Χρονολόγιο 1908-1923

Το Χρονολόγιο είναι πολύ χρήσιμο με την παράθεση των γεγονότων που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή.

  • 1908: κίνημα των Νεοτούρκων, εκθρόνιση του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ του Β’.
  • Μάιος-Σεπτέμβριος 1914: ο πρώτος διωγμός του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας κατά τον οποίο περίπου 130.000 ελληνορθόδοξοι καταφεύγουν σε ελληνικό έδαφος. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κηρύσσει την Ορθόδοξη Εκκλησία σε διωγμό.
  • 28 Ιουλίου 1914: η Αυστροουγγαρία κηρύσσει τον πόλεμο στη Σερβία. Έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου (-1918).
  • 12 Νοεμβρίου 1914: η Οθωμανική Αυτοκρατορία κηρύσσει τον πόλεμο στους Συμμάχους. Στη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται σε αποκλεισμό και από το 1918 ως το 1923 υπό την κατοχή Άγγλων, Γάλλων και Ιταλών.
  • 18-20 Φεβρουαρίου 1915: αρχή «Εθνικού Διχασμού» με τη σύγκρουση Ελ. Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου ως προς τη συμμετοχή ή όχι της Ελλάδας στον Παγκόσμιο Πόλεμο.
  • Απρίλιος-Οκτώβριος 1915: Γενοκτονία των Αρμενίων.
  • 26 Σεπτεμβρίου 1916: προσωρινή κυβέρνηση Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη.
  • 17 Νοεμβρίου 1916: τα «Νοεμβριανά» στην Αθήνα. Κορύφωση του Εθνικού Διχασμού με δεκάδες νεκρούς, κυρίως βενιζελικούς. Ο Βενιζέλος αφορίστηκε δημόσια. Το αγγλογαλλικό ναυτικό της Αντάντ όμως πολιόρκησε για μεγάλο χρονικό διάστημα τα παράλια της βασιλικής Ελλάδας, γεγονός που οδήγησε στην εκδίωξη του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’.
  • Ιούνιος 1917: ο Βενιζέλος ως πρωθυπουργός πλέον ολόκληρης της Ελλάδας κηρύσσει γενική επιστράτευση στο πλευρό της Αντάντ.
  • Οκτώβριος 1917: Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία.
  • 18 Ιανουαρίου 1919: έναρξη Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων.
  • Φεβρουάριος-Μάρτιος 1919: ανεπιτυχής εκστρατεία των συμμάχων στην Ουκρανία εναντίον των μπολσεβίκων με τη συμμετοχή ελληνικής στρατιωτικής δύναμης.
  • 2/15 Μαΐου 1919: ο ελληνικός στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη.
  • 27 Δεκεμβρίου 1919: ο Κεμάλ εισέρχεται στην Άγκυρα, καθιστώντας την κέντρο του εθνικού τουρκικού κινήματος.
  • 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920: Συνθήκη των Σεβρών. Συμφωνείται η διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στην Ελλάδα παραχωρείται η Δυτική και η Ανατολική Θράκη, η Ίμβρος και η Τένεδος και όλα τα νησιά του Αιγαίου εκτός από τα Δωδεκάνησα που παραχωρήθηκαν στην Ιταλία. Η Σμύρνη τίθεται υπό ελληνική διοίκηση προσωρινά, με πρόβλεψη η οριστική απόφαση να ληφθεί μετά από πέντε χρόνια με δημοψήφισμα.
  • 1/14 Νοεμβρίου 1920: συντριβή των βενιζελικών στις εκλογές.
  • 22 Νοεμβρίου/5 Δεκεμβρίου 1920: Δημοψήφισμα για την επάνοδο του Κωνσταντίνου στην Ελλάδα. Ο βασιλιάς επιστρέφει.
  • 3/16 Μαρτίου 1921: Τουρκοσοβιετικό Σύμφωνο Φιλίας.
  • 13/26 Αυγούστου: 1922 κατάρρευση του μετώπου στο Αφιόν Καραχισάρ.
  • 27 Αυγούστου /9 Σεπτεμβρίου 1922: τουρκικά στρατεύματα εισέρχονται στη Σμύρνη, όπου φθάνουν και κυνηγημένοι Έλληνες από το εσωτερικό της Μ. Ασίας.
  • 28 Αυγούστου /10 Σεπτεμβρίου 1922: ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος θανατώνεται με μαρτυρικό τρόπο από τον φανατισμένο όχλο.
  • 31 Αυγούστου/13 Σεπτεμβρίου 1922: εκδηλώνεται πυρκαγιά στην Αρμενική συνοικία της Σμύρνης, που τελικά καίει όλη σχεδόν την Κάτω πόλη (Κάτω Μαχαλάς), όπου κατοικούσαν οι Έλληνες (περίπου 165.000) και οι Αρμένιοι (40.000). Στον Πάνω Μαχαλά κατοικούσαν Τούρκοι (80.000) και Εβραίοι (55.000). Στον πληθυσμό της πόλης περιλαμβάνονταν επίσης 6.000 Λεβαντίνοι και 30.000 άλλοι ξένοι. Προσπάθεια του ελληνικού πληθυσμού να εγκαταλείψει την πόλη.
  • Νοέμβριος 1922: δίκη, καταδίκη και εκτέλεση των Έξι πολιτικών και στρατιωτικών, που θεωρήθηκαν ως πρωταίτιοι της Καταστροφής.
  • 24 Ιουλίου 1923: Συνθήκη της Λωζάνης. Η Ανατολική Θράκη, η Ίμβρος, η Τένεδος και η ζώνη της Σμύρνης παραχωρούνται στην Τουρκία. Αποφασίζεται η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
  • Σεπτέμβριος 1923: ιδρύεται η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων.
  • 1923: η πρωτεύουσα του Τουρκικού κράτους μεταφέρεται από την Κωνσταντινούπολη στην Άγκυρα από τον Κεμάλ Ατατούρκ, πρώτο Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, ενώ το 1930 η Κωνσταντινούπολη μετονομάζεται επίσημα από την Τουρκική Δημοκρατία Ιστανμπούλ.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Το ιστορικό πλαίσιο 1897-1918

Φτάνοντας στη σύγχρονη εποχή και στις αρχές του 20ού αιώνα, λίγο πριν να διαδραματιστεί η Μικρασιατική Καταστροφή, βρίσκουμε το ελληνικό κράτος σε μία περίοδο μεγάλης αναταραχής. Το τραύμα της ήττας του 1897 είναι ανοικτό και η απογοήτευση των Ελλήνων, που συνειδητοποίησαν την έλλειψη κρατικής οργάνωσης και στρατιωτικής προετοιμασίας μεγάλη.

Ο Κωστής Παλαμάς το 1902 διαπίστωνε με τρόπο επιγραμματικό «σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη Χώρα». Ως αντίδραση σε αυτή την κατάσταση οργανώθηκε το 1909 το Κίνημα στο Γουδί από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο, που έδωσε την ευκαιρία στον Ελευθέριο Βενιζέλο, γνωστό ήδη από τον πολιτικό αγώνα του στην Κρήτη, να έρθει στην Αθήνα και να αναμειχθεί στην πολιτική ζωή του τόπου. Με πρωθυπουργό (από το 1910) τον Βενιζέλο διεξήχθησαν οι νικηφόροι βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913), που διπλασίασαν την έκταση της Ελλάδας. Ωστόσο, αυτή η μεγάλη επιτυχία δεν έφερε γαλήνη στη χώρα.

Αντίθετα, με την έναρξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου άρχισε ο Εθνικός Διχασμός, η διαμάχη ανάμεσα στον Βενιζέλο που υποστήριζε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ (Ρωσική Αυτοκρατορία, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλική Δημοκρατία) και τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α, ο οποίος πρόκρινε την «ευμενή ουδετερότητα» προς την Αντάντ.

Οι πολίτες διχάστηκαν σε βενιζελικούς και βασιλικούς, η βόρεια Ελλάδα κινδύνευε από τις αντίπαλες «Κεντρικές Δυνάμεις» ή Τετραπλή Συμμαχία (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική αυτοκρατορία και Βουλγαρία) και στη χώρα γίνονταν συνεχώς αναταραχές. Ο Βενιζέλος, μετά από δύο παραιτήσεις, κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη, όπου με το Κίνημα Εθνικής Αμύνης σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση, ελέγχοντας τη βόρεια Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη.

Η Ελλάδα άρχισε να συμμετέχει στον πόλεμο στα μέσα του 1917, ωστόσο αυτό της έδωσε το δικαίωμα να καθίσει με τον Βενιζέλο στο τραπέζι του διαλόγου για την ειρηνευτική διαδικασία στην πλευρά των νικητών. Η λύση του Ανατολικού Ζητήματος, ο διαμοιρασμός ουσιαστικά των εδαφών της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ενδιέφερε ιδιαίτερα την Ελλάδα.

Ο Βενιζέλος επιζητούσε την επέκταση των ελληνικών εδαφών και πιο συγκεκριμένα στο χώρο της Μικράς Ασίας, στον Πόντο και την Ανατολική Θράκη, όπου υπήρχε ελληνικός πληθυσμός. Στη Μικρά Ασία μάλιστα είχε υπάρξει κατά το χρονικό διάστημα 1914-1918 ένας πρώτος μεγάλος διωγμός Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων, που έκανε επιτακτική την ανάγκη να ληφθεί μέριμνα για τους Έλληνες της περιοχής.

Οι νικήτριες Μεγάλες Δυνάμεις προσπαθούσαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις υποσχέσεις και τις δεσμεύσεις τους προς τους συμμάχους τους. Στο μεταξύ η οδυνηρή για τους Τούρκους διάλυση της πολυπολιτισμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άνοιγε το δρόμο στην κεμαλική προπαγάνδα για ένα εθνικό τουρκικό κράτος, ενώ η συμμετοχή ελληνικού στρατού στην εκστρατεία εναντίον των μπολσεβίκων οδήγησε τους Σοβιετικούς να υποστηρίξουν τους Τούρκους στον πόλεμο με τους Έλληνες.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Εμβληματικές πόλεις: Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη

Οι μεγαλύτερες, πολυπληθέστερες και εμβληματικές πόλεις, η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη υπήρξαν και παραμένουν πόλεις πλούσιες και κοσμοπολιτικές, ιδιαιτέρως σημαντικά πνευματικά και οικονομικά κέντρα. Και οι δύο αποτέλεσαν και αποτελούν ακόμη πολύ σημαντικά σύμβολα για το νεότερο ελληνισμό.

Η Κωνσταντινούπολη, που υπερέχει και διότι υπήρξε πρωτεύουσα δύο αυτοκρατοριών, της Βυζαντινής και της Οθωμανικής, εκπροσωπεί το Βυζάντιο, τη χριστιανική θρησκεία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τη μακρά διάρκεια του ελληνικού πολιτισμού, γιατί παρόλο που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν ήταν ποτέ ένα αμιγές ελληνικό βασίλειο, στα όριά της ήδη από τους πρώτους αιώνες ο ελληνικός πολιτισμός με κύριο χαρακτηριστικό τη γλώσσα επικράτησε του αρχικού λατινικού.

Σε όλο το 19ο αιώνα αποτέλεσε το σύμβολο της Μεγάλης Ιδέας και ως το 1922 η εικόνα της φλόγιζε την ελπίδα των Ελλήνων ότι το νέο Ελληνικό Βασίλειο θα απλωθεί κάποτε στα όρια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Από την άλλη η Σμύρνη, από όλες τις μικρές και μεγάλες πολιτείες της Aνατολικής Θράκης, του Πόντου και της Μικράς Ασίας, που χάθηκαν το 1922, έγινε το σύμβολο της μεγάλης καταστροφής, του θανάτου τόσων αθώων ψυχών, της αναλγησίας των ξένων δυνάμεων. Σύμβολο αλλά και όριο, φυσικό και ανυπέρβλητο για όσους βρέθηκαν κυνηγημένοι από τη φωτιά και από τους Τούρκους στην ακτή μπροστά στο Αιγαίο, όριο για να μετρηθεί το μίσος που χωρίζει τους λαούς, η παράλογη βία αλλά και η πίστη στον άνθρωπο.

Η «καταστροφή της Σμύρνης» φαίνεται να αποδίδει συνεκδοχικά το μέγεθος όλης της απώλειας. Στο ουτοπικό όραμα της Μεγάλης Ιδέας συμμετείχε και η Μικρά Ασία με την παράδοση της Κόκκινης Μηλιάς, θρυλικού τόπου στα βάθη της Ανατολής, όπου οι Έλληνες με τη βοήθεια του του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, θα έστελναν κυνηγημένους τους Τούρκους, απελευθερώνοντας όλα τα ελληνικά εδάφη.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis «Ένα τέλος, μια αρχή: Ιστορία του νέου ελληνισμού, 11ος-18ος αιώνας» με διδάσκουσα τη Μαρία Ευθυμίου.
Σύνδεσμος: https://mathesis.cup.gr/assets/courseware/v1/ce418f33ad08a63efb32595f8b365713/c4x/History/Hist1.1/asset/Hist_1_1_week_1_to_7.pdf

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Η απόσταση του φιλοσόφου από το πλήθος και την παράδοση

Στο τέλος του 6ου αιώνα στις αρχές του 5ου, υπάρχει ο τρόπος εκφοράς της φιλοσοφίας, ότι βαθμιαία περνάει από την προφορικότητα στη γραφή και υπάρχουν αρκετές ενδείξεις πια, ότι κάποιοι φιλόσοφοι επικοινωνούν μεταξύ τους, όχι με άμεση προσωπική επαφή, αλλά ότι τα κείμενα, τα γραπτά κείμενα του ενός διαβάζονται από κάποιον άλλον και έτσι δημιουργείται αυτή η συνέχεια και ο διάλογος, που είναι ουσιαστικό χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία είναι κυρίως συνέχεια, ο ένας φιλόσοφος χτίζει επάνω στο υλικό που  του προσφέρει ο προηγούμενος, παρά προτείνει κάτι εντελώς καινούργιο· κάποιες τομές, βέβαια, υπάρχουν και αυτές θα προσπαθήσουμε να τις επισημάνουμε, αλλά νομίζω ότι το βασικό χαρακτηριστικό είναι η συνέχεια.

Ο Ηράκλειτος και Παρμενίδης, συνήθως, ως άκρα αντίθετα, η επιγραμματική περιγραφή τους είναι ότι ο ένας είναι “φιλόσοφος της διαρκούς ροής, της μεταβολής”, φτάνει στο εντελώς άλλο άκρο, είναι ο “φιλόσοφος της απόλυτης ακινησίας”. Συνήθως όμως παραλείπονται αρκετά κοινά στοιχεία που υπάρχουν ανάμεσα στους δύο, και το πιο εμφανές, το πρώτο, είναι ότι είναι βασικά σύγχρονοι. Η τοποθέτησή τους θα ήταν ακριβώς στην αρχή του 5ου αιώνα, λειτουργούνε σε διαφορετικό μέρος του κόσμου, στην Έφεσο της Ιωνίας ο Ηράκλειτος, στην Ελέα της νότιας Ιταλίας ο Παρμενίδης· άρα το πιο πιθανό: δεν έχουν έρθει ποτέ σε επαφή άμεση μεταξύ τους, αλλά εφόσον γράφουν την ίδια εποχή και έχουν ως προηγούμενα, δηλαδή την ιωνική παράδοση αφενός και την πυθαγόρεια αφετέρου, λογικό είναι να έχουν επηρεαστεί από αυτά που προηγήθηκαν.

Το κοινό χαρακτηριστικό τους νομίζω ότι είναι μια απόσταση απέναντι στο πλήθος· και ο ένας και ο  άλλος μιλάνε με έναν λόγο δογματικό, μια μορφή αποκάλυψης της αλήθειας, η οποία για να γίνει κατανοητή προϋποθέτει την απαλλαγή των ανθρώπων από τις προκαταλήψεις τους. Στον Ηράκλειτο θα γίνει ευθεία επίθεση κατά της παράδοσης, ενώ στον Παρμενίδη, που είναι πιο αφαιρετικός, θα ‘ναι μια απόρριψη του δρόμου της εμπειρίας. Στον Παρμενίδη πρωτοεμφανίζεται η διάκριση αίσθησης και νόησης, που θα γίνει χαρακτηριστική στη μετέπειτα φιλοσοφία. Και οι δυο τοποθετούνται απέναντι στο πλήθος, δεν προσπαθούν να πάρουν μαζί τους τούς αναγνώστες ή τους ακροατές τους, αλλά να τους “αποθαρρύνουν” κατά κάποιο τρόπο. Να λειτουργήσουν οι ίδιοι οι ακροατές και οι αναγνώστες με έναν τρόπο καθαρτικό, να απαλλαγούν, να κάνουν προσπάθεια δηλαδή να απαλλαγούν από βεβαιώσεις, πεποιθήσεις του κοινού νου, αντιλήψεις που κυκλοφορούν την εποχή τους, έτσι ώστε να προετοιμαστούν για να συλλάβουν έναν δύσκολο λόγο· και ο ένας και ο άλλος από αυτούς τους φιλοσόφους δεν έχουν καμία σχέση.

Η προσπάθεια ερμηνείας και του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη είναι μια δύσκολη δουλειά ακόμα και για τον σημερινό αναγνώστη· έχουμε δηλαδή δύο περιπτώσεις φιλοσόφων της προσωκρατικής εποχής που ακόμα στέκονται στα πόδια τους· μάλιστα, ο Ηράκλειτος είναι ο προσωκρατικός φιλόσοφος που διαβάζεται περισσότερο από όλους, ακόμα και σήμερα. Ο Παρμενίδης είναι αυτός που καθόρισε όλη την πορεία της μετέπειτα φιλοσοφίας.

Είναι αρκετά διαφορετικοί στον τρόπο γραφής τους: ο Ηράκλειτος καθιερώνει ένα είδος λόγου αφοριστικού, υπαινικτικού, πεζού λόγου, αλλά ο οποίος διακόπτεται σε σύντομες ρήσεις. Τι πρότυπο θα είχε ο Ηράκλειτος στο μυαλό του όταν έγραφε με αυτόν τον τρόπο ή δίδασκε με αυτό τον τρόπο; Το πιο κοινό, το πιο συγγενές είδος τέτοιου λόγου είναι οι χρησμοί του μαντείου των Δελφών. Είναι δηλαδή ένας χρησμικός λόγος, ο οποίος είναι πάντα υπαινικτικός. Δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί τι θέλει να πει ο Ηράκλειτος, πολλές φορές άλλα λέει και σε άλλα πάει, γι’ αυτό άλλωστε και στην αρχαιότητα, ήδη από την αρχαιότητα, το προσωνύμιο του Ηράκλειτου το πιο διαδεδομένο είναι “ο σκοτεινός φιλόσοφος”.

Ο Παρμενίδης, από την άλλη μεριά, υιοθετεί τον κλασικό δρόμο μετάδοσης της αλήθειας, από τα αρχαϊκά χρόνια, δηλαδή την ποίηση και μάλιστα γράφει ένα ποίημα σε δακτυλικό εξάμετρο, δηλαδή με τον ομηρικό τρόπο. Εκεί τα πράγματα γίνονται δύσκολα: πώς η αφηρημένη σκέψη του Παρμενίδη μπορεί να ενσωματωθεί σε έναν έμμετρο τρόπο έκφρασης, ο οποίος λίγο- πολύ αναγκαστικά υιοθετεί την ποιητική παράδοση, την ομηρική παράδοση;

Στις αρχές του 5ου αιώνα, ο φιλόσοφος, δηλαδή, όπως και αν ο ίδιος αισθάνεται τον εαυτό του, είναι ελεύθερος να επιλέξει τον τρόπο έκφρασης των θεωριών του. Άλλοι θα υιοθετήσουν την ποίηση, ζητώντας να πάρουν κατά κάποιον τρόπο τη θέση των ποιητών, που ήταν οι βασικοί φορείς της αλήθειας, άλλοι θα πάνε  προς τον πεζό λόγο, που λογικά αναπτύσσεται, καθώς η Ελλάδα, ο ελλαδικός χώρος, περνάει σε νέες φάσεις οργάνωσης, άλλοι δεν θα γράψουν τίποτα, όπως είδαμε τον Πυθαγόρα και θα δούμε τον Σωκράτη σε λίγο και άλλοι θα επιλέξουν, όπως ο Ηράκλειτος, ένα είδος το οποίο ούτε ποίηση είναι ούτε πεζός λόγος ακριβώς είναι, είναι κάτι ενδιάμεσο. Αυτή η διάσταση θα διαρκέσει όλο τον 5ο αιώνα, και τον 4ο, αν σκεφτεί κανείς ότι, ξαφνικά, ο Πλάτων ή οι Πλατωνικοί ή όλοι οι μαθητές του Σωκράτη, επιβάλλουν ως όχημα της φιλοσοφίας τον φιλοσοφικό διάλογο, που είναι μια “μορφή θεάτρου”, κατά κάποιον τρόπο, ο οποίος δεν υπάρχει στην προηγούμενη παράδοση· και αυτό είναι μια καινοτομία.

Παρά τη διαφορετική ιδιοσυγκρασία —προφανώς είναι διαφορετική η ιδιοσυγκρασία του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη— υπάρχουν είπαμε κοινά. Το κοινό το βασικό είναι αυτό το σοκ που επιβάλλουν με τα γραπτά τους απέναντι στον μέσο άνθρωπο. Ο Ηράκλειτος στον, δυνάμει, αναγνώστη του θέλει να “καθαρίσει λίγο το έδαφος” από τις διαδεδομένες πεποιθήσεις, για παράδειγμα το απόσπασμα 5 του Ηρακλείτου κάνει μια επίθεση, ευθεία επίθεση, στη θρησκευτική πρακτική των συγκαιρινών του, στις τελετουργίες τους και λέει ο Ηράκλειτος: «Θέλουν να καθαρθούν και μολύνονται με άλλο αίμα», στη θυσία δηλαδή, «και μπροστά σ’ αυτά τα αγάλματα προσεύχονται, όπως θα φλυαρούσε κανείς στο σπίτι του χωρίς να ξέρει τι είναι οι θεοί και τι οι ήρωες» ή στο απόσπασμα 1: «Οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι κάνουν όταν είναι ξύπνιοι, όπως ξεχνούν όσα έκαναν κοιμισμένοι». Απόσπασμα 17: «Οι πολλοί δεν βασανίζουν το μυαλό τους με αυτά που τους συντυχαίνουν ούτε κι αν τα μάθουν τα καταλαβαίνουν, αλλά νομίζει ο καθένας ότι κάτι ξέρει». Σε άλλο ύφος, αλλά με τον ίδιο τρόπο ο Παρμενίδης, το απόσπασμα 6: «Γιατί σε κρατώ μακριά από εκείνον τον δρόμο, όπου οι θνητοί αδαείς περιφέρονται, δικέφαλοι· γιατί η αδυναμία μες στο στήθος τους κατευθύνει τον περιπλανώμενο νου· κι αυτοί παρασύρονται, κουφοί, αλλά και τυφλοί, έκθαμβοι, ορδές χωρίς κρίση».

Επομένως: “η παράδοση δεν έχει να μας μάθει τίποτα, απ’ τη μια μεριά” (Ηράκλειτος) “ούτε η εμπειρία έχει να μας μάθει τίποτα” (Παρμενίδης), αλλά “ούτε ο κοινός νους γενικά έχει να μας μάθει”. Η φιλοσοφία είναι ανατροπή του κοινού νου, είναι βάθεμα πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων και με αυτή την έννοια, ως εδώ οι δύο ακολουθούν παράλληλους δρόμους. Ο Ηράκλειτος μάλιστα δεν θα διστάσει να ‘ναι πάρα πολύ σκωπτικός για διάσημες μορφές της αρχαϊκής Ελλάδας· λέει για παράδειγμα για τον Πυθαγόρα: «H πολυμάθεια δεν φωτίζει τον νου· αλλιώς θα είχε διδάξει όχι μόνο τον Πυθαγόρα αλλά και τον Ησίοδο, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο». Ησίοδος, Ξενοφάνης, Εκαταίος, Πυθαγόρας, θα ‘λεγε κανείς ότι είναι περίπου, τα χρυσά ονόματα της αρχαϊκής Ελλάδας, αλλά θα πιάσει και τον Όμηρο ακόμα: «Τον Όμηρο», λέει ο Ηράκλειτος στο απόσπασμα 42, «θα άξιζε να τον διώχνουν από τους αγώνες και να τον χτυπούν, και τον Aρχίλοχο το ίδιο». Αυτό αγγίζει τα όρια της ύβρεως για την αρχαιοελληνική αντίληψη· και επανέρχεται στον Πυθαγόρα: «Ο Πυθαγόρας», λέει στο απόσπασμα 81, «είναι αρχηγός των αγυρτών». Άρα, τέτοιες κρίσεις δεν υπάρχουν στον Παρμενίδη, αλλά αυτό οφείλεται, όχι στο ότι  είχε σε μια εκτίμηση την παλιότερη παράδοση, αλλά περισσότερο στο ότι κρατιέται σε μια μορφή αφαίρεσης, που δεν του επιτρέπει να κάνει συγκεκριμένες νύξεις.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis  «Η ακμή της προσωκρατικής φιλοσοφίας» με διδάσκοντα τον Βασίλη Κάλφα. Σύνδεσμος:  https://mathesis.cup.gr/assets/courseware/v1/f0aee08572340635e6c7d05c3c0a3881/c4x/Philosophy/PHL1/asset/GRPHL_W3.pdf

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Ο ρόλος του Αριστοτέλη

Σημαντικός είναι ο ρόλος του Αριστοτέλη σ’ αυτήν την περιοδολόγηση της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας. Και δεν είναι μόνο στο ότι προσδιόρισε το πότε αρχίζει η φιλοσοφία —με τον Θαλή, στη Μίλητο των αρχών του 6ου αιώνα— αλλά καθόρισε και τις βασικές τομές στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Είναι ο πρώτος, δηλαδή, που έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον ρόλο του Παρμενίδη, και θεώρησε πολύ μεγάλη τομή τη στροφή του Σωκράτη στα τέλη   του 5ου αιώνα, όταν η φιλοσοφία «φεύγει απ’ τη φύση» και κατά τη ρήση του Κικέρωνα «προσγειώνεται στον κόσμο των ανθρώπων». Δηλαδή κυρίαρχο φαινόμενο πια απ’ το τέλος του 5ου αιώνα και μετά, κυρίαρχο φιλοσοφικό αντικείμενο, είναι η ανθρώπινη κατάσταση, η πολιτική κατάσταση, η συνύπαρξη δηλαδή των ανθρώπων, και η ηθική κατάσταση του ανθρώπου, δηλαδή το πώς δεσμεύει και οριοθετεί τα συναισθήματα και τις βλέψεις του. Άρα, και μόνο αυτό να έχει πει ο Αριστοτέλης θα είχε έναν πολύ σοβαρό και συστατικό ρόλο στην καθιέρωση της ιστορίας της φιλοσοφίας.

Ο Αριστοτέλης είναι “ο πρώτος ιστορικός της φιλοσοφίας” κι αυτό είναι αλήθεια. Γράφει στα μέσα προς το τέλος του 4ου αιώνα —δηλαδή από τον Θαλή, τον χωρίζουν περίπου δυόμισι αιώνες— δεν έχει κείμενα στα χέρια του των πρώιμων φιλοσόφων, άρα κάνει μια κατασκευή. Οι κατασκευές όμως φαίνεται ότι χρειάζονται στην ιστορία γενικά, όχι μόνο της φιλοσοφίας αλλά γενικά στην ιστορία· αναγκαστικά οι περίοδοι ή οι τομές είναι κάποιου είδους “συμβάσεις” των μεταγενεστέρων. Έτσι ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που συνειδητοποιεί την ανάγκη —που είναι αυτονόητη πλέον, αλλά στην αρχαιότητα δεν είναι, ο Πλάτωνας δεν το κάνει ποτέ εποχή του Αριστοτέλη ή του Πλάτωνα. Αυτό ήταν άγνωστο ως εκείνη την εποχή.

Η ιστοριογραφία της πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας δεν έχει πολύ προηγηθεί του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα· ο Θουκυδίδης είναι περίπου σύγχρονος του Πλάτωνα, άντε να ‘ναι λίγο μεγαλύτερος, και ο Ηρόδοτος γράφει γύρω στο 420-430. Αυτή η τάση, που ξεκίνησε ίσως απ’ τους ιστορικούς της αρχαίας Ελλάδας, δηλαδή τον Θουκυδίδη και τον Ηρόδοτο, με τον Αριστοτέλη γίνεται και μία μορφή ενασχόλησης με το παρελθόν της φιλοσοφίας. Είναι δηλαδή ο πρώτος ο οποίος σκέφτεται πότε ξεκίνησε η φιλοσοφία, από πού ξεκίνησε και πώς εξελίχθηκε.

Η τάση του Αριστοτέλη —και συνήθως λέγεται ότι είναι “κακός ιστορικός της φιλοσοφίας” ο Αριστοτέλης— είναι να δείξει ότι όλα οδηγούνε προς αυτόν, δηλαδή κάνει μια ιστορία, τελεολογική, δηλαδή, η τάση του είναι να πει “πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα” που, στην ουσία, είναι κι αυτός ένας πλατωνικός ή όταν γράφει κάποια τέτοια ιστορικά κείμενα θεωρεί τον εαυτό του πλατωνικό.

Αλλά αυτό που μας έδωσε, κι αυτό έχει σημασία, στην ουσία, καθόρισε τον τρόπο που βλέπουμε το  παρελθόν της φιλοσοφίας. Αυτό που λέει ο Αριστοτέλης: ότι η φιλοσοφία ξεκινάει όταν κάποιοι φιλόσοφοι, οι πρώτοι φιλοσοφούντες, αποφάσισαν ότι αυτό που καθορίζει την πραγματικότητα είναι κάποιες “αρχές των όντων”. Η λέξη αρχή είναι αριστοτελική. Είναι προφανές ότι ο Θαλής δεν μίλησε για “αρχές” ούτε ο Αναξίμανδρος ούτε ο Αναξιμένης. Αυτό όμως που θέλει να πει, κι αυτό ίσως ισχύει, είναι ότι προσδιόρισαν μία υλική οντότητα: το νερό ο Θαλής, το άπειρο στον Αναξίμανδρο ή ο αέρας του Αναξιμένη, την οποία θεώρησαν ως πρωταρχική: από εκεί ξεκινάνε τα πάντα κι εκεί καταλήγουν στο τέλος πεθαίνοντας.

Άρα, αυτή η “αρχή” είναι αιώνια, δεν έχει γεννηθεί, δεν θα πεθάνει, και “εξαργυρώνει” κατά κάποιο τρόπο τα πάντα. Δηλαδή, όλα είναι νερό, όλα είναι άπειρο, όλα είναι αέρας. Αν ειπώθηκαν αυτά τα πράγματα, με τον τρόπο που το λέει ο Αριστοτέλης, τότε, όντως κάτι πάρα πολύ σημαντικό γεννιέται. Στο χάος, τη χαώδη εμπειρία, η οποία είναι χαώδης είτε αφορά την ανεξέλεγκτη φύση, τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης, είτε έχει να κάνει με τον άνθρωπο, το ανεξέλεγκτο χάος των συναισθημάτων, ή την κοινωνία των ανθρώπων η οποία είναι  κι αυτή μη ελεγχόμενη και συγκρουσιακή, σ’ όλο αυτό το χάος αυτό που έχει σημασία “δεν είναι αυτό που συλλαμβάνω με την εμπειρία μου”, αλλά κάτι το οποίο είναι “γέννημα του νου μου”, κατά κάποιο τρόπο, “κι αυτό έχει μια υλική μορφή”, αυτό θέλει μια τεράστια τόλμη σκέψης.

Αν γίνανε έτσι τα πράγματα, τότε πραγματικά εκεί υπάρχει μια τομή. Οι Μιλήσιοι, δηλαδή ,  οι τρεις αυτοί στοχαστές ως ολότητα, στις αρχές του 6ου αιώνα στη Μίλητο καθιερώνουν έναν νέον τρόπο ερμηνείας της  πραγματικότητας. Είτε ονομαστεί ως “φιλοσοφία” είτε όχι, αν είχαν συνειδητοποιήσει την καινοτομία τους, κάτι σημαντικό συνέβη στην ιστορία της σκέψης.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis «Αρχαία ελληνική Φιλοσοφία: Από τον Θαλή στον Αριστοτέλη» με διδάσκοντα τον Βασίλη Κάλφα.
Σύνδεσμος: https://mathesis.cup.gr/courses/course-v1:Philosophy+PHL1+22C/about

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Αλλεπάλληλες Σταυροφορίες

Αυτή η σκέψη για τη Σταυροφορία, για την ανακατάληψη των Αγίων Τόπων, δεν ήρθε στο μυαλό του Ουρβανού, αλλά διότι ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Αλέξιος ο Κομνηνός ζει την καυτή ανάσα των Τούρκων και την επέκταση των Σελτζούκων.

Οι Σελτζούκοι Τούρκοι ήταν πολύ σκληροί πολεμιστές, πολύ αποτελεσματικοί πολεμιστές και το απέδειξαν σε διάφορες μάχες που έδωσαν και με Πέρσες, τους οποίους και κατανίκησαν, τους Βυζαντινούς που κατανίκησαν. Επομένως ο Αλέξιος ο Κομνηνός είχε δίκιο να ανησυχεί για τις εξελίξεις και εκείνος είναι που ζήτησε επίσης από τον Πάπα, παρότι το σχίσμα είχε γίνει και το σχίσμα αυτό εμπεριείχε πάρα πολύ οργή, ένθεν και ένθεν, και μίσος και εκτοξεύτηκαν βαρύτατες κατηγορίες και από τις δύο πλευρές. Παρ’ όλα αυτά, ο Αλέξιος ζητά τη βοήθεια της δυτικής πλευράς για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο των Σελτζούκων και να απελευθερώσει την Αντιόχεια —διότι κατελήφθη και η σπουδαιότατη πόλη της Αντιοχείας, στην οποία υπήρχε και Πατριαρχείο— και έτσι ο Ουρβανός, σταθμίζοντας όλους αυτούς τους παράγοντες, αποφάσισε να ξεκινήσει αυτό το μεγάλο εγχείρημα, που ονομάζεται Σταυροφορίες.

Οι Σταυροφορίες θα διαρκέσουν αιώνες. Η Α΄ Σταυροφορία ξεκινά στην πραγματικότητα το 1096 μ.Χ. (η προετοιμασία της), ο Πάπας απευθύνεται σε όλους τους ηγεμόνες της Ευρώπης. Η Ευρώπη ακόμη είναι κατασπασμένη, είναι σε φεουδαρχικό σύστημα, υπάρχουν πολλές περιοχές με μικρούς ηγεμόνες, αλλού έχουν δημιουργηθεί κάποια μεγαλύτερα κράτη· φυσικά, υπάρχει και το κράτος το γερμανικό της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που είναι μεγάλο. Και όλους αυτούς προσπαθεί να τους προσεγγίσει, να τους εμπνεύσει, ο Πάπας και πράγματι υπάρχει ανταπόκριση.

Η Α΄ Σταυροφορία συνοδεύτηκε από πολλή βία εναντίον των Εβραίων, ιδιαίτερα στις γερμανικές χώρες. Σε αυτή τη Σταυροφορία συμμετείχαν ηγεμόνες με τους στρατούς τους, με τους ιππότες τους, με τους ενόπλους τους και χωρικοί και καθημερινοί άνθρωποι, οι οποίοι θεώρησαν καθήκον τους να κινηθούν και αυτοί προς τα ανατολικά για να σώσουν τους Αγίους Τόπους από τους απίστους. Περιγράφεται, μάλιστα, [ότι] η Α΄ Σταυροφορία κινήθηκε πεζή. Από τη Γερμανία, από την Αγγλία, από τη Γαλλία, από όλες τις περιοχές κινήθηκαν, συνέκλιναν, δημιουργήθηκε ένα στράτευμα, το οποίο τελικά κινούνταν αργά, βασανιστικά, γιατί πεζοί κινούνταν. Πολλοί από τους μετακινουμένους ήτανε καθημερινοί άνθρωποι με τις οικογένειές τους, σέρνανε μαζί προβατάκια, γουρουνάκια για να τρώνε στον δρόμο.

Πέρασαν μέσα από τα βυζαντινά εδάφη, οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες προσπάθησαν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα να τους διεκπεραιώσουν, για να πάνε προς τα ανατολικότερα και εκεί χτύπησαν την Αντιόχεια. Πράγματι συγκρούστηκαν με τους Τούρκους και στη συνέχεια αυτή η στρατιά, η οποία εμπεριείχε και αμάχους, χτύπησε και τα Ιεροσόλυμα. Η Α΄ Σταυροφορία θυμίζω ότι ήταν επιτυχής. Τα Ιεροσόλυμα κατέκτησαν με μεγάλη δυσκολία.

Περίπου εκατό χρόνια μετά από την κατάκτησή τους από τους χριστιανούς (ογδόντα χρόνια περίπου μετά) θα ανακαταληφθούν τα Ιεροσόλυμα από τους μουσουλμάνους, από τον Σαλάχ ε Ντιν, ο οποίος ήτανε Κούρδος στην καταγωγή —είναι ένας από τους μεγάλους ήρωες του Ισλάμ ο Σαλάχ ε Ντιν—, ο οποίος κατενίκησε τους Σταυροφόρους, τους εξεδίωξε από τα Ιεροσόλυμα. Έτσι, το εγχείρημα των Σταυροφοριών δεν είχε διάρκεια, παρά μόνο η Α΄ Σταυροφορία, η οποία για κάποιες δεκαετίες είχε αποτέλεσμα.

Ωστόσο, και μετά την Α΄ Σταυροφορία, υπήρξε διαρκές μήνυμα των Παπών να συνεχιστούν οι Σταυροφορίες. Έγινε και Β΄ Σταυροφορία και Γ΄ Σταυροφορία και Δ΄ Σταυροφορία και Ε΄ Σταυροφορία. Μάλιστα, η Δ΄ Σταυροφορία έγινε γύρω στο 1200 μ.Χ. πια— έπαιξε ρόλο πολύ και για τα γεγονότα της ανατολικής Μεσογείου, διότι στην Δ΄ Σταυροφορία πια η δυτική πλευρά ήταν ισχυρή σε τέτοιο βαθμό, ώστε κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη και ένα μεγάλο τμήμα του βυζαντινού κράτους κατελήφθη από τους Σταυροφόρους. Το Βυζάντιο κατεκτήθη από το 1204-1261 μ.Χ., αλλά στα χέρια των Δυτικών —Σταυροφόρων και μη— παρέμειναν μεγάλα τμήματα του Βυζαντίου.

Τα Ιεροσόλυμα είναι ιερή πόλη για τρεις θρησκείες: είναι η ιερή πόλη των χριστιανών, είναι η ιερή πόλη για τους χριστιανούς και τρίτον είναι η τρίτη πιο ιερή πόλη —μετά τη Μέκκα και τη Μεδίνα— για τους  μουσουλμάνους. Επομένως, για αυτήν την ιερή πόλη μάχονται όλοι και τη διεκδικούν, και οι χριστιανοί Σταυροφόροι θα συγκρουστούν με Άραβες, με Σελτζούκους (γενικά μουσουλμάνους), σκληροτράχηλους πολεμιστές — θα βρουν μεγάλες δυσκολίες στο έργο τους, δεν θα τα καταφέρουν τελικά να πάρουν, την ιερή γη.

Η επέλαση των Σταυροφόρων συνοδεύτηκε από τρομακτικές βιαιότητες και αγριότητες εναντίον των μουσουλμανικών πληθυσμών. Έκτοτε χωρίζει τις δύο αυτές ομάδες, δηλαδή το Ισλάμ και τους χριστιανούς, μεγάλο μίσος. Οι μουσουλμάνοι σήμερα διδάσκονται στα σχολεία τους με λεπτομέρειες φοβερές τις αγριότητες των Σταυροφόρων. Εδώ είναι μία αποτύπωση πολιορκίας μουσουλμανικής πόλης από τους Σταυροφόρους, οι οποίοι πετούν με καταπέλτη κομμένα κεφάλια μουσουλμάνων, στους έγκλειστους μουσουλμάνους, για να τους αναγκάσουν να παραδοθούν. Αυτά που βλέπετε είναι κεφάλια που εκτινάσσονται από τον καταπέλτη.

Μία περιγραφή από αραβική πλευρά, από μουσουλμανική πλευρά, για τις σφαγές που έκανε ο Ριχάρδος Α’ με την κατάληψη της Άκρας το 1191 μ.Χ. είναι η εξής: “Τότε, ο βασιλιάς της Αγγλίας, βλέποντας τη στάση του σουλτάνου, έδρασε με δολιότητα ως προς τους μωαμεθανούς αιχμαλώτους. Όταν του είχαν παραδώσει την πόλη της  Άκρας, είχε δεσμευτεί να τους χαρίσει τη ζωή, προσθέτοντας ότι, αν ο σουλτάνος τηρούσε τη συμφωνία, θα τους έδινε την ελευθερία τους. Το απόγευμα της Τρίτης 27 Ρεγκέμπ (που είναι 20 Αυγούστου) βγήκε έφιππος με ολόκληρο τον χριστιανικό στρατό. Διέταξε να φέρουν μπροστά του όλους τους μωαμεθανούς αιχμαλώτους, που ο Θεός (ο Αλλάχ) είχε ορίσει να μαρτυρήσουν εκείνη την ημέρα. Αριθμούσαν πάνω από τρεις χιλιάδες και ήταν όλοι δεμένοι με σχοινιά. Τότε οι χριστιανοί χίμηξαν όλοι με μιας πάνω τους και τους έσφαξαν εν ψυχρώ με σπαθιά και δόρατα. Οι μωαμεθανοί, βλέποντας τι έκαναν οι χριστιανοί στους αιχμαλώτους, όρμησαν εναντίον τους και πολλοί και από τις δυο πλευρές σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν στη μάχη που κράτησε μέχρι το σούρουπο. Το επόμενο πρωί οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν σε κείνο το σημείο και βρήκαν τους μωαμεθανούς σωριασμένους στο έδαφος, μάρτυρες της πίστης. Μάλιστα, αναγνώρισαν και μερικούς από τους νεκρούς και το θέαμα ήταν πολύ οδυνηρό γι’ αυτούς.”

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis «Παγκόσμια Ιστορία 2: Ο άνθρωπος απέναντι στο Θείο» με διδάσκουσα τη Μαρία Ευθυμίου.
Σύνδεσμος: https://mathesis.cup.gr/courses/course-v1:History+Hist3.2+21D/about

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Είναι ο Θαλής ο πρώτος φιλόσοφος;

Ο Θαλής αποτελεί μια κεντρική μορφή στην εξέλιξη της δυτικής φιλοσοφίας. Παρόλο που δεν είναι απόλυτα σαφές εάν ήταν πράγματι ο πρώτος φιλόσοφος, η σημασία του Θαλή ως πρωτοπόρου στην αναζήτηση της γνώσης με βάση φυσικές αιτίες είναι αναμφισβήτητη.

Ο Θαλής αποτέλεσε μια πρωτοποριακή φυσικοφιλοσοφική φιγούρα, ερευνώντας τη φύση και τον κόσμο με βάση τη λογική και την παρατήρηση, αντί για τις μυθολογικές εξηγήσεις που κυριαρχούσαν την εποχή του. Η προσέγγισή του σηματοδοτεί τη γέννηση της φυσικής φιλοσοφίας και το ξεκίνημα μιας νέας εποχής στη σκέψη.

Μέσω των ερευνών του, ο Θαλής ανέδειξε τη σημασία της εξής αρχής: η φύση μπορεί να εξηγηθεί με φυσικές αιτίες. Αυτή η αρχή είναι θεμελιώδης για τη σύγχρονη επιστήμη και φιλοσοφία και ανοίγει το δρόμο για την περαιτέρω εξέλιξη της γνώσης και της κατανόησης του κόσμου.

Παρόλο που ο Θαλής δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα ως ο πρώτος φιλόσοφος, η προσφορά του στην εξέλιξη της φιλοσοφίας είναι εξαιρετικά σημαντική. Η προσπάθειά του να χρησιμοποιήσει τη λογική και την παρατήρηση για να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του άνοιξε νέους δρόμους στη σκέψη και επηρέασε βαθιά τη φιλοσοφική σκέψη.

Συνολικά, η σημασία του Θαλή ως πρώτου φιλοσόφου δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Η προσπάθειά του να εξηγήσει τη φύση με επιστημονική ακρίβεια άνοιξε το δρόμο για νέες επιστημονικές ανακαλύψεις και ενέπνευσε μια ολόκληρη γενιά φιλοσόφων να αναζητήσει την αλήθεια μέσω της λογικής και της παρατήρησης.

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Αριστοκρατία ή εντιμότητα;

Η πεποίθηση του Κομφούκιου είναι ότι γενναίος είναι αυτός που αντιτίθεται σε οτιδήποτε βλάπτει την κοινωνία, που αντιδρά στη διαφθορά, χάνοντας και τη ζωή του ακόμα· και σε καλεί σε εξέγερση. Το δεύτερο επαναστατικό σημείο της σκέψης του Κομφούκιου είναι ότι διαγράφει τελείως την έννοια της αριστοκρατικής καταγωγής· δεν είναι εναντίον των αριστοκρατών, δεν είναι εναντίον των ευγενών, αλλά θεωρεί ότι ό,τι ισχύει για όλους ισχύει και για τους αριστοκράτες. Ένας αριστοκράτης είναι άνθρωπος αξίας επειδή είναι σεμνός, είναι ταπεινός, είναι εργατικός, έχει αίσθηση καθήκοντος, είναι γενναίος. Ένας ελεεινός, ποταπός χαρακτήρας αριστοκράτη κάνει τον άνθρωπο αυτόν να είναι μηδαμινός. Το ίδιο ισχύει και για έναν άνθρωπο χαμηλότερης   βάσης.

Επομένως, ο Κομφούκιος θεωρεί ότι, σε κάθε σημείο της ζωής, εκείνος που πρέπει να υπηρετεί τους τροχούς της κοινωνίας —από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο— είναι ο έντιμος,  είναι ο εργατικός, ανεξαρτήτως καταγωγής. Ένας αυτοκράτορας μπορεί να είναι ένας άνθρωπος χαμηλότατης κοινωνικής θέσης, μπορεί να γίνει εξαιρετικός αυτοκράτορας επειδή θα έχει όλα τα προσόντα τα ηθικά, ενώ ένας άνθρωπος της αριστοκρατίας μπορεί να γίνει πάρα πολύ κακός αυτοκράτορας εάν δεν έχει την αρματωσιά την ηθική — όπως και μπορεί να γίνει πολύ καλός αυτοκράτορας, αν έχει την ηθική αρματωσιά.

Με την έννοια αυτή, η κινεζική κοινωνία, στα χρόνια που κύλησαν, είχε την τύχη να διοικείται σε μεγάλο βαθμό από ανθρώπους οι οποίοι προέρχονταν από χαμηλές τάξεις, ακριβώς διότι ο Κομφούκιος δεν έδινε σημασία στην κοινωνική προέλευση, αλλά στην κοινωνική δράση. Ο Κομφούκιος δεν ήταν παρά ένας φιλόσοφος, ένας κοινωνικός στοχαστής. Οι μαθητές του έγραψαν τα όσα είπε. Περίφημο είναι το βιβλίο του Κομφούκιου: “Η διδασκαλία της μέσης οδού, η μεγάλη μάθηση”.

“Ο ανώτερος άνθρωπος κάνει ό,τι είναι σωστό στην κατάσταση που βρίσκεται. Σε μια θέση πλούτου και τιμών κάνει ό,τι είναι σωστό για μια θέση πλούτου και τιμών. Σε μια φτωχή  και ταπεινή θέση κάνει ό,τι είναι σωστό για μια φτωχή και ταπεινή θέση. Ο ανώτερος άνθρωπος μπορεί και βρίσκει τον εαυτό του σε μια κατάσταση στην οποία δεν είναι ο εαυτός του”. Είναι αυτά που σας είπα πριν σε σχέση με τον ρόλο. “Σε μια υψηλή θέση δεν συμπεριφέρεται με περιφρόνηση στους κατωτέρους του. Σε μια ταπεινή θέση δεν επιδιώκει την εύνοια των ανωτέρων του”. Έχει αξιοπρέπεια και περηφάνια. “Διορθώνει τον εαυτό του και δεν ζητάει τίποτε από τους άλλους κι έτσι δεν έχει απογοητεύσεις. Δεν μεμψιμοιρεί ούτε παραπονιέται”. Ο Κομφούκιος τον παραπονιάρη, τον γκρινιάρη άνθρωπο τον θεωρεί χαμένη προσωπικότητα, τελείως… είναι ένας γελοίος άνθρωπος, ο οποίος έχει την απόλυτη δειλία να θεωρεί ότι ο άλλος φταίει κι εκείνος δεν φταίει. Αυτού του τύπου τους ανθρώπους τους διαγράφει τελείως. “Γι’ αυτό ο ανώτερος άνθρωπος είναι ήσυχος κι ατάραχος, ενώ ο μικροπρεπής προχωρεί σε επικίνδυνα μονοπάτια. Ο Δάσκαλος”, με δέλτα κεφαλαίο, “είπε: η τοξοβολία μοιάζει με τον τρόπο του ανωτέρου ανθρώπου. Όταν ο τοξότης δεν πετύχει το κέντρο του στόχου, γυρίζει και ψάχνει την αιτία της αποτυχίας στον εαυτό του”. Εσύ έχεις την ευθύνη των πράξεών σου, λέει ο Κομφούκιος, επομένως πάψε να λες ότι κάποιος άλλος φταίει, μη βρίσκεις αυτή τη δικαιολογία· αυτή είναι μία στάση ενός γελοίου, ενός δειλού, ενός ανύπαρκτου ανθρώπου.

Τώρα, ο Κομφούκιος είχε και άλλες πλευρές στη σύλληψή του για την κοινωνία. Πίστευε ότι οι νόμοι στην κοινωνία πρέπει να ‘ναι καθαροί — λίγοι και καθαροί. Λίγοι — είναι σημαντικό αυτό που σας λέω! Όπως και οι φόροι να είναι ξεκάθαροι. Κι επίσης —σε σχέση με τους νόμους πιστεύει ότι— πρέπει να υπάρχουν νόμοι, να είναι λίγοι, επιλεγμένοι, που να χτυπούν στα καίρια σημεία, και να τηρούνται. Να τηρούνται! Που σημαίνει, τι; Να επιβάλλονται ποινές οπωσδήποτε σε αυτόν που παραβαίνει τους νόμους της κοινωνίας. Οι ποινές να μην είναι εξοντωτικές, αλλά να είναι ποινές! Και να τηρούνται. Πιστεύει ο Κομφούκιος ότι αν δεν τηρούνται οι νόμοι και οι κανόνες, που αυτό σημαίνει ότι δεν τιμωρούνται οι παραβαίνοντες τους νόμους και τους κανόνες, τότε οι κοινωνίες καταρρέουν, μπαίνουν μέσα σε βαθιά διαφθορά.

Κι ο Κομφούκιος λέει όταν η κοινωνία πέφτει σε βαθιά διαφθορά τότε είναι πάρα πολύ δύσκολο να την αναστρέψεις, γιατί μπαίνει σε πορεία διαφθοράς και βλάπτει τις γενιές που έρχονται. Η διεφθαρμένη γενιά που υπηρετεί τη διαφθορά, στην ουσία συντρίβει τις γενιές που έρχονται. Κι εξ αυτού θεωρεί ότι είναι ό,τι φοβερότερο μπορεί να συμβεί. Επίσης ο Κομφούκιος θεωρεί ότι υπερέχει η πολιτική εξουσία σε όλα κι επομένως ο στρατός πρέπει να είναι κάτω από την πολιτική εξουσία και με κανέναν τρόπο να μην είναι εκείνος ο οποίος δίνει το στίγμα στην κοινωνία.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis «Παγκόσμια ιστορία: ο άνθρωπος απέναντι στο θείο» με διδάσκουσα τη Μαρία Ευθυμίου.
Σύνδεσμος: https://mathesis.cup.gr/assets/courseware/65f72d2528e1f3ff6c85ca58b88ea4a8/asset-v1:History+Hist3.2+2017_T2+type@asset+block/WH2_Week2.pdf

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Άγγλοι και Γάλλοι συγκρούονται για τη Βόρεια Αμερική

Η Αγγλία πλέον γίνεται πολύ σοβαρή στον 17ο αιώνα, για τη μετακίνηση ατόμων της, την αποίκηση δηλαδή των παραλίων των ανατολικών ακτών —φυσικό είναι να [αποικιστούν] οι ανατολικές ακτές— της Βόρειας Αμερικής, διότι είναι η Ευρώπη και αυτές [τις ανατολικές ακτές] θα εξερευνήσουν πρώτα.

Το ταξίδι του Καρτιέ (Cartier), ο οποίος μπήκε μέσα στο Σεν Λόρενς (Saint Lawrence) και εξερεύνησε την περιοχή εδώ του Νιού Φάουντλαντ (Newfoundland), και στη συνέχεια είναι —πάλι για τη Γαλλία— ο Βεραζάνο (Verrazzano), ο οποίος κι αυτός εξερεύνησε σημεία. Αλλά οι Γάλλοι μπήκαν μέσα από τα ποτάμια. Είχαν δει τη Βόρεια Αμερική σαν χρήσιμη περιοχή για το γουνεμπόριο. Επειδή όταν βρέθηκαν [εκεί], βρέθηκαν στα βόρεια σημεία, είδαν ζώα με πολύ παχύ τρίχωμα και θεώρησαν ότι για το εμπόριό τους αυτό είναι το χρήσιμο.

Το παράξενο είναι ότι οι Άγγλοι εγκαταστάθηκαν στις ανατολικές ακτές ως γεωργοί, δηλαδή με τον στόχο να εγκατασταθούν και να αξιοποιήσουν τη γη και να γίνουν ντόπιοι. Αυτό έχει σημασία. Αφήστε δε ότι τα άτομα τα οποία μετακινούνταν από την Αγγλία προς τις ακτές ήταν απλοί άνθρωποι, λαϊκοί άνθρωποι, πολλοί απ’ αυτούς ήταν αγρότες που είχαν χάσει τη δουλειά τους, άρα ήξεραν να καλλιεργούν και βρήκαν κατάλληλο έδαφος για γεωργία. Βρήκαν και υπέροχα δάση (ξυλεία δηλαδή) αλλά και κατάλληλο έδαφος και άρχισαν να καλλιεργούν — όχι με ευκολία, γιατί έπρεπε να δούνε ποια προϊόντα, ποια φυτά [ευδοκιμούν]. Πήραν ιδέες από τους γεωργούς τους ντόπιους που υπήρχαν στα νοτιότερα (όπως είπαμε [νοτιότερα ήταν] ζώνη γεωργίας), μάθανε να καλλιεργούν καλαμπόκι και διάφορα άλλα τοπικά [φυτά], αλλά σιγά σιγά εναρμόνισαν προϊόντα και ήσαν προκομμένοι. Οι Άγγλοι ξεκίνησαν κατακτώντας ακτή ακτή και δημιουργώντας αποικίες. Η Βιρτζίνια (Virginia), η Μασαχουσέτη (Massachusetts) είναι περιοχές όπου οι Άγγλοι έδωσαν την παρουσία τους και πολλοί από αυτούς που εγκαθίσταντο ήταν προτεστάντες, καλβινιστές. Γι’ αυτό και οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής αυτό το έχουν κληρονομήσει. Διότι έρχονταν κι έρχονταν κι έρχονταν κι άλλοι κι άλλοι κι άλλοι παράξενοι. Παρατηρείται μία εγκατάσταση Άγγλων αποίκων στα παράλια της Βόρειας Αμερικής: με περίφραξη —ξύλινη περίφραξη— οχυρό, όλα από ξύλο γιατί βρήκαν πολλά δάση και δέντρα, στάνη για τα πρόβατά τους, στάβλο για τα βόδια τους (ζώα τα οποία δεν υπήρχαν εδώ), χοίροι (χοιροτροφεία).

Αυτή η πλευρά της εγκατάστασης των Άγγλων θα συνοδευτεί με μία άλλη πραγματικότητα. Οι Άγγλοι έρχονται ως γεωργοί και προχωρούν από τα ανατολικά, όλο και δυτικότερα, δηλαδή προχωρούν και εξερευνούν, προχωρούν και εξερευνούν κι έρχονται κι άλλες ομάδες και μπαίνουν εσωτερικότερα και εγκαθίστανται κι άλλες ομάδες που μπαίνουν εσωτερικότερα. Άλλες απ΄ αυτές που εγκαθίστανται ψάχνουν να δουν, αν υπάρχει τίποτα… Δεν ήξεραν τον χάρτη, δεν ήξεραν τι υπάρχει, πήγαιναν στα τυφλά, κινούνταν απ΄ τα ανατολικά προς τα δυτικά. Κι όσο κινούνταν [έβρισκαν] κι άλλη γη, κι άλλη γη, κι άλλη γη. Βρήκαν ποικιλίες γαιών·, δεν ήταν όλες σαν αυτές που βρήκαν εδώ στα ανατολικά παράλια, που είναι γεμάτες δάση στα βορειότερα εδώ σημεία και στα νοτιότερα είναι θερμότερα και τροπικά. Όσο έμπαιναν στα εσωτερικά, βρίσκανε ηπειρωτικό κλίμα, περιοχές σαν στέπες, υπέροχα δάση, ξανά περιοχές ερήμου, και, κάποια στιγμή, έφτασαν μετά από πολύ διάστημα χρονικό στον Ειρηνικό ωκεανό. Γενικά το σύνθημα ήταν: Go West, κινήσου δυτικά.

Οι Γάλλοι απ΄ την πλευρά τους βρίσκονταν στα βόρεια και είχαν κινηθεί, διά του ποταμού και των λιμνών, εγκάρσια στην ήπειρο αυτή. Τι επρόκειτο να συμβεί σ΄ αυτούς τους δύο ανταγωνιστικούς λαούς; Πόλεμος. Θα γίνει πόλεμος. Θα συγκρουστούν Άγγλοι με Γάλλους. Και ποιος θα νικήσει; Οι Άγγλοι.

Η σύγκρουση Άγγλων και Γάλλων στη Βόρεια Αμερική θα γίνει στο τέλος της δεκαετίας του 1750 και αρχές του 1760, στα πλαίσια του Επταετούς Πολέμου στην Ευρώπη, που κι εκεί συγκρούονται Άγγλοι και Γάλλοι. Κι επίσης την ίδια εποχή Άγγλοι και Γάλλοι συγκρούονται και στην Ινδία. Δηλαδή αυτές οι δύο δυνάμεις είναι αδυσώπητες η μία με την άλλη για τον έλεγχο του κόσμου.

Θα το πετύχει η Αγγλία. Σ΄όλες τις συγκρούσεις θα νικήσει η Αγγλία, και σ’ αυτή την αδυσώπητη σύγκρουση μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, νικητής θα βγει η Αγγλία, και έτσι οι Γάλλοι θα αναγκαστούν να περιοριστούν στα βορειότερά τους εδάφη. Θα χάσουν δηλαδή την κεντρική τους παρουσία· σήμερα εξακολουθεί η Γαλλία να έχει παρουσία στα βόρεια εδάφη. Είναι Καναδάς πλέον, έχει δημιουργηθεί η χώρα του Καναδά εδώ πέρα, ανεξάρτητη χώρα, όμως αυτό το κομμάτι του Καναδά λέγεται Κεμπέκ (Quebec) μέχρι σήμερα και στο Κεμπέκ ομιλείται η γαλλική γλώσσα. Δηλαδή από αυτό το έπος της γαλλικής παρουσίας για 200 χρόνια τουλάχιστον (την προσπάθεια δηλαδή των Γάλλων να διεκδικήσουν αυτές τις περιοχές) παρέμεινε μια ισχυρή γαλλική παρουσία, πολιτιστική γαλλική παρουσία και βιολογική, μέχρι σήμερα. Μάλιστα στο Κεμπέκ έχουν γίνει δύο δημοψηφίσματα για την αποκοπή του Κεμπέκ από τον υπόλοιπο Καναδά και τη δημιουργία ανεξάρτητου Κεμπέκ. Αν ποτέ πετύχει ένα τέτοιο δημοψήφισμα, το τελευταίο δημοψήφισμα απέτυχε με 1% διαφορά.  Σήμερα ο Καναδάς είναι αγγλόφωνος, αλλά αυτή του η μεγάλη επαρχία του Κεμπέκ είναι γαλλόφωνη.

Ένα στοιχείο αυτής της σύγκρουσης της αδυσώπητης μεταξύ Άγγλων και Γάλλων για τον έλεγχο της Βόρειας Αμερικής είναι:

  • Άγγλοι και Γάλλοι πολεμούσαν ο ένας τον άλλον με σύμμαχες φυλές. Ντόπιες φυλές είχαν ταχθεί άλλες με τους Άγγλους κι άλλες με τους Γάλλους. Αν έχετε δει ή έχετε διαβάσει τον Τελευταίο των Μοϊκανών, αυτό ακριβώς δείχνει: τις μάχες, τη σύγκρουση Άγγλων και Γάλλων και τις σύμμαχες φυλές.

Η Γαλλία έδινε μεγάλη έμφαση σ’ αυτή τη σύγκρουση στη Βόρεια Αμερική και στην προσπάθειά της αυτή —ανάμεσα στα άλλα, εκτός από πολεμοφόδια και ό,τι έστελνε στον στρατό της εκεί— έστελνε και πόρνες από τη Γαλλία για να ανεβεί το ηθικό του στρατού. Δεν τα κατάφερε η Γαλλία να νικήσει αυτό τον πόλεμο κι έτσι μετά το 1760, η Αγγλία έχει ανοιχτό τον δρόμο για να ελέγξει την κεντρική ζώνη της Βόρειας Αμερικής.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis «Παγκόσμια ιστορία: ο άνθρωπος απέναντι στο θείο» με διδάσκουσα τη Μαρία Ευθυμίου.
Σύνδεσμος: https://mathesis.cup.gr/assets/courseware/65f72d2528e1f3ff6c85ca58b88ea4a8/asset-v1:History+Hist3.2+2017_T2+type@asset+block/WH2_Week2.pdf

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός




Η δίκαιη κατάρα

Μια έκφραση που χρησιμοποιείται σήμερα, ενώ ανάγεται στην αρχαία μαγεία, είναι η έκφραση: κάποιος περιφέρεται ή γυρίζει σαν την άδικη κατάρα. Η έκφραση αυτή παραλληλίζει  ένα άτομο που περιφέρεται άσκοπα και χωρίς αποτέλεσμα, με την κατάρα που επίσης πλανιέται, αδυνατώντας να βρει τον στόχο της, ακριβώς επειδή είναι άδικη. Η αντίληψη ότι υπάρχουν κατάρες δίκαιες και άδικες αποτελεί σημαντική καινοτομία της αρχαίας ελληνικής σκέψης στην ύστερη κλασική   περίοδο, μια καινοτομία που αποτελεί σταθμό στην πορεία της θρησκείας και τη μεταμόρφωση των τελετουργιών.

Οι μαγικές τελετουργίες αρχικά στηρίζονταν σε αυτοματισμό· με τα σωστά λόγια, και τις σωστές ουσίες, επιτυγχάνεται ο στόχος. Ένα φυλακτήριο για επιτυχία σε δικαστική διαμάχη στη Βόστρα, στη σημερινή Ιορδανία. Είναι ένα «νικητικόν», δηλαδή ένα ξόρκι για επιτυχία, χαραγμένο σε χρυσό έλασμα, που αποσκοπούσε στο να βοηθήσει τον κάτοχό του να νικήσει σε μία δίκη που επρόκειτο να διεξαχθεί στο δικαστήριο του επάρχου της Αραβίας και τον πάρεδρό του. Το κείμενο περιέχει μαγικά σύμβολα, χαρακτήρες, και μαγικά ονόματα επηρεασμένα από την ιουδαϊκή θρησκεία, περιέχει επίσης ακολουθίες φωνηέντων και μαγικές λέξεις.

Ορισμένες μαρτυρίες δείχνουν ότι σταδιακά, περίπου από τις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα και μετά, εμφανίζονται σε μαγικά κείμενα –κατάρες και φυλακτήρια– αιτιολογίες και επιχειρήματα. Η επιτυχία της μαγικής ενέργειας δεν εξαρτάται πλέον μόνο από την τήρηση μιας συνταγής αλλά και από ζητήματα δικαίου και ηθικής, από αξίες. Η μαγεία δεν συνδέεται μόνο με την πίστη σε μαγικές δυνάμεις αλλά και με αξίες. Αυτή η εξέλιξη αποτελεί κομμάτι μιας θεμελιώδους αλλαγής της νοοτροπίας και της αντίληψης και για τη θρησκεία και για τις τελετουργίες και αυτή την αλλαγή την παρατηρούμε και σε άλλες πτυχές της ελληνικής θρησκείας. Πραγματικά αποτελεί μία επανάσταση στην ιστορία των ιδεών.   Δειλά-δειλά στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα υπάρχουν τα πρώτα μαγικά κείμενα που κάνουν νύξεις για τον δίκαιο λόγο που οδήγησε ένα άτομο στη χρήση μαγικών μέσων. Το πρωιμότερο παράδειγμα είναι ένας κατάδεσμος από την Αθήνα σχετικός με επαγγελματική αντιδικία γύρω στο 375 π.Χ.

Ο κατάδεσμος αυτός, γραμμένος σε μολύβδινο έλασμα, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως παράδειγμα της τεχνικής ὅμοια ὁμοίοις, similia similibus, δηλαδή όπως κάνω κάτι, έτσι να συμβεί κάτι  άλλο, συμπαθητική μαγεία. Ο γραφέας σκόπιμα άλλαξε τη σειρά των στίχων, των σειρών του κειμένου, ώστε όπως το κείμενο είναι συγκεχυμένο, έτσι να είναι συγκεχυμένες και οι πράξεις των αντιπάλων του. Ο ανώνυμος συγγραφέας δεν γράφει άμεσα ότι έχει δίκιο. Με το να χαρακτηρίζει όμως τον αντίπαλό του ως «στιγματία», ως στιγματισμένο εγκληματία, και ως «ἄτοπον», δηλαδή ως χαμένο κορμί, εισάγει  ηθικές διακρίσεις και απαξιώνει ηθικά τον αντίπαλό του. Το κείμενο δεν χαρακτηρίζεται μόνο από συναισθήματα, από οργή και μίσος, αλλά και από μία στοιχειώδη επιχειρηματολογία.

Στο πρώτο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα, ανάγεται και ένας κατάδεσμος –αυτή τη φορά ερωτικός– από την Πέλλα. Χρονολογείται γύρω στο 400 με 350 π.Χ. Το κείμενο είναι γραμμένο  σε μολύβδινο έλασμα που βρέθηκε σε τάφο. Μία γυναίκα, η Φίλα, ερωτευμένη με κάποιον Διονυσοφώντα, καταριέται τη Θεοτίμα, ώστε να μην παντρευτεί ούτε αυτή ούτε κάποια άλλη γυναίκα το αντικείμενο του πόθου της. Η κατάρα θα ισχύει όσο το έλασμα μένει θαμμένο μαζί με τον νεκρό.

Δεν υπάρχει άμεσα αναφορά σε κάποιο ηθικό έρεισμα της Φίλας, που θα στήριζε την αξίωσή της να είναι η μόνη γυναίκα στη ζωή του Διονυσοφώντα. Όμως με τη φράση: «δείξτε λύπηση για τη Φίλα, γιατί με έχουν εγκαταλείψει όλα τα αγαπημένα πρόσωπα και είμαι έρημη», η Φίλα δεν εξαναγκάζει τους υποχθόνιους δαίμονες, αλλά τους ικετεύει να δείξουν συμπόνια. Αυτή είναι μία πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να προσπαθείς να εξαναγκάσεις έναν δαίμονα να κάνει κάτι επειδή προφέρεις κάποιες λέξεις, και να τον αναγκάσεις να κάνει κάτι επειδή διεγείρεις το συναίσθημα της συμπόνιας. Έτσι ξεπερνούν το στάδιο του αυτοματισμού και του καταναγκασμού της τελετουργίας και εφαρμόζουν στοιχειώδεις στρατηγικές πειθούς.

Η πορεία που εγκαινιάζεται με αυτά τα κείμενα θα βρει την κατάληξή της σε κείμενα στα οποία γίνονται σαφέστατες αναφορές στο δίκιο εκείνου που καταριέται. Για να δούμε όμως τέτοια κείμενα θα πρέπει να περιμένουμε δύο περίπου αιώνες ακόμα. Από όσο γνωρίζω, το πρωιμότερο κείμενο αυτού του χαρακτήρα χρονολογείται γύρω στο 200 π.Χ. Βρέθηκε σε έναν τάφο στη θέση Νέα Παλάτια του Ωρωπού. Ο συντάκτης του το τοποθέτησε πάνω στο κεφάλι του νεκρού, επομένως ήταν γνώστης των παραδοσιακών μαγικών πρακτικών. Πήγε όμως ένα βήμα παραπέρα δικαιολογώντας την πράξη του και επισημαίνοντας ότι ήταν θύμα αδικίας.

Δεν είναι λοιπόν ο συντάκτης εκείνος που ήρξατο χειρών αδίκων, και αυτό του δίνει το δικαίωμα να μην ικετεύει αλλά να απαιτεί, να αξιώνει. Το μίσος του είναι ακατασίγαστο, αν κρίνουμε από την τιμωρία που ζητά για τους εχθρούς του. Υπάρχει επιτέλους διαμορφωμένη την ιδέα της δίκαιης κατάρας. Η επίκληση του δικαίου δεν θεωρείτο ότι υποκαθιστά τη μαγική τελετουργία, αλλά ότι ενισχύει την αποτελεσματικότητά της. Ένα ωραίο παράδειγμα είναι μια δίγλωσση ελληνική και λατινική κατάρα, από τον 1ο π.Χ. αιώνα, που βρέθηκε στο Barchín del Hoyo της Ισπανίας. Είναι γραμμένη σε μικρό μολύβδινο δίσκο που βρέθηκε κοντά στην πύλη του οικισμού. Ο συντάκτης χάραξε το κείμενο σπειροειδώς, χρησιμοποιώντας επομένως μια μαγική πρακτική. Δεν παρέλειψε όμως να γράψει ότι η κατάρα του είναι δίκαιη. Τα ονόματα Νικίας και Τιμή δείχνουν ότι έχουμε να κάνουμε με άτομα από την ελληνική Ανατολή, ίσως δούλους.

Ένας άλλος αττικός κατάδεσμος του 3ου αιώνα π.Χ., στρέφεται κατά μιας γυναίκας από κάποιον που θεωρεί ότι τον είχε αδικήσει. Η κατάρα πιάνει όμως και όλη της την οικογένεια. Σε μια άλλη κατάρα, πάλι από την Αθήνα, άγνωστης χρονολογίας, τα θύματα χαρακτηρίζονται άνθρωποι αμαρτωλοί που θα πρέπει να βρουν δίκαιη τιμωρία.

Την παρουσία αυτής της ιδιαίτερης κατηγορίας αρών ή καταδέσμων, την επεσήμανε πρώτος ο Ολλανδός ιστορικός της αρχαίας θρησκείας Χενκ Βερσνέλ (Henk Versnel), ο οποίος πρότεινε τον όρο «προσευχές για δικαιοσύνη», για να διακρίνει αυτά τα μαγικά κείμενα από τις απλές κατάρες, που δεν περιέχουν κάποια έμμεση ή άμεση αιτιολόγηση. Από τους Δανιήλ Ιακώβ και Εμμανουήλ Βουτυρά έχει προταθεί ο όρος «προσευχές για εκδίκηση». Δεν απαντώνται μόνο στην ελληνόφωνη Ανατολή, αλλά είναι διαδεδομένες και στη Δύση, ιδίως στην Ιβηρική Χερσόνησο και τη Βρετανία.

Αντίθετα από τις συνήθεις αρές, εδώ ο συντάκτης του κειμένου δίνει και το όνομά του: είναι ο Μουκόνιος το θύμα της κλοπής. Οι ένοχοι είναι άγνωστοι και αυτό αιτιολογεί εν μέρει την προσφυγή του στους θεούς. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι ο συγγραφέας αιτιολογεί την ενέργειά του. Αντί να επικαλεστεί τη βοήθεια δαιμόνων με μαγικές λέξεις ή τελετουργίες, αναφέρεται πολύ συγκεκριμένα στην αδικία που έχει γίνει. Ο Μουκόνιος δεν επικαλείται, όπως στις συνηθισμένες αρές, υποχθόνιες θεότητες, αλλά τον Ποσειδώνα. Με κολακευτικά λόγια, εδώ με το επίθετο «κύριε» (dominus), υπογραμμίζει τη δύναμη της θεότητας την οποία επικαλείται, πειθαναγκάζοντάς την με τον τρόπο αυτό να δείξει τη δύναμή της. Θα δούμε σε λίγο και άλλα τέτοια παραδείγματα. Υπάρχει έντονη  εκδήλωση συναισθημάτων μίσους, με την παράκληση για την τρομερή τιμωρία των ενόχων.

Από τη Βρετανία και τον αιμοδιψή Μουκόνιο, η Δήλος, όπου σε ένα σπίτι βρέθηκε μία αρά χαραγμένη σε μολύβδινο πινακίδιο, την οποία αναδημοσίευσε πρόσφατα ο Ντέιβιντ Τζόρνταν (David Jordan). Το ανώνυμο θύμα κλοπής, μάλλον κάποιο άτομο συριακής καταγωγής, επικαλείται τη βοήθεια της Συρίας θεάς και των θεών που κατοικούν στην κατά τα άλλα άγνωστη Συκώνα –ίσως ένα χωριό της Συρίας–, για την τιμωρία ενός κλέφτη του περιδεραίου της.

Το θύμα της κλοπής δεν προσβλέπει στην επιστροφή του κλοπιμαίου, αυτό χάθηκε. Γνωρίζει ότι και ο  κλέφτης και το περιδέραιο μπορεί να βρίσκονται μακριά, το κλοπιμαίο να έχει αλλάξει χέρια. Σε ένα νησί όπως η Δήλος, με το διαρκές πήγαινε-έλα και με τις συναλλαγές, ο εντοπισμός του κλέφτη θα ήταν δύσκολος· ακόμα και οι θαυματουργές δυνάμεις των θεών έχουν τα όριά τους. Αυτό που θέλει το θύμα

της αδικίας, δεν είναι η αποκατάσταση της περιουσίας του, αλλά εκδίκηση και μάλιστα οργισμένη, βασανιστική εκδίκηση, που κυριεύει όλο το σώμα, τον νου και την ψυχή του κλέφτη αλλά και των συνενόχων του. Ακριβώς όπως ο αντίδικος στο δικαστήριο χρειάζεται να πάρει με το μέρος του τους ενόρκους ή τους δικαστές, έτσι κι εδώ το θύμα της αδικίας πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να κινήσει το  ενδιαφέρον των θεών στην υπόθεσή του, να προκαλέσει την προσοχή τους.

Πώς όμως θα μπορέσει να προκαλέσει την οργή των θεών, ώστε να αποφασίσουν να γίνουν τιμωροί του θύματος; Τα μαγικά κείμενα μαρτυρούν μια στρατηγική, τη διαβολή, τη συκοφαντία, που στόχο έχει να εξοργίσει τον δαίμονα ή τη θεότητα κατά κάποιου αντιπάλου, όχι απαραίτητα αντιδίκου, συχνά ενός ανταγωνιστή σε ερωτική υπόθεση. Έτσι π.χ. ένας μαγικός πάπυρος συμβουλεύει μια γυναίκα να κατηγορήσει την αντίπαλό της πως κατηγορεί τη θεά, προδίδει τα μυστήριά της και ισχυρίζεται πως την είδε να πίνει αίμα.

Ποια είναι η στρατηγική του ανωνύμου θύματος στη Δήλο; Το θύμα χρησιμοποιεί το επίθετο «κύριος» (αφέντης), αλλά και τοποθετεί τους θεούς που επικαλείται σε έναν συγκεκριμένο  γεωγραφικό χώρο, τη Συκώνα – προφανώς το χωριό του. Με το να επικαλείται θεότητες όχι αόριστα, αλλά τοποθετώντας τες σε πολύ συγκεκριμένο χώρο, δημιουργεί μια σχέση αλληλεγγύης με τις θεότητες του τόπου του. Ταυτόχρονα το θύμα, υπενθυμίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι έπεσε θύμα αδικίας στην ξενιτιά, υπογραμμίζει και πόσο δεινή είναι η δική του θέση. Είναι η ίδια στρατηγική που εφαρμόζουν οι αντίδικοι στους αττικούς δικανικούς λόγους όταν προβάλλουν την  αδυναμία τους και μεγεθύνουν τη δύναμη του δικαστηρίου των ενόρκων πολιτών.

Με ανάλογο τρόπο, το θύμα επικαλείται εδώ όχι αόριστα τη συμπαράσταση των θεών, αλλά πολύ συγκεκριμένα την αλληλεγγύη των θεών του τόπου του· τους κάνει μετόχους στην αδικία που υπέστη. Ανάλογη είναι και η λειτουργία του επιθέτου «κύριος», που με διάφορες παραλλαγές το βρίσκουμε συχνά σε τέτοιου είδους κείμενα. Με το να αποδίδεις στις θεότητες τον χαρακτηρισμό κύριος, κυρία, αφέντης, το θύμα υποβιβάζει τον εαυτό του σε θέση εξάρτησης από αυτές τις θεότητες, θυμίζοντάς τους την υποχρέωσή τους να υπερασπισθούν ένα άτομο, που βρίσκεται κάτω από την εξουσία τους. Οι συντάκτες τέτοιων κειμένων προσπαθούν να εμπλέξουν τη θεότητα  σε μια ανθρώπινη αντιδικία με το να την καταστήσουν την ίδια, εμμέσως, θύμα της αδικίας.

Οι προσευχές για δικαιοσύνη είναι κατάρες που είχαν αφορμή τις μικρές αντιδικίες της καθημερινότητας: κλοπή ή κατακράτηση ξένης περιουσίας, οικονομικές διαφορές, προσβολές και συκοφαντίες. Αυτό που ενοχλούσε τα θύματα περισσότερο απ’ όλα, ήταν η σπίλωση της τιμής τους, το ότι κάποιοι χάρηκαν με τις ατυχίες τους. Και ακριβώς αυτή η προσβολή της προσωπικότητάς τους ήταν δύσκολο να αποτελέσει αντικείμενο τιμωρίας στα επίγεια δικαστήρια. Ήταν κάτι που ίσως θα το λάμβαναν υπόψη οι δικαστές και οι ένορκοι, αντιμετωπίζοντας με συμπάθεια το θύμα, αλλά πολλές φορές ο ένοχος ήταν άγνωστος ή οι αποδείξεις αβέβαιες. Ενώ οι θεοί, παντεπόπτες, αλάθητοι, δεν κρίνουν με βάση το γράμμα του νόμου, αλλά το δίκιο, λαμβάνοντας υπόψη τους όλες τις κοινωνικές, ηθικές και ψυχολογικές παραμέτρους μιας υπόθεσης.

Τα κείμενα αυτά αντανακλούν όμως και κάτι πολύ σημαντικότερο και πολύ στενά συνδεδεμένο με την ιστορία του δικαίου, ως ιστορία ιδεών. Τη σταδιακή εγκατάλειψη της ιδέας του αυτοματισμού της τελετουργίας και την εισαγωγή ηθικών διακρίσεων.

Οι προσευχές για δικαιοσύνη συνδέονται επομένως με μια εξέλιξη που έχει θεμελιώδη σημασία για την ιστορία της ελληνικής σκέψης και που πρωτοπαρουσιάστηκε στον τομέα του δικαίου, και ειδικότερα στη νομοθεσία περί φόνου, που πρώτη κάνει διάκριση ανάμεσα σε «ανθρωποκτονία εκ προθέσεως» και «ανθρωποκτονία εξ αμελείας». Είναι η πρώτη θεμελιώδης διάκριση. Από κει και ύστερα, ανάλογες διακρίσεις γίνονται και σε τελετουργίες. Αυτή η διάκριση, με μεγάλη καθυστέρηση,  υιοθετήθηκε και από τη θρησκευτική σκέψη και τη μαγεία και κανείς δεν ζητά να επέμβουν θεϊκές δυνάμεις και δαίμονες εναντίον κάποιου αντιπάλου μόνο και μόνο επειδή κάποιος επικαλείται κάποια ονόματα ή κάποιες μαγικές λέξεις, αλλά επειδή έχει το δίκιο με το μέρος του.

Για να πλανιέται η άδικη κατάρα άσκοπα, χωρίς να βρίσκει τον στόχο της, επειδή ακριβώς είναι άδικη,  χρειάσθηκε η ελληνική σκέψη πρώτα να απελευθερωθεί από τον αυτοματισμό της μαγικής τελετουργίας.

Απόσπασμα από το ελεύθερο διαδικτυακό μάθημα του Mathesis «Μνήμη, πάθος, πίστη: Το ανθρώπινο πρόσωπο του μετακλασικού ελληνικού κόσμου» με διδάσκοντα τον Άγγελο Χανιώτη.
Σύνδεσμος: https://mathesis.cup.gr/assets/courseware/v1/164410d773f1ee5e82b07f5c86e2f7a9/asset-v1:History+Hist2.3+19C+type@asset+block/%CE%95%CE%B2%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B1_1-5.pdf

Κατερίνα Συμφέρη
Εκπαιδευτικός