Mεθοδολογικές αρχές της κοινωνιογλωσσολογίας

Η κοινωνιογλωσσολογία αποτελεί ένα πεδίο της γλωσσολογίας που μελετά τη σχέση μεταξύ της γλώσσας και της κοινωνίας. Καθώς επικεντρώνεται στην επιρροή του κοινωνικού περιβάλλοντος στη γλωσσική δομή και χρήση, η κοινωνιογλωσσολογία υιοθετεί ορισμένες μεθοδολογικές αρχές για τη διερεύνηση των κοινωνικών πτυχών της γλώσσας. Ορισμένες από αυτές τις μεθοδολογικές αρχές περιλαμβάνουν:

1. Πολυπολιτισμική Προσέγγιση: Η κοινωνιογλωσσολογία λαμβάνει υπόψη τη διαφορετική γλωσσική και πολιτισμική ποικιλομορφία μέσα στις κοινωνίες. Αυτό σημαίνει ότι οι μελέτες συχνά εστιάζουν στις διαφορές και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ διαφορετικών γλωσσικών ομάδων και πολιτισμικών κοινοτήτων.

2. Κοινωνιολογική Προσέγγιση: Αναλύοντας τη γλώσσα μέσω κοινωνιολογικού πρίσματος, η κοινωνιογλωσσολογία εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικές δομές και οι παράγοντες επηρεάζουν τη χρήση και την ανάπτυξη της γλώσσας.

3. Έρευνα Πεδίου: Η κοινωνιογλωσσολογία συχνά εφαρμόζει μεθόδους ερευνών πεδίου, συμπεριλαμβανομένων των εθνογραφικών μελετών, των συνεντεύξεων και της παρατήρησης, για να μελετήσει τη γλωσσική χρήση σε πραγματικά κοινωνικά περιβάλλοντα.

4. Αναλυτικές Μέθοδοι: Η ανάλυση κειμένου και η δομημένη παρατήρηση είναι μερικές από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για να εξεταστεί η γλωσσική χρήση και δομή μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής δράσης.

5. Διαπολιτισμική Επικοινωνία: Η κοινωνιογλωσσολογία εξετάζει τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που προκύπτουν από τη διαπολιτισμική επικοινωνία, καθώς οι γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές συχνά οδηγούν σε διαπροσωπικές και κοινωνικές προκλήσεις.

Οι παραπάνω μεθοδολογικές αρχές συμβάλλουν στην κατανόηση της σύνθετης σχέσης μεταξύ γλώσσας και κοινωνίας και στην ανάπτυξη διαφόρων προσεγγίσεων για τη μελέτη του φαινομένου.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Παιδαγωγικές αρχές διαφοροποιημένης διδασκαλίας

1. ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Όλοι οι μαθητές θέλουν να συνεισφέρουν και να γίνουν αποδεκτοί από το περιβάλλον τους. Η διαφοροποιημένη τάξη προσφέρει ευκαιρίες στους μαθητές να συνειδητοποιήσουν την αξία της διαφορετικότητας και εμβαθύνει σε θέματα δικαιοσύνης και συνεργασίας.

2. ΕΠΙΛΟΓΗ
Οι μαθητές σε μια διαφοροποιημένη τάξη έχουν τη δυνατότητα της επιλογής στο τι μαθαίνουν, στο πώς θα το μάθουν και στον τρόπο που θα εκφράσουν αυτό που έμαθαν. Το μαθησιακό περιβάλλον είναι ανάγκη να δώσει ποικιλία επιλογών στο τι και το πώς της μάθησης προκειμένου να ικανοποιήσει τις ατομικές ικανότητες και τα διαφορετικά ταλέντα των μαθητών.

3. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί συμφωνούν ότι οι μαθητές μαθαίνουν καλύτερα μέσα από συνεργατικές διαδικασίες με τους συμμαθητές τους και με το δάσκαλό τους. Η συνεργασία κάνει τις μαθησιακές δραστηριότητες πιο ελκυστικές και ευχάριστες, αναπτύσσει την αυτοεκτίμηση των μαθητών, ιδιαίτερα εκείνων με δυσκολίες μάθησης και τους βοηθά να αποκτήσουν μία δεξιότητα την οποία θα αξιοποιήσουν αργότερα στη ζωή τους.

4. ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ
Η νέα γνώση αποθηκεύεται στη μακροπρόθεσμη μνήμη όταν συνδεθεί με τις προηγούμενες εμπειρίες, γνώσεις και ενδιαφέροντα του μαθητή. Στην περίπτωση της Γ2 η νέα γνώση πρέπει να συνδεθεί με τη μητρική γλώσσα, με τις προϋπάρχουσες γνώσεις τους και με τον πραγματικό κόσμο στον οποίο ζουν. Οποιαδήποτε σύνδεση έχει θετική επίδραση και αποτελεί σημαντικό στόχο σε κάθε μάθημα διαφοροποιημένης διδασκαλίας.

5. ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΜΑΘΗΣΗΣ
Η έρευνα του εγκεφάλου και της Νευροεπιστήμης αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος μαθαίνει μέσα από διαφορετικές μεθόδους: διερεύνηση, απομνημόνευση, τεχνολογία, κοινωνικοποίηση και πολλά άλλα. Στη διαφοροποιημένη τάξη εφαρμόζονται νέες μέθοδοι μάθησης και διδασκαλίας. Η μάθηση δε αποτελεί πλέον ένα μονόδρομο αλλά μια πράξη αλληλεπίδρασης και αξιοποίησης ποικίλων εργαλείων. Η διαφοροποίηση δε ζητά από τον εκπαιδευτικό να αλλάξει τον τρόπο που διδάσκει αλλά να επεκτείνει το ρεπερτόριό του σε μια προσπάθεια να προσεγγίσει μερικούς ακόμα μαθητές.

6. ΑΝΟΙΧΤΟΤΗΤΑ
Η μάθηση γύρω από ένα θέμα μπορεί να πάρει τη μορφή διερεύνησης επεκτείνοντάς το σε νέες διαστάσεις. Μπορούμε να ενθαρρύνουμε τους μαθητές να θέτουν περισσότερες ερωτήσεις (η περιέργεια είναι σημαντική για τη μάθηση) από το να δίνουν μία απάντηση. Στρατηγικές όπως η Σωκρατική μέθοδος και δραστηριότητες με στόχο τα επίπεδα ανώτερης μάθησης της ταξινομίας Bloom ή του μοντέλου DOK είναι στρατηγικές που δίνουν ανοικτές προδιαγραφές διδασκαλίας απαραίτητες σε μία διαφοροποιημένη τάξη.

7. ΡΟΥΤΙΝΑ
Η κατάλληλη διαχείριση της τάξης φαίνεται να κυριαρχεί όλων των στοιχείων του Αναλυτικού Προγράμματος. Η διδασκαλία διαδικασιών/ρουτινών ενισχύει τη κατάλληλη διαχείριση της τάξης και περιλαμβάνει την επεξήγηση, τη δοκιμή και την υποστήριξη/ενθάρρυνση. Λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της τάξης ο εκπαιδευτικός διδάσκει ρουτίνες συμπεριφοράς στους μαθητές ενισχύοντάς τους το αίσθημα ασφάλειας και προσδοκίας, εξασφαλίζοντας τον έλεγχο του περιβάλλοντος και ταυτόχρονα ενεργοποιώντας τη μνήμη στα όσα διδάχθηκαν. Η δομή είναι σημαντική. Χωρίς σαφείς προσδοκίες για τη διαχείριση της τάξης και τη γνωστοποίησή τους στους μαθητές η διαφοροποίηση θα είναι δύσκολο.

8. ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΜΕΘΟΔΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ
Όσο μεγαλύτερη ποικιλία περιλαμβάνει ο εκπαιδευτικός στις μεθόδους αξιολόγησης των μαθητών (διαμορφωτική, γραπτή ή προφορική, προγραμματισμένη ή έκτακτη) τόσο μεγαλύτερη ανατροφοδότηση θα έχει για τη διαδικασία και τα αποτελέσματα της μάθησης. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να γνωρίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει κάθε μαθητής του. Αυτή η ουσιαστική γνώση των δεξιοτήτων του κάθε μαθητή απαιτεί περισσότερο ανάλυση της πορείας του και λιγότερο αξιολόγηση της τελικής του επίδοσης. Ακόμα, είναι σημαντική η συνολική εικόνα της πορείας του μαθητή ώστε να του δοθεί η υποστήριξη και η ενθάρρυνση που θα βελτιώσει την αυτοπεποίθησή του.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Αρχές και στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής σε σχέση με μαθητές Ε.Ε.Α.

Οι βραχυπρόθεσμοι στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής σε σχέση με μαθητές με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες είναι:

  • απόκτηση σχέσης εμπιστοσύνης με το παιδί,
  • αλλαγή της λειτουργίας του και συμπεριφοράς μέσα στη τάξη μέσα από τη μαθησιακή/ψυχοκοινωνική ενίσχυση,
  • ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της αυτοεκτίμησης και
  • ενίσχυση της θετικής εξωτερικής σε σχέση με τους συμμαθητές

Οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής σε σχέση με μαθητές με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες είναι οι εξής:

  • διευκόλυνση ανάπτυξης και κινητοποίηση του έμφυτου δυναμικού του παιδιού,
  • καλλιέργεια συναισθηματικής και κοινωνικής έκφρασης,
  • καλλιέργεια διαπροσωπικών δεξιοτήτων και
  • ενίσχυση του μαθησιακού δυναμικού και απόκτησης δεξιοτήτων «καλής μελέτης» και κατανόησης υλικού.

Οι επαγγελματικοί σύμβουλοι που εργάζονται με τα άτομα οφείλουν να έχουν υπόψη τους ότι διάφορα στερεότυπα μπορεί να εμποδίσουν τον ανενημέρωτο σύμβουλο να δει το άτομο αντικειμενικά, να το ακούσει προσεκτικά και να επιδείξει ενσυναίσθηση, άσχετα με την τάξη, τη φυλή, το φύλο, τη θρησκεία, την ηλικία και άλλους περιορισμούς.

Τα συναισθήματα θυμού και ματαίωσης που νιώθουν οι πελάτες, οι οποίοι προέρχονται από ομάδες που αντιμετωπίζουν διακρίσεις, είναι δικαιολογημένα και δεν οφείλονται σε κάποια βαθύτερη ψυχοπαθολογία.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Αρχές και στόχοι της Συμβουλευτικής

Οι βασικές αρχές της Συμβουλευτικής είναι:

  • ο σεβασμός της προσωπικότητας του συμβουλευόμενου,
  • η συνεργασία συμβούλου και συμβουλευόμενου με βάση μια διαπροσωπική, αλληλοεπικοινωνιακή και ισότιμη σχέση αποφεύγοντας τις διακρίσεις, τις αξιολογήσεις και την κριτική από την πλευρά του συμβούλου,
  • η συνολική ανάπτυξη του ανθρώπου,
  • ο αυτοκαθορισμός και ο αυτοπροσδιορισμός του ατόμου,
  • ο σύμβουλος καθοδηγεί και συνεξετάζει με τον συμβουλευόμενο το πρόβλημα, τον βοηθά να βρει μόνο του τις λύσεις και αν είναι περισσότερες από μία είναι ελεύθερος να επιλέξει αυτή που του ταιριάζει καλύτερα για την επίλυση του προβλήματός του και
  • στηρίζεται στα βασικά αξιώματα της επικοινωνίας και δράσης.

Βασικοί στόχοι της Συμβουλευτικής είναι:

  • Η εξασφάλιση των απαραίτητων προϋποθέσεων που θα βοηθήσουν τους συμβουλευόμενους να φτάσουν σε ένα επίπεδο αυτονομίας και μεγαλύτερης αυτογνωσίας, ώστε να πετύχουν μια εκούσια εποικοδομητική αλλαγή της προσωπικότητάς τους.
  • η στήριξη στους ανθρώπους να βοηθήσουν τον εαυτό τους να σκέφτεται πιο θετικά για τους ίδιους και τις ικανότητές τους, αλλά και για τις αντίξοες συνθήκες των προβλημάτων που καλούνται ν’ αντιμετωπίσουν.
  • Η καλλιέργεια ενός συναισθηματικού κλίματος που θα βοηθήσει το άτομο στην ανάπτυξή του. Προϋποθέσεις για αυτό είναι αφενός να νιώσει το άτομο την ασφάλεια και την ελευθερία να εξερευνήσει τον εαυτό του και να έρθει σε μεγαλύτερη επαφή με τα δικά του συναισθήματα και αφετέρου η ικανότητα του συμβούλου να δημιουργεί συναισθηματική επαφή με τους άλλους.

Η Συμβουλευτική έχει άμεση σχέση με την έννοια της «Διαφορετικότητας» και της «Ισότητας» και αυτό προκύπτει από τις ίδιες τις αρχές της, βάσει των οποίων λειτουργεί ως επιστήμη. Στις βασικές αρχές της Συμβουλευτικής τονίζεται κύρια ότι ο κάθε άνθρωπος, χωρίς καμιά διάκριση, είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα με αξία, γίνεται αποδεκτός με σεβασμό, εκτίμηση και κατανόηση, θεωρείται ικανός να κρίνει και να αποφασίζει για την τύχη του, αντιμετωπίζεται με πνεύμα ισοτιμίας, αναγνωρίζεται η ορθότητα της υποκειμενικής του άποψης.

Έτσι, αναφορικά με την αποδοχή της διαφορετικότητας, οι ανθρωποκεντρικές αρχές της συμβουλευτικής, για να έχουν αποτελεσματική επίδραση στη νοοτροπία των ανθρώπων και να καλλιεργούν αντιστάσεις ενάντια στις προτροπές για διαχωρισμούς μεταξύ τους, πρέπει να περιλαμβάνουν ως απαραίτητες προϋποθέσεις την αποδοχή, τον σεβασμό και τα δικαιώματα του άλλου. Ουσιαστικά, είναι η αμοιβαιότητα και η αρχή της «ίσης μεταχείρισης».

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ




Αρχές και στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής

Οι βασικές αρχές της Σχολικής Συμβουλευτικής είναι:

  • απευθύνεται σε όλους τους μαθητές,
  • απευθύνεται στους εκπαιδευτικούς και στους γονείς που δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τις δυσκολίες των παιδιών σε ατομικό, διαπροσωπικό, οικογενειακό και σχολικό επίπεδο,
  • ανάπτυξη της ατομικής και κοινωνικής συναισθηματικής νοημοσύνης και ενίσχυση των γνωστικών λειτουργιών και των δεξιοτήτων σε πολλαπλά επίπεδα (μαθησιακό, κοινωνικό-διαπροσωπικό, συναισθηματικό, πρακτικής και συνθετικής σκέψης, σωματικής λειτουργίας)

Βασικοί στόχοι της Σχολικής Συμβουλευτικής είναι να:

  • βοηθήσει όλα τα παιδιά να ενταχθούν ισορροπημένα και να εξελιχθούν ομαλά στο σχολικό σύστημα,
  • διευκολύνει εκπαιδευτικούς και γονείς να χειρίζονται πιο αποτελεσματικά και με τρόπο παραγωγικό τις καταστάσεις,
  • υποστηρίξει εκπαιδευτικούς να ανακαλύψουν εναλλακτικές μεθόδους διδασκαλίας, ανάλογα με την ομάδα και τις περιπτώσεις των παιδιών, το είδος των αναγκών,
  • αξιολογήσει και να «αναγνωρίσει» τις αντοχές, τα όρια, τις δυσκολίες, τις ανάγκες και τις δυνατότητες των παιδιών,
  • βοηθήσει εκπαιδευτικούς και γονείς να κατανοήσουν τις δυσκολίες, την ψυχολογία, την αναπτυξιακή φάση, τις δυνατότητες, τα όρια των παιδιών και να τα ενισχύσουν με αποτελεσματικό τρόπο,
  • διευκολύνει την έκφραση προσωπικών ζητημάτων, συναισθηματικών φορτίσεων με αρνητικό χαρακτήρα και την επεξεργασία βιωμάτων που εκφράζονται μέσα από «προβληματικές», δυσλειτουργικές συμπεριφορές, ή πράξεις που αποπροσανατολίζουν το ίδιο το παιδί και τον περίγυρο, μεταφέροντας με προβληματικούς τρόπους τις εσωτερικές δυσκολίες και περιορισμούς, αλλά και τις αρνητικές εμπειρίες στο σχολείο,
  • βοηθήσει τους μαθητές, αλλά και τους εκπαιδευτικούς και γονείς να σκέπτονται, να αντιλαμβάνονται και να βιώνουν τα πράγματα διαφορετικά, και
  • καλλιεργήσει νέες δεξιότητες έκφρασης και επικοινωνίας και σχέσεων για όλους.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός & Προπτυχιακή Ιταλικής Φιλολογίας ΑΠΘ