηριστικό, καθώς 24 επίσημες γλώσσες αναγνωρίζονται και χρησιμοποιούνται σε διαφορετικά επίπεδα (Williams, 2003). Ωστόσο, αυτή η γλωσσική πολυμορφία δεν εξισορροπείται πάντα ισότιμα στη χάραξη πολιτικών. Ορισμένες γλώσσες, κυρίως τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά, λειτουργούν ως «γλώσσες ισχύος» ή «γλώσσες εργασίας», επηρεάζοντας την προσβασιμότητα, τη διατύπωση και την ερμηνεία των πολιτικών κειμένων (Tureski & Mattila, 2017).

Η γλωσσική επιλογή στην επικοινωνία της ΕΕ ενέχει πολιτικές διαστάσεις, καθώς καθορίζει ποιοι έχουν φωνή και ποιοι αποκλείονται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα διαφορές στη συμμετοχή των κρατών μελών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και στην άσκηση επιρροής, αναπαράγοντας ανισότητες μεταξύ ισχυρών και λιγότερο ισχυρών γλωσσικών κοινοτήτων (Phillipson, 2009). Επιπλέον, η μετάφραση και η διερμηνεία παίζουν κρίσιμο ρόλο στην εξασφάλιση διαφάνειας και ισότητας, αλλά παρουσιάζουν προκλήσεις σε θέματα ακρίβειας και πολιτικής σκοπιμότητας (Kourbanis, 2015).

Παράλληλα, η γλωσσική πολιτική στην ΕΕ επηρεάζει και την εθνική πολιτική των κρατών μελών, ειδικά όσον αφορά την εκπαίδευση και τη διατήρηση των γλωσσών μειονοτήτων (Wodak, 2011). Η διαχείριση αυτής της πολιτικής απαιτεί ευαισθησία προς την πολιτισμική πολυμορφία, ενώ ταυτόχρονα προωθεί την ευρωπαϊκή ταυτότητα και συνοχή.

Η γλώσσα στην ΕΕ λειτουργεί ως παράγοντας συγκρότησης της πολιτικής διαδικασίας, διαμορφώνοντας τις δυναμικές εξουσίας και συμμετοχής. Η κατανόηση των γλωσσικών επιδράσεων είναι απαραίτητη για μια δίκαιη και αποτελεσματική πολιτική διακυβέρνηση σε πολυγλωσσικά περιβάλλοντα.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Kourbanis, F. (2015). Translating Europe: Power and ideology in European Union translation policy. Language & Communication, 42, 63–73.
  • Phillipson, R. (2009). Linguistic imperialism continued. Routledge.
  • Tureski, K., & Mattila, J. (2017). The role of language in the European Union’s policy process. Journal of European Public Policy, 24(6), 834–852.
  • Williams, G. (2003). The European Union’s language policy: Linguistic diversity and the quest for unity. Language Problems and Language Planning, 27(3), 275–294.
  • Wodak, R. (2011). The politics of fear: What right-wing populist discourses mean. SAGE Publications.



Η Επίδραση των Νέων Τεχνολογιών στη Διδασκαλία Ξένων Γλωσσών

Η ταχεία ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών έχει επηρεάσει σημαντικά την εκπαιδευτική διαδικασία, ειδικά στον τομέα της διδασκαλίας ξένων γλωσσών. Από τα διαδραστικά εργαλεία και τις πλατφόρμες ηλεκτρονικής μάθησης έως τις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, οι τεχνολογικές εξελίξεις προσφέρουν καινοτόμες μεθόδους για την καλλιέργεια γλωσσικών δεξιοτήτων. Η αξιοποίηση αυτών των εργαλείων μπορεί να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας, να αυξήσει την πρόσβαση στη γνώση και να προωθήσει τη συμμετοχικότητα και τη δημιουργικότητα.

Ο ρόλος των νέων τεχνολογιών
Οι νέες τεχνολογίες μετασχηματίζουν τη διδασκαλία ξένων γλωσσών μέσα από διάφορες καινοτομίες:

  1. Διαδραστικότητα και προσαρμοστικότητα: Οι διαδικτυακές πλατφόρμες όπως το Duolingo και το Babbel προσφέρουν διαδραστικά μαθήματα που προσαρμόζονται στις ανάγκες του χρήστη. Με τον τρόπο αυτό, οι μαθητές μπορούν να μαθαίνουν με τον δικό τους ρυθμό και σύμφωνα με το επίπεδό τους.
  2. Πρόσβαση σε αυθεντικό υλικό: Μέσω του διαδικτύου, οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να εκτεθούν σε αυθεντικά κείμενα, βίντεο και ηχητικά αποσπάσματα στη γλώσσα που μαθαίνουν. Αυτό βελτιώνει την ακουστική κατανόηση και εξοικειώνει τους μαθητές με διαφορετικές πολιτισμικές πτυχές.
  3. Τεχνητή Νοημοσύνη (AI): Εργαλεία όπως το ChatGPT μπορούν να λειτουργούν ως συνομιλητές, προσφέροντας στους μαθητές ευκαιρίες για εξάσκηση σε πραγματικό χρόνο. Επίσης, η τεχνητή νοημοσύνη βοηθά στην παροχή εξατομικευμένης ανατροφοδότησης και στη διόρθωση λαθών.
  4. Παιχνιδοποίηση: Η ενσωμάτωση στοιχείων παιχνιδιού στη διδασκαλία, όπως πόντοι, ανταμοιβές και διαγωνισμοί, παρακινεί τους μαθητές να συμμετέχουν ενεργά και να συνεχίζουν την προσπάθεια μάθησης.

Πλεονεκτήματα
Η ενσωμάτωση της τεχνολογίας στη διδασκαλία ξένων γλωσσών προσφέρει πολλαπλά οφέλη:

  • Αυξημένη προσβασιμότητα: Οι μαθητές σε απομακρυσμένες περιοχές ή με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες έχουν πλέον την ευκαιρία να μάθουν γλώσσες μέσω διαδικτυακών εργαλείων.
  • Ενίσχυση της αυτονομίας: Οι μαθητές μπορούν να αναλαμβάνουν μεγαλύτερη ευθύνη για τη μάθησή τους, ενώ οι δάσκαλοι λειτουργούν περισσότερο ως καθοδηγητές.
  • Προώθηση της πολυπολιτισμικότητας: Η αλληλεπίδραση με αυθεντικό υλικό και διεθνείς κοινότητες ενισχύει την κατανόηση και τον σεβασμό διαφορετικών πολιτισμών.

Προκλήσεις και περιορισμοί
Παρόλο που οι νέες τεχνολογίες προσφέρουν πολλές δυνατότητες, υπάρχουν και προκλήσεις:

  • Ψηφιακός αναλφαβητισμός: Η έλλειψη τεχνικών δεξιοτήτων από εκπαιδευτικούς και μαθητές μπορεί να περιορίσει την αξιοποίηση αυτών των εργαλείων.
  • Έλλειψη ανθρώπινης αλληλεπίδρασης: Παρά τα οφέλη της τεχνολογίας, η φυσική αλληλεπίδραση με έναν δάσκαλο ή συμμαθητές είναι αναντικατάστατη για την ανάπτυξη προφορικών δεξιοτήτων και κοινωνικών σχέσεων.
  • Υπερφόρτωση πληροφοριών: Η πληθώρα διαθέσιμων εφαρμογών και εργαλείων μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στους χρήστες, ενώ η ποιότητά τους ποικίλλει σημαντικά.

Οι νέες τεχνολογίες έχουν ανοίξει νέους δρόμους για τη διδασκαλία ξένων γλωσσών, καθιστώντας τη διαδικασία πιο ευέλικτη, συμμετοχική και αποτελεσματική. Ωστόσο, είναι απαραίτητο να εξισορροπηθεί η χρήση της τεχνολογίας με τις παραδοσιακές μεθόδους διδασκαλίας, ώστε να εξασφαλιστεί μια ολοκληρωμένη μαθησιακή εμπειρία.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Chapelle, C. A. (2010). The spread of computer-assisted language learning. Language Teaching, 43(1), 66-74. https://doi.org/10.1017/S0261444809005850
  • Dudeney, G., & Hockly, N. (2012). ICT in ELT: How did we get here and where are we going? ELT Journal, 66(4), 533-542. https://doi.org/10.1093/elt/ccs050
  • Godwin-Jones, R. (2018). Using mobile devices in the language classroom: Part of a larger strategy. Language Learning & Technology, 22(1), 2-11.
  • Warschauer, M. (2006). Literacy and technology: Bridging the divide. In D. Gibbs & K. Krause (Eds.), Handbook of Research on Literacy in Technology at the K-12 Level (pp. 57-68). IGI Global.



Ο Ρόλος της Κοινωνικής και Συναισθηματικής Μάθησης (SEL) στη Διδασκαλία Δεύτερης Ξένης Γλώσσας

Η κοινωνική και συναισθηματική μάθηση (Social Emotional Learning – SEL) έχει αρχίσει να παίζει κρίσιμο ρόλο στη διδασκαλία δεύτερης ξένης γλώσσας. Πρόκειται για μια παιδαγωγική προσέγγιση που αποσκοπεί στην καλλιέργεια κοινωνικών δεξιοτήτων, ενσυναίσθησης, αυτογνωσίας και θετικών διαπροσωπικών σχέσεων, πέρα από τις ακαδημαϊκές γνώσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η SEL βοηθά τους μαθητές να αναπτύξουν τις συναισθηματικές και κοινωνικές ικανότητες που είναι απαραίτητες για την επικοινωνία σε μια δεύτερη ξένη γλώσσα.

Η Ενσωμάτωση της Κοινωνικής και Συναισθηματικής Μάθησης στη Γλωσσική Διδασκαλία

Η ενσωμάτωση της κοινωνικής και συναισθηματικής μάθησης στη διδασκαλία της δεύτερης ξένης γλώσσας βοηθά τους μαθητές να δημιουργήσουν ισχυρότερους δεσμούς με τη γλώσσα, τον καθηγητή και τους συμμαθητές τους. Η SEL επικεντρώνεται σε πέντε κύριους τομείς: αυτογνωσία, αυτοδιαχείριση, κοινωνική συνείδηση, δεξιότητες σχέσεων και υπεύθυνη λήψη αποφάσεων. Όλοι αυτοί οι τομείς είναι απαραίτητοι για την επιτυχία στην εκμάθηση γλωσσών, καθώς η γλώσσα είναι ένα κοινωνικό εργαλείο που βασίζεται στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση. Για παράδειγμα, μέσω της αυτογνωσίας, οι μαθητές αναπτύσσουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν τις δικές τους συναισθηματικές και γνωστικές ανάγκες όταν μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα. Η αυτοδιαχείριση τους επιτρέπει να ελέγχουν τις απογοητεύσεις που συχνά συνοδεύουν τη γλωσσική μάθηση, ιδίως σε καταστάσεις όπου κάνουν λάθη ή δεν μπορούν να εκφραστούν με ακρίβεια. Παράλληλα, η κοινωνική συνείδηση και οι δεξιότητες σχέσεων βοηθούν τους μαθητές να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν τις διαφορές στην πολιτισμική επικοινωνία, μια σημαντική δεξιότητα όταν μαθαίνουν μια νέα γλώσσα με διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια.

Δημιουργία ενός Θετικού Κλίματος Μάθησης

Η εφαρμογή της SEL συμβάλλει στη δημιουργία ενός θετικού κλίματος μάθησης, όπου οι μαθητές αισθάνονται ασφαλείς να επικοινωνήσουν και να κάνουν λάθη. Στη διδασκαλία μιας δεύτερης ξένης γλώσσας, τα λάθη είναι αναπόφευκτα και συχνά αναγκαία για την πρόοδο, όμως η αίσθηση της αποτυχίας μπορεί να επηρεάσει την αυτοπεποίθηση των μαθητών. Η SEL παρέχει στρατηγικές για να ενθαρρύνει τους μαθητές να δουν τα λάθη ως φυσικό μέρος της διαδικασίας μάθησης και όχι ως εμπόδιο. Η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης μέσω αυτής της προσέγγισης τους επιτρέπει να συμμετέχουν πιο ενεργά και με αυτοπεποίθηση στην εκμάθηση της ξένης γλώσσας. Επιπλέον, η κοινωνική και συναισθηματική υποστήριξη από τους καθηγητές και τους συμμαθητές συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας τάξης όπου οι μαθητές συνεργάζονται και ενθαρρύνουν ο ένας τον άλλον. Αυτή η συνεργατική διάθεση δημιουργεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης και αυξάνει το ενδιαφέρον των μαθητών για τη γλώσσα. Όταν οι μαθητές νιώθουν ασφαλείς, είναι πιο πρόθυμοι να πειραματιστούν με τη γλώσσα και να εκφράσουν τις σκέψεις τους, ακόμη και αν δεν είναι σίγουροι για τη σωστή χρήση της.

Ανάπτυξη Ενσυναίσθησης και Διαπολιτισμικής Ευαισθησίας

Η SEL ενθαρρύνει την ανάπτυξη ενσυναίσθησης, κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό όταν μαθαίνεται μια δεύτερη ξένη γλώσσα. Η κατανόηση των συναισθημάτων και των προοπτικών άλλων ανθρώπων, ιδιαίτερα σε πολυπολιτισμικές τάξεις, διευκολύνει τη διαπροσωπική επικοινωνία. Οι μαθητές που αναπτύσσουν ενσυναίσθηση είναι σε θέση να κατανοούν καλύτερα τις πολιτισμικές και γλωσσικές διαφορές, γεγονός που τους επιτρέπει να επικοινωνούν με σεβασμό και κατανόηση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στη διδασκαλία μιας ξένης γλώσσας, όπου οι μαθητές συχνά εκτίθενται σε νέους πολιτισμούς και διαφορετικές πρακτικές επικοινωνίας. Οι δεξιότητες που αναπτύσσονται μέσω της SEL μπορούν να βελτιώσουν την προσαρμοστικότητα των μαθητών σε νέα πολιτισμικά πλαίσια, καθιστώντας τους καλύτερους διαπολιτισμικούς επικοινωνητές.

Βελτίωση Διαπροσωπικών Σχέσεων

Η κοινωνική και συναισθηματική μάθηση παρέχει στους μαθητές τις δεξιότητες που χρειάζονται για να καλλιεργούν υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις μέσα και έξω από την τάξη. Σε μια γλωσσική τάξη, η συνεργασία είναι βασικό στοιχείο της μάθησης, καθώς οι μαθητές εργάζονται συχνά σε ομάδες ή ζευγάρια για να ασκηθούν στις γλωσσικές τους δεξιότητες. Η ανάπτυξη καλών σχέσεων βοηθά στη βελτίωση της επικοινωνίας, της συνεργασίας και της κατανόησης μεταξύ των μαθητών, ενισχύοντας έτσι την ποιότητα της μάθησης. Η ομαδική εργασία σε δραστηριότητες διδασκαλίας της γλώσσας, όπως οι διάλογοι, οι ρόλοι και οι διαλογικές ασκήσεις, βοηθά τους μαθητές να καλλιεργήσουν διαπροσωπικές δεξιότητες που είναι απαραίτητες για την επιτυχία τους στον σύγχρονο κόσμο. Η SEL βοηθά τους μαθητές να διαχειρίζονται τις διαφωνίες, να εκφράζουν τις απόψεις τους με σεβασμό και να κατανοούν τις ανάγκες των άλλων, ενισχύοντας έτσι τη συνολική δυναμική της τάξης.

Υποστήριξη σε Μαθητές με Γλωσσικές Δυσκολίες

Οι μαθητές που αντιμετωπίζουν γλωσσικές δυσκολίες συχνά χρειάζονται επιπλέον κοινωνική και συναισθηματική υποστήριξη. Η SEL μπορεί να βοηθήσει αυτούς τους μαθητές να αντιμετωπίσουν τα συναισθήματα απογοήτευσης ή άγχους που μπορεί να προκύψουν από τις δυσκολίες στην εκμάθηση μιας δεύτερης ξένης γλώσσας. Μέσω της SEL, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να προσφέρουν στρατηγικές που ενισχύουν την αυτοπεποίθηση των μαθητών και τους δίνουν τη δυνατότητα να αναγνωρίζουν και να αντιμετωπίζουν τα συναισθήματά τους με υγιή τρόπο. Η SEL προσφέρει ένα πλαίσιο για την υποστήριξη μαθητών που μπορεί να έχουν ανάγκη από προσωπική καθοδήγηση, δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη δεξιοτήτων διαχείρισης άγχους και οικοδόμησης ανθεκτικότητας, οι οποίες είναι χρήσιμες όχι μόνο στη γλωσσική μάθηση αλλά και στη ζωή τους γενικότερα.

Η κοινωνική και συναισθηματική μάθηση αποτελεί μια αναπόσπαστη διάσταση της σύγχρονης διδασκαλίας ξένων γλωσσών, ιδιαίτερα στη διδασκαλία δεύτερης ξένης γλώσσας. Μέσω της SEL, οι μαθητές αναπτύσσουν δεξιότητες που δεν αφορούν μόνο τη γλώσσα αλλά και άλλους τομείς όπως η ενσυναίσθηση, η αυτογνωσία και η διαχείριση συναισθημάτων, που βελτιώνουν την επικοινωνία και την αποδοτικότητα στη γλώσσα.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός


  • Brackett, M. A., Rivers, S. E., & Salovey, P. (2011). Emotional intelligence: Implications for personal, social, academic, and workplace success. Social and Personality Psychology Compass, 5(1), 88-103. https://doi.org/10.1111/j.1751-9004.2010.00334.x
  • Collaborative for Academic, Social, and Emotional Learning (CASEL). (2020). What is SEL?. CASEL. Ανακτήθηκε από https://casel.org/what-is-sel/
  • Durlak, J. A., Weissberg, R. P., Dymnicki, A. B., Taylor, R. D., & Schellinger, K. B. (2011). The impact of enhancing students’ social and emotional learning: A meta-analysis of school-based universal interventions. Child Development, 82(1), 405-432. https://doi.org/10.1111/j.1467-8624.2010.01564.x
  • Jones, S. M., & Bouffard, S. M. (2012). Social and emotional learning in schools: From programs to strategies. Social Policy Report, 26(4), 1-33. https://doi.org/10.1002/j.2379-3988.2012.tb00073.x
  • Zins, J. E., Weissberg, R. P., Wang, M. C., & Walberg, H. J. (Eds.). (2004). Building academic success on social and emotional learning: What does the research say?. Teachers College Press.



Άλλο γλώσσα, άλλο ορολογία…

Το φαινόμενο όπου οι άνθρωποι χρησιμοποιούν διαφορετική γλώσσα ή ορολογία ανάλογα με το περιβάλλον ή τον τομέα στον οποίο βρίσκονται είναι γνωστό ως γλωσσική μεταβολή ή γλωσσική προσαρμογή. Αυτή η φαινομενική αλλαγή στη γλώσσα μπορεί να συμβαίνει για πολλούς λόγους και να έχει διάφορες συνέπειες.

Η χρήση διαφορετικής γλώσσας ή ορολογίας μπορεί να οφείλεται στον τομέα εργασίας ή την ειδικότητα της δραστηριότητας που ασχολούνται οι άνθρωποι. Για παράδειγμα, οι επαγγελματίες σε διάφορους τομείς, όπως η ιατρική, η νομική, η τεχνολογία και η επιστήμη, χρησιμοποιούν ειδικούς όρους και τεχνική γλώσσα που είναι διαφορετική από αυτήν που χρησιμοποιούν στην καθημερινή τους επικοινωνία.

Επίσης, η γλωσσική μεταβολή μπορεί να συμβαίνει λόγω της κοινωνικής ή πολιτισμικής ταυτότητας. Οι άνθρωποι μπορεί να χρησιμοποιούν διαφορετική γλώσσα ή διαλέκτους σε διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα ή με διαφορετικούς ομιλητές, εξελίσσοντας έτσι μια γλωσσική πολυμορφία ή γλωσσική πολυμέσα.

Η γλωσσική μεταβολή μπορεί επίσης να οφείλεται στην επιρροή της παγκοσμιοποίησης και των μέσων ενημέρωσης. Οι άνθρωποι επηρεάζονται από την πολυπολιτισμική κοινωνία και τις πολιτισμικές ανταλλαγές, που οδηγούν στην υιοθέτηση νέων λέξεων, φράσεων ή γλωσσικών πρακτικών.

Σε κάθε περίπτωση, η γλωσσική μεταβολή αντανακλά τη δυναμική φύση της γλώσσας και την ευελιξία των ανθρώπων στην προσαρμογή τους σε διάφορα περιβάλλοντα και κοινωνικά πλαίσια.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




ΣΧΕΣΕΙΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Στις περισσότερες προσπελάσεις της γλώσσας, ακόμη και τις παραδοσιακές ή δομικές, τα πεδία του ενδιαφέροντος δεν είναι πάντα αμιγώς γλωσσολογικά. Συναντάμε θεωρήσεις ιστορικές, φιλοσοφικές, γεωγραφικές πολιτικές, σημειολογικές. Από τη μία, λοιπόν, εξετάζονται τα γλωσσικά στοιχεία και, από την άλλη, μεταξύ άλλων, κοινωνικές έννοιες, όπως η κοινωνική τάξη, το καθεστώς και το κύρος, η ισχύς και η εξουσία, η αλληλεγγύη και η προσαρμογή.

Υπάρχουν, βέβαια, τέσσερις πιθανές περιπτώσεις για τη συσχέτιση γλώσσας και κοινωνίας.

1) Εξωτερική αιτιότητα της διαμόρφωσης και της ποικιλίας στη γλώσσα: η κοινωνική δομή επηρεάζει και καθορίζει τη γλωσσική δομή και συμπεριφορά: πρόκειται ίσως για την προφανέστερη σχέση.

2) Αντίστροφα, η γλωσσική δομή διαμορφώνεται και μεταβάλλεται κυρίως από εσωτερικούς λόγους, λόγους συστήματος (εσωτερική αιτιότητα) και επηρεάζει την κοινωνική δομή.

3) Οι δύο δομές, κοινωνική και γλωσσική, βρίσκονται σε συνεχή και υποχρεωτική αλληλεπίδραση. Η θέση είναι αρχικά πλατωνική, ενώ ο μαρξισμός έδωσε έμφαση στη σχέση γλώσσας και υλικών συνθηκών ζωής.

4) Η θεωρητική, έστω, θέση ότι δεν υπάρχει καμία μορφή σχέσης ανάμεσα στη γλώσσα και την κοινωνία και ότι η γλώσσα είναι μόνο ένα όργανο έκφρασης της σκέψης αναφέρθηκε πιο πάνω (στην ακραιφνή ΓΜΓ, η γλώσσα φαντάζει απομακρυσμένη από τους ομιλητές της).

Την προσπάθεια, επομένως, συσχετισμού γλωσσικών και κοινωνικών δομών αντιπροσωπεύει η ΚΓ. Δεν πρόκειται για απλή ανάμειξη γλωσσολογίας και κοινωνιολογίας. Η ΚΓ εντοπίζει συγκεκριμένες πτυχές της χρήσης και των επιλογών της γλώσσας μέσα σε μια κοινότητα, παρατηρεί και περιγράφει τις εκδηλώσεις της επαφής αυτής, προτείνει ερμηνείες για τη γλωσσική ποικιλία και για τη σημασία των ΚΓ μεταβλητών.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Η διδασκαλία της δομής της γλώσσας

Ένα από τα πιο συζητημένα και ακανθώδη ζητήματα στον χώρο της γλωσσοδιδακτικής αποτελεί η διδασκαλία της δομής της γλώσσας. Όπως σημειώνεται παρά τις αξιοσημείωτες μεταβολές που έχουν ήδη επέλθει στον χώρο της γλωσσικής διδασκαλίας και παρά την υιοθέτηση νέων και καταφανώς αποτελεσματικότερων μεθόδων και τεχνικών, ο τομέας της γραμματικής συνεχίζει να αποτελεί ένα δυσεπίλυτο και πολύπλοκο πρόβλημα για τους διδακτικούς της γλώσσας, ακόμα και σήμερα.

Ο κλάδος αυτός είναι πράγματι «σημείο αμφιλεγόμενο» όχι μόνο γιατί αντιμετωπίζεται διαφορετικά από την παραδοσιακή και τη σύγχρονη αντίληψη, αλλά επιπλέον, γιατί οι απόψεις που έχουν εκφρασθεί γι’ αυτόν από τους εκπροσώπους της νεότερης γλωσσολογίας διαφοροποιούνται σημαντικά μεταξύ τους στα πλαίσια των διαφόρων σχολών και τάσεων.

Για μια αναλυτική θέση υπέρ της διδασκαλίας της γραμματικής ως αυταξίας με πολλαπλά γλωσσικά αλλά και ευρύτερα πνευματικά οφέλη. Σχετικές απόψεις που υποστηρίζουν τη μία ή την άλλη εκδοχή για την αναγκαιότητα ή τη σπουδαιότητα της διδασκαλίας της γραμματικής ως ξεχωριστού μαθήματος μπορεί να βρει κανείς αρκετές και στην ελληνική και στη διεθνή βιβλιογραφία.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Γλώσσα και ομιλία

Γλώσσα (langue)

  1. Κοινωνική πλευρά του λόγου.
  2. Ουσιαστικό, δομικό στοιχείο του λόγου που αρθρώνεται ως σύστημα.
  3. Καθορισμένο αντικείμενο που μπορεί να μελετηθεί, καθώς αποτυπώνεται υλικά.

Ομιλία (parole)

  1. Ατομική χρήση της γλώσσας, «ατομική πράξη θέλησης και νοημοσύνης».
  2. Συγκυριακό, συμπτωματικό στοιχείο του λόγου.
  3. Δε συστηματοποιείται ώστε να μπορεί να μελετηθεί εύκολα.

Χαρακτηριστικά της γλώσσας

Είναι το κοινωνικό μέρος του λόγου, που δεν μπορεί από μόνο του ούτε να το δημιουργήσει, ούτε να το τροποποιήσει». Σύμφωνα με τον Saussure αποτελεί μια κοινωνική και ιστορική σύμβαση που δεσμεύει όλους τους ανθρώπους.

Η γλώσσα μπορεί να μελετηθεί σε διάκριση από την ομιλία. Για παράδειγμα, μη «νεκρή» γλώσσα, μπορεί να μελετηθεί. Επιπλέον, είναι ένα ομοιογενές σύστημα σημείων σε αντίθεση με την ομιλία που είναι ετερογενής. Ωστόσο, οι δύο διαπλέκονται διαρκώς. Αν και αποτελεί «αφηρημένο» σύστημα, καθίσταται συγκεκριμένη και «χειροπιαστή», δηλαδή αποτυπώνεται υλικά και παγιώνεται μέσω της γραφής.

Η δομή της γλώσσας

Βασικές μονάδες/στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η δομή της γλώσσας είναι τα σημεία: κάθε σημείο αποτελεί ένωση μιας ιδέας (σημαινόμενο) και μιας ακουστικής εικόνας (σημαίνον), καθώς και ένωση της μορφής μιας λέξης και του περιεχομένου της. Η δομή αποτελεί σύστημα σχέσεων μεταξύ σημείων.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Επιστήμη γλωσσολογίας

Είναι ο κλάδος της γλωσσολογίας που ασχολείται με τα μορφήματα. Μόρφημα είναι η μικρότερα μονάδα της γλώσσας με σημασία. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι είναι το ελάχιστο τεμάχιο μιας λέξης με σημασία, είτε αυτό είναι λεξικής φύσεως, είτε είναι γραμματικής. Στην περίπτωση, μπορεί να παραπέμπει σε ένα αντικείμενο ή μια έννοια του κόσμου, ενώ στην δεύτερη περίπτωση φέρει γραμματικές πληροφορίες, εν ολίγοις το γένος, τον αριθμό, την πτώση και την γραμματική κατηγορία.

Ως προς τη μορφή τους αποτελείται από:

  • Λέξη: και, εγώ, που
  • Θέμα: παιδ-, λέ-, δρόμ-
  • Πρόσφυμα: -άκι, -ότητα, -τζης, α-

Το πρόσφυμα κατανέμεται σε 2 κατηγορίες:

  • κλιτικό πρόσφυμα: συμβάλλει στην κλίση της λέξης, λ.χ. άνθρωπ-ος
  • παραγωγικό πρόσφυμα: συμβάλλει στη δημιουργία μιας νέας λέξης, είτε πριν το θέμα, είτε όχι.
Θέμα + Θέμα =Θέμα: κουκλ-ό-σπιτ(ο)
Θέμα + Λέξη =Λέξη: τυρο-σαλάτα
Λέξη + Θέμα =Θέμα: επτά-λοφ(ος)
Λέξη + Λέξη =Λέξη: μαύρη λίστα

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Γλωσσολογία –Saussure

Αν κάποιος μπορεί να ονομαστεί ιδρυτής της σύγχρονης γλωσσολογίας, αυτός είναι ο σπουδαίος Ελβετός μελετητής Ferdinand de Saussure, που γεννήθηκε το 1857 στη Γενεύη.

Μεταπηδά στη γλωσσολογία από τις θετικές επιστήμες. Αρχίζει μια επιτυχημένη ακαδημαϊκή καριέρα στο Παρίσι και το 1891 επιστρέφει στην Ελβετία. Προοδευτικά έθεσε υπό αμφισβήτηση ολόκληρη τη γλωσσολογία. Το πανεπιστήμιο του αναθέτει να αναπληρώσει έναν άλλο καθηγητή για τα «Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας» και πεθαίνει το 1913, σε ηλικία 56 ετών.

Εξέδωσαν κάποιοι φοιτητές τα «Μαθήματα» με βάση τις σημειώσεις τους, και ο Saussure έγινε προοδευτικά στοχαστής μεγάλου κύρους. Η έκδοση του έργου το 1916 σηματοδοτεί μια επανάσταση στο χώρο της επιστημονικής γλωσσολογίας, καθώς την μεταβάλλει από ιστορική σε συστηματική επιστήμη, αντικαθιστώντας την ατομική θεώρηση από μια καθολική. Θέτει τα θεμέλια της σύγχρονης γλωσσολογίας.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο επηρεάζει και άλλες επιστήμες μέσω της επικέντρωσής του στη σημασία των δομών, την κοινωνική ανθρωπολογία και την πολιτική θεωρία/επιστήμη.

Ο ίδιος φαίνεται να έχει αυτοσυνείδηση αυτής της καινοτομίας, καθώς το μάθημα ξεκινά από τον εξαρχής ορισμό του αντικειμένου της γλωσσολογικής επιστήμης: «ποιο είναι το πλήρες και ταυτόχρονα το συγκεκριμένο αντικείμενο της γλωσσικής επιστήμης; Το ερώτημα είναι ιδιαίτερα δύσκολο».

Ο Saussure διαχωρίζει την γλώσσα και την ομιλία. Η προσπάθειά του είναι να εντοπίσει το μέρος του λόγου που είναι δομικό, που εντοπίζεται έξω από το άτομο και το δεσμεύει ως προϊόν ιστορικής, κοινωνικής συμφωνίας. Ουσιαστικά, αντικείμενο της γλωσσολογίας είναι η γλώσσα ως σύστημα/ως δομή.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Τι είναι «γλώσσα» -Ferdinand de Saussure

Ο Ελβετός γλωσσολόγος Ferdinand de Saussure ορίζει ως γλώσσα (langue) το αφηρημένο γλωσσικό  σύστημα, τα σημεία και οι ιδέες, που μοιράζονται οι ομιλητές μιας συγκεκριμένης γλωσσικής κοινότητας. Μάλιστα, απαρτίζεται από τον «λόγο», ο οποίος αποτελεί το αυθαίρετο σύστημα συμβόλων που έχουν υιοθετήσει και αφομοιώσει τα μέλη μιας δεδομένης γλωσσικής κοινότητας,

Ένα γλωσσικό σύστημα είναι εκ φύσεως αφηρημένο κοινωνικό φαινόμενο ή θεσμό, το οποίο λαμβάνει υπόσταση μέσω της γλωσσικής συμπεριφοράς των μελών της γλωσσικής κοινότητας. Συνεπώς, ο Saussure αντιλαμβάνεται τη γλωσσολογία ιδιαίτερα κοντά στην κοινωνιολογία και την κοινωνική γλωσσολογία.

Ακόμη, με τις έννοιες που εισήγαγε έδωσε νέα πνοή στην επιστήμη της γλωσσολογίας και άνοιξε νέους ορίζοντες μελέτης για την επιστήμη. Υπήρξε ο ιδρυτής της επιστήμης της σημειολογίας, με τον ορισμό που έδωσε στην γλώσσα, ως ένα σύστημα σημείων.

Στη βιβλιογραφία έχουν δοθεί διάφοροι ορισμοί για τη  γλώσσα, καθένας από τους οποίους εστιάζει σε ένα διαφορετικό στοιχείο ή χαρακτηριστικό της (ήχοι, προτάσεις, ομιλητές). Πράγματι, αν και όλοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα, είναι  δύσκολο να οριστεί.

Κάποιοι μελετητές προσπάθησαν να δώσουν έναν πιο  συγκεκριμένο ορισμό της γλώσσας μέσω του διαχωρισμού της από την ομιλία. Ειδικότερα:

  1. Γλώσσα είναι η συστηματική και συμβατική χρήση των  ήχων (ή χειρομορφών ή γραπτών συμβόλων) με σκοπό  την επικοινωνία ή την αυτοέκφραση (Crystal, 1995).
  2. Γλώσσα είναι το σύνολο δυνάμει άπειρων προτάσεων, καθεμία από τις οποίες είναι ωστόσο πεπερασμένη σε έκταση και αποτελείται από ένα πεπερασμένο σύνολο στοιχείων (Chomsky, 1957).

Επομένως, πρόκειται είτε για ένα σύστημα με επιμέρους συστατικά είτε για μια γνωστική διεργασία και ικανότητα.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ